Ο Αμερικανοεβραίος, ιδιοφυής πεζογράφος Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο ―περίφημο από τα βιβλία του― Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και πέθανε το 2018 στο Μανχάταν. Ο μεγάλος μυθιστοριογράφος ενίοτε υιοθέτησε και υπερασπίστηκε, στο πολυφωνικό έργο του, τις ανθρωπιστικές αξίες και παράλληλε σάρκασε κι επέκρινε τα τρωτά της κοινωνίας της εποχής του, μιας εποχής εκτεταμένης μιας και έζησε και έγραψε για πολλά χρόνια, τριανταένα βιβλία. Πολύ συχνά το έργο του απομυθοποίησε και έκρινε δεδομένες συνήθειες, συμβατικότητες, ηθικές και αξίες του δυτικού τρόπου ζωής. Η εβραϊκότητα και ο εβραϊκός κόσμος απασχόλησαν έντονα το λογοτεχνικό έργο του. Έκρινε με αυστηρότητα την εικόνα του ικανού κι έξυπνου Εβραίου που αυτοοικτίρεται και δεν τα έχει καλά με τον εαυτό του. Ο Ροθ μας αποκαλύπτει την αίγλη και τη μιζέρια των ΗΠΑ. Φτιάχνει καυστικές παρωδίες της τραγικής ατομικής ζωής που οδεύει προς τον θάνατο και της αμφιλεγόμενης κοινωνίας που πλήττεται από τις συμβάσεις της.
Ενστερνίστηκε στα μυθιστορήματά του τον διαχρονικό αγώνα για τη ζωή και την προκοπή, την ατομική προσπάθεια για επιβίωση και επιτυχία, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα και την αλληλεγγύη, την κοινωνική κριτική, την ατομική ενεργοποίηση για τη βελτίωση της κοινωνίας και για τον έρωτα, το σεξ και την αγάπη των ζευγαριών, των γονέων, των παιδιών και των φίλων. Κριτικάροντας και ειρωνευόμενος παράλληλα σχεδόν τα πάντα. Διατηρώντας, όμως, τον διαφωτισμό και τον ανθρωπισμό στην προσέγγισή του. Τα γραπτά του και η σκέψη του είναι απελευθερωτικά. Ο Ροθ/Ζούκερμαν είναι υπέρμαχος της ελευθερίας του ατόμου. Ενός ατόμου που αρνείται να αποδεχτεί άκριτα την ορθοδοξία των εθιμικών και καθιερωμένων αρχών, που δεν έχει ως γνώμονα την ευπρέπεια. Η καυστική ματιά του στρέφεται κυρίως προς την οικογένεια, την κοινωνία, την ταυτότητα, την εβραϊκή κι αμερικανική εμπειρία και προς τον εαυτό του (ή το alter ego του, τον αφηγητή του, Νέιθαν Ζούκερμαν). Άλλωστε, η αλήθεια και τα ψέματα για τον εαυτό μας έχουν μεγάλο βάθος και δεν έχουν τελειωμό.
Ο Ροθ μπλέκει τον συγγραφέα, τον αφηγητή(-ές) και τους χαρακτήρες του, άρα δεν καταλαβαίνεις πάντα ποιος μιλάει και πόσο ειλικρινά κι «αντικειμενικά». Η «πραγματικότητα» δεν είναι δεδομένη, συχνά δεν προσλαμβάνεις μια «αντικειμενική αλήθεια» και όλο αυτό δημιουργεί μια μεταμοντέρνα αύρα. Οι χαρακτήρες παίζουν ρόλους, αλλάζουν προσωπεία και δεν είναι σταθεροί. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να εξηγήσει το τι είναι, ιδίως στον εαυτό του.
Άλλα προσφιλή θέματά του είναι η σεξουαλικότητα, η ενοχή, η διάψευση, η ατομική ή συλλογική αγωνία και ο φόβος, η απώλεια, η ατομική και κοινωνική αποτυχία, ο εσωτερικός εαυτός ―που συχνά μονολογεί ασυγκράτητα κι εκρηκτικά κι αυτοαναλύεται ανελέητα― και η κοινωνική εικόνα και σύμβαση. Ο Ροθ σχολίασε με διαύγεια τα ελαττώματα της εποχής του, προπολεμικής, μεταπολεμικής και σύγχρονης, χλεύασε την ηθική, πολιτική και οικογενειακή συμβατικότητα, τα ταμπού και την «πολιτική ορθότητα», επιτέθηκε ή και σατίρισε τα ελαττώματα των διαφόρων κοινωνικών τάξεων, των πλουσίων, των ισχυρών, των συντηρητικών και συμβατικών, των Αμερικανών μικροαστών ή των φτωχών, μεροκαματιάρηδων Εβραίων. Των Εβραίων κάθε κοινωνικής τάξης, που τους αγαπούσε και τους έκρινε ανυποχώρητα. Έγραψε νουβέλες και μυθιστορήματα σκωπτικά, απελπισμένα, ψυχολογικά και υπαρξιακά. Κοινωνικά, αισθησιακά, αστεία, φιλοσοφικά, στιβαρά από αφηγηματική και δραματουργική σκοπιά και περιπαικτικά.
Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με το προσωπικό, ψυχογραφικό κι ερωτικό έργο του Φίλιπ Ροθ, καθώς και με το πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό έργο του, τις δύο αυτές – μα και περισσότερες – πλευρές και διαστάσεις των μυθιστορημάτων του οι οποίες διαπλέκονται. Διαποτισμένες από τη διεισδυτική ματιά του, το φιλοσοφικό βάθος της σκέψης του, το αδυσώπητο, διαβρωτικό χιούμορ του, τη μεγάλη, δεξιοτεχνική ικανότητά του να αφηγείται και να δομεί τα υλικά του, να στοχάζεται τη γλώσσα, το ύφος του και την κατασκευή τους. Να γράφει αριστοτεχνικά, με σαφήνεια, δύναμη κι απλότητα και να προσέχει με αυστηρότητα τις φράσεις του. Με γλωσσική οικονομία και ακρίβεια, γλαφυρότητα, ρυθμό, οξυδέρκεια, αφηγηματική άνεση, ισχύ κι ορμή, που κάνουν τον αναγνώστη του να παρασύρεται και να βουτάει με όλο του το είναι στα πεζά του. Χρησιμοποιεί ζωντανό, ενίοτε προφορικό λόγο και προκλητικό ύφος, σκοτεινή κωμικότητα και τεχνική πειθαρχία στον λόγο και στη δομή. Η ακριβόλογη μαεστρία του οδηγεί πάντοτε σε ισχυρές και ανθεκτικές στον χρόνο μυθοπλασίες.
Δίνει τεχνηέντως στους προσωπικούς στοχασμούς του αφηγηματική μορφή, τη φόρμα της αφηγηματικής μυθοπλασίας. Έπλασε λεπτομερειακά καθημερινούς χαρακτήρες με αντιφάσεις και αδυναμίες, χωρίς να εκφέρει απόλυτες ηθικές κρίσεις γι’ αυτούς. Έχουμε, άρα, πολύπλοκες ηθικές καταστάσεις χωρίς εύκολες απαντήσεις, ένταση όχι στα γεγονότα, αλλά στην ερμηνεία των γεγονότων, χρήση πολλών αφηγητών και παρατηρητών, που μας κάνουν να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη πραγματικά. Η ένταση είναι στη σκέψη, όχι στη δράση. Ο Ροθ δίνει την εντύπωση στα βιβλία του πως έχει πάρα πολλές γνώσεις και πως είναι ανοιχτός στα πάντα, σε όλες τις ανθρώπινες εμπειρίες, κάθε τι το ανθρώπινο του είναι οικείο. Οι ιστορίες του περνούν από την ψυχογραφία ή τον ρεαλισμό ή τον σαρκασμό στην τραγική υπαρξιακή διάσταση, χωρίς λύτρωση, όταν καταπιάνονται με τη φθορά, την αποτυχία του αμερικάνικου ονείρου, τα γηρατειά και τον θάνατο. Δεν συναντάμε συχνά την ολοκλήρωση των μυθοπλαστικών δραμάτων του και τη δίκαιη, καθαρτική, μεγαλειώδη ή τέλεια έκβασή τους, ένα κλασικό τέλος στα μυθιστορήματα. Ο Ροθ συνέλαβε την τραγική και αγωνιστική, ατομική υπαρξιακή κατάσταση με μαύρο χιούμορ.1 Στο συγγραφικό βλέμμα του βρίσκουμε τον σκεπτικισμό, την κριτική διάθεση, την περιέργεια, τη δυσπιστία και την αναζήτηση της αλήθειας και της ουσίας των πραγμάτων.
Η κοινωνικοπολιτική «Αμερικανική Τριλογία» του Φίλιπ Ροθ, αποτελείται από τα εξής τρία μυθιστορήματα: Αμερικανικό ειδύλλιο («American Pastoral», 1997), Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή («I Married a Communist», 1998) και Το ανθρώπινο στίγμα («The Human Stain», 2000). Εξερευνά τη μεταπολεμική, αμερικανική κοινωνία, ιδεολογία και ηθική κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Τα πεζογραφήματα αυτά περιέχουν προσωπικές διαδρομές και ψυχολογικές, ηθικές και κοινωνικοπολιτικές κρίσεις, με το φόντο ιστορικών αλλαγών.
Αμερικάνικο Ειδύλλιο
Το μυθιστόρημα Αμερικάνικο ειδύλλιο2 του Φ. Ροθ είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας και εξερευνά την κατάρρευση του «αμερικανικού ονείρου». Στο American Pastoral, δημοσιευμένο το 1997, ο Ν. Ζούκερμαν γνωρίζει τον Σέιμουρ Σουίντ Λέβοβ από παλιά, από το σχολείο, όπου αυτός διακρίθηκε ήδη νέος, δυνατός κι αγαπητός από όλους. Ο Ροθ, διαμέσου του alter ego του, του ήδη γνωστού μας κι από άλλα βιβλία, Ν. Ζούκερμαν, περιγράφει την ευτυχισμένη, ισορροπημένη ζωή του πετυχημένου, εργατικού, αθλητικού, ωραίου και ενεργητικού ήρωά του, του Σέιμουρ Σουίντ, ενός επιδέξιου, εύπορου επιχειρηματία και της οικογένειάς του, κατοίκων ενός πλούσιου προαστίου και εκφραστή της θετικής υλοποίησης του αμερικάνικου ονείρου.
Όμως κάποτε εμφανίζονται τα πρώτα ρήγματα στο αρμονικό οικοδόμημά του. Η κόρη του, όταν μεγαλώνει και γίνεται δεκαέξι χρόνων, ένα κορίτσι με κάποια ψυχολογικά προβλήματα, που τραυλίζει, δεν μπορεί πια να συνεννοηθεί καθόλου μαζί του. Το 1968, έτος των νεανικών επαναστάσεων στη Δύση, περνά απότομα και βίαια στον αστερισμό της εξέγερσης, διαμαρτυρόμενη εναντίον του αμερικανικού πολέμου στο Βιετνάμ, ενστερνίζεται πρώιμα την πολιτική της πολεμικής κι επιθετικής άκρας αριστεράς και βάζει μία βόμβα στο ταχυδρομείο για διαμαρτυρία, κατά την έκρηξη της οποίας σκοτώνεται ένας άνθρωπος. Κόβει κάθε επαφή με την οικογένεια και τον πατέρα της, περνά από την άλλη μεριά της κοινωνίας και εντάσσεται σε μια τρομοκρατική οργάνωση.
Ο πατέρας της επιδίδεται σε έναν εξαντλητικό ψυχικά, εμμονικό κι εναγώνιο αγώνα αναζήτησης της μονάκριβης, καταζητούμενης κόρης του. Μάταιος στόχος του είναι να ενώσει ξανά την πρώην ειδυλλιακή οικογένειά του, τον ψευδαισθητικό «παράδεισο» στον οποίο ζούσε (ενώ ακόμη κι η γυναίκα του υπέκυψε στις φυγόκεντρες τάσεις, μοιχεύοντας). Κάποια στιγμή ο «Σουηδός» Σουίντ Λέβοβ βρίσκει, φευγαλέα, την κόρη του σε άθλια κατάσταση, μέσα στις ενοχές, ως μια καταδιωκόμενη τρομοκράτισσα και φανατικό μέλος μιας τρελής θρησκευτικής αίρεσης, μια περιθωριοποιημένη, βασανισμένη γυναίκα που απορρίπτει ολοσχερώς την κοινωνία και τον κόσμο του πατέρα της.
Ο Φ. Ροθ ανατέμνει και απομυθοποιεί το αμερικάνικο όνειρο, τη φενάκη της ισορροπίας και αρμονίας της παραδοσιακής αμερικάνικης οικογένειας και κοινωνίας. Το μυθιστόρημα γίνεται ζοφερό, απαισιόδοξο κι απελπισμένο, η δυστυχία των ανθρώπων υπερκαλύπτει τις άκαρπες δραστηριότητες και κινήσεις τους. Η ειδυλλιακή εικόνα σχίζεται και από μέσα προβάλλει αδυσώπητη η σκληρή, αποτρόπαιη και σκοτεινή, δυσάρεστη κοινωνική πραγματικότητα, οι μάσκες πέφτουν και αναφαίνεται η κοινωνική και προσωπική αποτυχία, η ανημπόρια, η αδικία, η μιζέρια, η διάλυση της αστικής οικογένειας και η δυστυχία. Το «Αμερικάνικο Ειδύλλιο» είναι μια τραγωδία για την κανονική αμερικάνικη οικογένεια και την ανθρώπινη ύπαρξη, γενικότερα. Η ζωή δεν είναι ποτέ ελεγχόμενη, λογική ή τέλεια, όπως νομίζουμε. Άρα
η ηθική και η λογική δεν εγγυώνται τίποτα. Στο «Αμερικανικό Ειδύλλιο», η κριτική στρέφεται κατά της ψευδαίσθησης ότι η αφομοίωση, η σκληρή εργασία και η ηθική της μεσαίας τάξης της αισιόδοξης μεταπολεμικής Αμερικής, μπορούν να προσφέρουν ασφάλεια και σιγουριά. Ο Φίλιπ Ροθ δείχνει ότι η αμερικανική κανονικότητα και σύμβαση είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα που ισοπεδώνεται από τις απρόβλεπτες δυνάμεις της Ιστορίας.
Η χαλύβδινη διήγηση του Ροθ σταδιακά σου αρπάζει και σου σφίγγει την καρδιά, σε καθηλώνει, σε συνταράσσει και σε απελπίζει. Το έργο όμως δεν υιοθετεί τη γραμμική αφήγηση. Η ιστορία ξεκινά στο παρόν από τον συγγραφέα Ζούκερμαν (σωσίας του Ροθ), ο οποίος αναπολεί τον παιδικό του ήρωα, τον «Σουηδό» Λέβοβ. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, ο Ζούκερμαν μιλά ξεκάθαρα σε πρώτο πρόσωπο. Διηγείται τις συναντήσεις του με τον Σουίντ Λέβοβ και τις δικές του αναμνήσεις. Μας περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, πώς έβλεπε τον «Σουηδό» σαν είδωλο και τη συνάντησή τους χρόνια μετά. Στο τέλος αυτού του εισαγωγικού μέρους, κατά τη διάρκεια ενός σχολικού reunion ο Ζούκερμαν αποφασίζει να γράψει την ιστορία του Σουηδού, προσπαθώντας να φανταστεί τι κρυβόταν πίσω από την τέλεια βιτρίνα του. Ο Ζούκερμαν, χρησιμοποιώντας λίγα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει, αρχίζει να πλάθει και να γράφει τη ζωή του «Σουηδού» από τη δεκαετία του '40 έως την κατάρρευση της ζωής του τη δεκαετία του '60. Καθώς ο Ζούκερμαν αρχίζει να «γράφει» το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, η δική του φωνή σταδιακά αποσύρεται. Η αφήγηση μετατρέπεται σε τριτοπρόσωπη. Η αφήγηση αλλάζει από το πρώτο πρόσωπο (ο Ζούκερμαν που σκέφτεται) σε ένα εκτενές τρίτο πρόσωπο που εστιάζει στη ζωή και στην τραγωδία του «Σουηδού». Μετά τον θάνατο του Σουίντ και ιδιαίτερα όταν αρχίζει το δεύτερο μέρος («Η πτώση»), η αφήγηση μετατοπίζεται σταδιακά σε τριτοπρόσωπη διηγηματική εστίαση πάνω στον Σουίντ. Ο Ζούκερμαν εξαφανίζεται ως ενεργός χαρακτήρας και ο αναγνώστης παρακολουθεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα βιώματα του Σουήντ σαν να τα γνωρίζει εκ των έσω. Θεωρητικά, η συνείδηση που κατασκευάζει την ιστορία δεν παύει ποτέ να είναι ο Ζούκερμαν . Ο ίδιος δεν θα μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα όσα αφηγείται για την ιδιωτική ζωή του Σουίντ. Άρα η τριτοπρόσωπη αφήγηση που υιοθετείται πρέπει να διαβαστεί ως μια φαντασιακή ανασύνθεση του Ζούκερμαν. Μαθαίνουμε τις πιο μύχιες σκέψεις, τις ενοχές και τον πόνο του πατέρα Σουίντ για την τρομοκρατική πράξη της κόρης του, λεπτομέρειες που ο Ζούκερμαν δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει αν δεν τις φανταζόταν. Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος είναι μια τριτοπρόσωπη ανακατασκευή και φανταστική βιογραφία που ο Ζούκερμαν συνθέτει για τον Σουίντ. Το θόλωμα των ορίων ανάμεσα σε «γεγονός», μνήμη και επινόηση είναι η μέθοδος του Ροθ.
Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή
Το μυθιστόρημα Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή
(1998) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της ύστερης δημιουργικής περιόδου του Φίλιπ Ροθ. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που συνδυάζει την πολιτική τοιχογραφία με την προσωπική τραγωδία, διερευνώντας τη σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία, την εξουσία και την ανθρώπινη μοίρα. Με αφετηρία το ιστορικό πλαίσιο του μακαρθισμού, ο Ροθ ασκεί οξεία κριτική στο κλίμα φόβου, καχυποψίας και πολιτικών διώξεων που επικράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1950, αποκαλύπτοντας τις καταστροφικές συνέπειες του αντικομουνιστικού φανατισμού στην ατομική ζωή.
Κεντρική μορφή του έργου είναι ο Άιρα Ρίνγκολντ, ένας λαϊκής καταγωγής, ορμητικός και ασυμβίβαστος αριστερός αγωνιστής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από έντονο ιδεαλισμό, αφοσίωση στις πολιτικές του πεποιθήσεις και εκρηκτική ιδιοσυγκρασία. Η ιστορία του ανασυντίθεται μέσα από τις αφηγήσεις του αδελφού του, Μάρεϊ Ρίνγκολντ, ενός λόγιου πανεπιστημιακού, και του Νέιθαν Ζούκερμαν, του διαχρονικού αφηγηματικού προσωπείου του Ροθ. Η διπλή αυτή οπτική προσδίδει στο μυθιστόρημα αφηγηματικό βάθος και αναδεικνύει τη σχετικότητα της ιστορικής και προσωπικής αλήθειας.
Παρότι το έργο εστιάζει στις πολιτικές διώξεις της εποχής του Μακάρθι, ο Ροθ δεν περιορίζεται σε μια καταγγελία του αμερικανικού αντικομουνισμού. Παρουσιάζει με διεισδυτικότητα τον τρόπο με τον οποίο κάθε μορφή ιδεολογικού δογματισμού, ανεξάρτητα από την πολιτική του προέλευση, δεξιού ή αριστερού, μπορεί να εγκλωβίσει το άτομο και να αλλοιώσει την κρίση του. Έτσι, το μυθιστόρημα υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής αφήγησης και μετατρέπεται σε έναν στοχασμό πάνω στη φύση της εξουσίας, της πίστης, της προδοσίας και της προσωπικής ευθύνης.
Η τραγική πορεία του Άιρα κορυφώνεται όταν, στο αποκορύφωμα των αντικομμουνιστικών διώξεων, η σύζυγός του, η διάσημη ηθοποιός Εύα Φρέιμ, τον εκθέτει δημόσια και τον «προδίδει» μέσα από την αυτοβιογραφία της, οδηγώντας τον στην επαγγελματική και προσωπική του κατάρρευση. Ωστόσο, ο Ροθ αποφεύγει να παρουσιάσει τον ήρωά του αποκλειστικά ως θύμα. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι η αδιάλλακτη προσήλωσή του στο κομμουνιστικό ιδεώδες, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να αναθεωρήσει τις βεβαιότητές του, συμβάλλουν καθοριστικά στην αυτοκαταστροφή του. Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική αδικία και την ατομική ευθύνη, προσδίδοντας στο μυθιστόρημα διαχρονική επικαιρότητα και ουσιαστικό ανθρωπιστικό βάθος.
Ανθρώπινο στίγμα
Στο Ανθρώπινο στίγμα (The Human Stain, δημοσιευμένο το 2000), ο Φίλιπ Ροθ ασκεί δριμεία κριτική στην Αμερική της δεκαετίας του '90, την οποία θεωρεί βυθισμένη στον πουριτανισμό, στις φυλετικές διακρίσεις και στη δημόσια διαπόμπευση όσων βγαίνουν απ’ το μαντρί.
Ο βασικός αφηγηματικός άξονας είναι η ιστορία του καθηγητή κλασικής φιλολογίας, Κόλμαν Σιλκ. Υπάρχει ένας αφηγητής, ο Νέιθαν Ζούκερμαν που αφηγείται, αρχικά, την ιστορία του. Σε κάποιες μυθιστορηματικές ενότητες, ο αφηγητής Ζούκερμαν γίνεται αφηγητής-παντογνώστης (π.χ. αναφορικά με την παλιά ζωή του Λες, του πρώην συζύγου της Φιόνα). Όμως ο αφηγητής αυτός σταδιακά σβήνει.
Διαπιστώνουμε τη μεγάλη ικανότητα του Ροθ να επεκτείνεται σε πολλά παράπλευρα πρόσωπα και να παρουσιάζει τον χαρακτήρα και τον ψυχικό κόσμο τους. Μερικές φορές χρησιμοποιεί ενδιάμεσα μικρούς μονολόγους ορισμένων προσώπων του. Χρησιμοποιεί συχνά στο έργο του, κομμάτια που περιγράφουν τι σκέφτονται τα πρόσωπα, οι «περιπέτειες» της σκέψης των χαρακτήρων του αποτελούν σταθερά μέρος της μεθόδου γραφής του.
Ο ρηξικέλευθος συγγραφέας δεν πιστεύει στην «περαίωση» της αφήγησης. Λίγο πριν τη μέση του μυθιστορήματος ο αφηγητής Ν. Ζούκερμαν επανέρχεται, ξαναγίνεται ορατός. Και μετά από δέκα σελίδες ομολογεί πως είναι αυτός που έγραψε αυτό το βιβλίο, πως είναι αυτός που αφηγείται την ιστορία. Το μυθιστόρημα έχει σε μερικά σημεία σχόλια με μεταμοντέρνα απόχρωση για τη μυθοπλασία και τη γραφή, την ιστορία που γράφει ο Ζούκερμαν και τη μυθοπλασία του Ροθ.
Ο καθηγητής Κόλμαν Σιλκ κατηγορείται άδικα για ρατσισμό στα πλαίσια της επικρατούσης ιδεολογίας της παραπλανητικής πολιτικής ορθότητας και αναγκάζεται να παραιτηθεί επειδή χρησιμοποίησε τη λέξη spooks για κάποιους κοπανατζήδες, μαύρους φοιτητές του, την οποία χρησιμοποίησε με την έννοια «φαντάσματα» (και όχι με τη δεύτερη έννοια «αράπηδες») . Όμως ο ίδιος κρύβει ένα τεράστιο μυστικό αντίστροφης κατεύθυνσης, για τη δική του φυλετική καταγωγή, πως παρουσιάζεται ως Εβραίος ενώ στην πραγματικότητα είναι Αφροαμερικανός, μα με σχετικά ασπρουδερό δέρμα λόγω παλαιότερων προσμείξεων. Ο Κόλμαν Σιλκ έχει κάνει την ανταρσία του, έχει απαρνηθεί και ξεφορτωθεί τις ρίζες του, έφτιαξε ο ίδιος τη μοίρα του, σφυρηλάτησε ένα άλλο ιστορικό-κοινωνικό πεπρωμένο και έγινε ο άνθρωπος, ο λευκός καθηγητής πανεπιστημίου, που ο ίδιος δημιούργησε.
Κεντρικά θέματα αυτού του δυνατού κι ενδελεχούς, αναλυτικού, κοινωνικού και ψυχογραφικού μυθιστορήματος είναι η υποκρισία της αμερικανικής κοινωνίας, η κυρίαρχη πολιτική ορθότητα,3 ο ρατσισμός, ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι συνέπειές του στους στρατιώτες, η φυλή, ο έρωτας, η σχέση ανδρών γυναικών και η κατασκευή κι ερμηνεία της ταυτότητας. Ο Ροθ αναπτύσσει ορισμένες αξιοσημείωτες σκέψεις του για τον έρωτα, το σεξ και την αγάπη. Βασικά ζητήματα που απασχολούν το μυθιστόρημα είναι η τυραννία της ευπρέπειας, της οφειλόμενης ευπρεπούς συμπεριφοράς, η καταπιεστική, βλακώδης ηθικολογία, η ευνουχιστική καπηλεία της αρετής, ο καταπιεστικός ρατσιστικός λόγος, οι κοινωνικές φυλετικές διακρίσεις και το μη αξιοκρατικό και υποκριτικό σύστημα των αμερικάνικων πανεπιστημίων (ο Ροθ υπήρξε καθηγητής πανεπιστημίου).
Ο Φ. Ροθ φτιάχνει ολοκληρωμένα πορτρέτα γυναικών, της Γαλλίδας καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο Αθήνα, της μαύρης αδελφής τού Σιλκ και της Φόνια, αδρής και σέξι καθαρίστριας στο πανεπιστήμιο και ερωμένης του Σιλκ. Ο Ροθ υπολογίζει πολύ και εκτιμά τις γυναίκες και τη δυναμική τους υπό τη δική του οπτική, εντοπίζοντας τα υπέρ και τα κατά των ηρωίδων του. Πρόκειται για κάτι που αντίκειται στην κριτική που του κάνουν οι φεμινίστριες. Η Φόνια είναι μια νεαρή, ψυχωμένη κι αισθησιακή καθαρίστρια με τα μισά χρόνια του Σιλκ, που δηλώνει (ψευδώς) αγράμματη και που έχει υποφέρει πολλά στη ζωή της. Είναι λευκή και δυνατή, όπως η αποδημήσασα σύζυγός του.
Ο Ροθ/Ζούκερμαν/Σιλκ μας αποκαλύπτει την ύπαρξης του αινίγματος της άσκοπης πολυσημίας της ζωής. Το πόσο τυχαία διαμορφώνεται η μοίρα και η πορεία του ανθρώπου, όπως δίδασκαν οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί.
Τι αντιστρατεύεται, από τη μεριά του κεντρικού ήρωα Σιλκ, αυτές τις καταπιεστικές αντιλήψεις και πρακτικές; Η δίψα και ο αγώνας (του) για ελευθερία και αυτονομία. Επιδιώκει την ελευθερία του από το φωτοστέφανο του ανθρώπου που πράττει το σωστό, από τη γελοία αναζήτηση του νοήματος του κόσμου και της ζωής κι από τη συμμόρφωση με τη λογική. Ο Σιλκ είναι από μικρός ένας ικανότατος, πανέξυπνος, δυνατός και γυμνασμένος Αφροαμερικανός, πρώτος στα μαθήματα και πρώτος στον αθλητισμό. Είναι στην πραγματικότητα ένας «πιονιέρος του εγώ». Κάποιος νεαρός μοναδικός. Το εμείς δεν τον καλύπτει. Αρχικά προστατευμένος από την οικογένειά του, αρχίζει βαθμιαία να αντιλαμβάνεται στην κοινωνία και στο εκπαιδευτικό σύστημα, τον ρατσισμό. Για να επιβιώσει σαν ξεχωριστός, υψηλότατης νοημοσύνης, αντίληψης και τόλμης άνθρωπος, ανεξαρτήτως του χρώματος του δέρματός του, αποφασίζει σταδιακά να μεταμφιεσθεί. Να αφήσει –επειδή θέλει να αυτοκαθορίζεται όπως επιθυμεί– να τον εκλαμβάνουν, λόγω του ωχρού δέρματός του, σε λευκό. Ο Κόλμαν Σιλκ επιμένει στην ατομική ιδιαιτερότητά του και στην εξέγερσή του εναντίον της μοίρας του (τη μοίρα του νέγρου). Ο Σιλκ μετατρέπεται στο Πανεπιστήμιο Αθήνα σε χειραφετημένο, επιθετικά σκεπτόμενο, αυτοαναλυόμενο και ασεβή Αμερικανό, έναν διανοούμενο κοσμήτορα χωρίς ιδεολογικές και φυλετικές προκαταλήψεις. Είναι δικαίωμα του ατόμου να διεκδικεί τις ελεύθερες προσωπικές επιλογές του και να αδιαφορεί για τις περιοριστικές οριοθετήσεις της ρυθμιστικής κοινωνίας.
Ο Κόλμαν Σιλκ, για να φτάσει ως την αυτονομία και αυτοδιάθεση, έκανε ορισμένες σκληρές, επιτακτικές επιλογές έναντι της οικογένειάς του και της φυλής του. Είπε στη μαύρη μητέρα του πως δεν θα βλέπει τα παιδιά του για να μη γίνει αντιληπτό πως είναι Αφροαμερικανός. Η ζωή του είναι πλέον βασισμένη σε ένα ψέμα, ζει μέσα στο (δικό του) ψέμα. Αφού χήρεψε, ερωτεύτηκε και έκανε ερωτική σχέση, βοηθούντος του βιάγκρα, με τη Φόνια. Μόνο στη Φόνια θα αποκαλύψει την αλήθεια του, τη μεταστροφή του.
_______________
1. Ο Ροθ έχει πιθανώς επηρεαστεί δημιουργικά από τους Σόλομον Μπέλοου, Τόμας Γουλφ, Κάφκα, Χεμινγουέι, Χένρι Τζέιμς, Γκόγκολ, Κόνραντ, Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν, Τζόις, Σελίν, Σέργουντ Άντερσον, Τσέχοφ, κ.α. Ο Ροθ είναι ένα ξεχωριστό, πολύ ιδιότυπο και δυναμικό μείγμα Αμερικανικού ρεαλισμού, βαθιάς διείσδυσης στην ψυχολογία των προσώπων, ενίοτε με μονολόγους, ευρωπαϊκής υπαρξιακής παράδοσης και (μετα)μοντερνιστικού πειραματισμού.
2. Το φιλμ «Αμερικάνικο ειδύλλιο» (2006), σε σκηνοθεσία του περίφημου Άγγλου ηθοποιού Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, είναι το καλύτερα σκηνοθετημένο στο σινεμά, πεζογράφημα του Φ. Ροθ. Υπάρχει, ακόμη, η καλή, έξυπνη γαλλική διασκευή «Απάτη» («Tromperie», 2021), του προικισμένου Γάλλου σκηνοθέτη Αρνό Ντεπλεσέν, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ροθ, Deception (εκδ. το 1990). Τα μυθιστορήματα του Ροθ, επειδή επεξεργάζονται, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα, τους εσωτερικούς μονολόγους και την (δι)εργασία της ατομικής συνείδησης, διασκευάζονται δύσκολα για τον κινηματογράφο και οι μεταφορές τους χαρακτηρίζονται δύσκολα πετυχημένες. Γυρίστηκε ακόμη το «Ελεγεία ενός Έρωτα» («Elegy», 2008), σε σκηνοθεσία της Ισπανίδας Isabel Coixet, βασισμένο στο βιβλίο Το πεθαμένο ζώο («The Dying Animal»). Γυρίστηκε, επίσης, η «Ταπείνωση» («The Humbling», 2014), σε σκηνοθεσία Μπάρι Λέβινσον, με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο. Μια άλλη μεταφορά έργου του Ροθ είναι το Ανθρώπινο στίγμα, που φτιάχτηκε με γραμμικό, παραδοσιακό τρόπο το 2003, από τον Ρόμπερτ Μπέντον και με λαθεμένο casting. O Αμερικανός σκηνοθέτης Λάρι Πιρς γύρισε το 1969 το «Αντίο Κολόμπους». Γυρίστηκε και την «Αγανάκτηση» («Indignation», 2016), σε σκηνοθεσία Τζέιμς Σέιμους. Πλήρης αποτυχία ήταν «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» («Portnoy's Complaint», 1972) του Έρνεστ Λέμαν, που δεν απέδωσε το τολμηρότατο, αισθησιακό και ρηξικέλευθο μυθιστόρημα…
3. Μια φοιτήτρια του Σιλκ διαμαρτύρεται, στα πλαίσια της πολιτικής ορθότητας, για τη διδασκαλία του τραγικού Ευριπίδη, που σύμφωνα με αυτή και μια καθηγήτρια της σχολής, υποτιμά τις γυναίκες στα έργα του Ιππόλυτος και Άλκηστη.