Επρόκειτο να δώσει πανελλήνιες. Μα σε αντίθεση με όλους τους συμμαθητές του δεν είχε άγχος. Πίστευε πως η επιτυχία ή η αποτυχία του στις πανελλήνιες δεν θα καθόριζαν το μέλλον του, το μέλλον του βρισκόταν μάλλον κάπου αλλού. Στη γενική μόρφωση, στην καλλιέργεια, σε πράγματα διαφορετικά από τα τυπικά, δεν ήξερε ακόμη. Δύσκολα θα κατάφερνε να γίνει ένας κανονικός επαγγελματίας, ένας τυπικός επιστήμονας. Δεν ήταν πως ο Αντώνης δεν διάβαζε για τις πανελλήνιες. Διάβαζε αρκετά, όχι πολύ. Του έμενε κατά συνέπεια αρκετός ελεύθερος χρόνος, όπως πάντα, ήδη από το δημοτικό. Διάβαζε τα μαθήματα, τα μάθαινε και μετά ασχολείτο με άλλα, πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Το καλοκαίρι που διάβαζε για να μπει στην ιατρική ήταν εξαντλητικά καυτό. Πολύ κουραστικό κι ανυπόφορο για τους ταλαίπωρους, έφηβους υποψήφιους. Η θερμοκρασία δεν έπεφτε καθόλου, ούτε έβρεχε ποτέ.
Τις νύχτες, που είχε πολλή ζέστη, ανέβαινε να κοιμηθεί στην ταράτσα του σπιτιού τους για να δροσίζεται, σε ένα στρώμα που είχαν εγκαταστήσει. Στο απέναντι ρετιρέ έμενε μια εύπορη οικογένεια. Είχαν μια νεαρή, ωραία κόρη, που είχε μαύρα, μακριά μαλλιά και πηγαινοερχόταν αδιάκοπα. Ο Αντώνης διάβαζε κάτω από το κίτρινο φως της ταράτσας. Όταν ένοιωθε κουρασμένος έκλεινε το φως και ξάπλωνε ανάσκελα στο στρώμα. Κοίταζε εντυπωσιασμένος τον έναστρο, απέραντο ουρανό, τα χιλιάδες μικρά, φωτεινά αστέρια από πάνω του, σκεφτόταν πως καθώς η γη γύριζε, κάτι σαν φυγόκεντρος δύναμη της περιστροφής της θα μπορούσε να τον εξακοντίσει έως τα άστρα. Χαμένος στις μακρινές εικόνες των πλανητών και του απείρου, νύσταζε και τον έπαιρνε ο ύπνος, μαγεμένο, χωρίς να το καταλάβει, σκεπτόμενος την ωραία γειτονοπούλα.
Από το απόγευμα και ύστερα, όταν δεν έβγαινε έξω με κάποιο φίλο, ανέβαινε στην ταράτσα του σπιτιού όπου φυσούσε δροσερό αεράκι, μαζί με τα φροντιστηριακά βιβλία του για την εξεταστέα ύλη. Παραδίπλα όμως κουβάλαγε και μερικά άλλα βιβλία, περί κλασικής φιλοσοφίας, που κανείς δεν ήξερε πώς είχαν βρεθεί στα χέρια του. Ήταν ένα χόμπι του, είχε περάσει σ' αυτά από την υπαρξιστική λογοτεχνία του Καμί και του Σαρτρ. Είχε από την περσινή χρονιά αρχίσει να διαβάζει όλους τους σημαντικούς Ευρωπαίους φιλόσοφους, σε αλφαβητική σειρά. Από το σπίτι της θείας του της καθηγήτριας, παραδίπλα στον ίδιο δρόμο, έπαιρνε κάθε τόσο κάτι πελώριους τόμους για τους φιλοσόφους που μελετούσε, και τους ανέβαζε μετά δυσκολίας στο δωμάτιό του στον πρώτο όροφο και το απόγευμα στην ταράτσα. Τους διάβαζε εκεί μαζί με τα δικά του εξωσχολικά βιβλία. Ο γερο-χημικός πατέρας του τον κοίταζε με δυσπιστία και κούναγε με αμφιβολία του κεφάλι του αργά, πάνω κάτω.
―Θα χαλάσεις τα μάτια σου με τόσο διάβασμα. Δεν φτάνει το διάβασμα για τις εισαγωγικές εξετάσεις, προσθέτεις και άλλα βιβλία; Τι είναι αυτοί οι ογκώδεις τόμοι που κουβαλάς από της αδελφής μου στην ταράτσα; Μη μου πεις πως δεν είναι εξωσχολικές αναγνώσεις; Νομίζεις πως μπήκα στη Φυσικομαθηματική Σχολή χάρη στα εξωσχολικά διαβάσματα; Δεν προσφέρουν ΤΙΠΟΤΑ! Στο λέω κατηγορηματικά!
Ο Αντώνης μουρμούριζε, μέσα απ' τα δόντια του, κάτι σαν εγώ θα κάνω ό,τι θέλω, θα κάνω πάντοτε ό,τι θέλω εγώ, δεν με έχετε ακόμη καταλάβει καλά. Προσέξτε λιμοκοντόροι χαρτογιακάδες γιατί εγώ έχω μεγάλα αρχίδια και θα αντεπιτεθώ κάποια στιγμή, τότε θα δείτε πώς γαμάνε μαζί η Φιλαδέλφεια, η Τρίπολη κι η ΑΕΚ! Ο Οδυσσέας κι ο Κολοκοτρώνης! (Ήταν τα ελληνικά πρότυπά του από το δημοτικό, για την πονηρά και το θάρρος τους). Μουρμούριζε και μούγκριζε λίγο. Κάθε σαράντα πενήντα λέξεις έλεγε ένα εγώ. Ο πατέρας του ήταν επίμονος, πιεστικός και ζόρικος, μα ζόρικος και πεισματάρης ήταν κι ο ίδιος, μάλλον περισσότερο. Στην εφηβεία, χάρη στα εξωσχολικά διαβάσματα, τις μουσικές ροκ και νέου κύματος, τις καλλιτεχνικές ταινίες που έβλεπε από τα δεκατέσσερα, έκανε την εφηβική επανάστασή του και μάλιστα επέβαλε τις κατακτήσεις της στον πατέρα του, που τον σεβόταν και τον φοβόταν όλη η συνοικία.
Στην ταράτσα όμως δεν διάβαζε απλά βιολογία, χημεία, φυσική και φιλοσοφία. Κάθε τόσο ανασήκωνε το βλέμμα του από τα απλωμένα στο τραπεζάκι βιβλία, προς το τεράστιο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρισκόταν λοξά, απέναντι στα δεξιά του. Εκεί πηγαινοερχόταν το λυγερό, δεκαπεντάχρονο, όμορφο κορίτσι. Η γειτονοπούλα Βάνια, έτσι την φώναζαν. Ήταν ψηλή και λεπτή και κινείτο με ευλυγισία, σαν οπτασία. Την έβλεπε από μακριά κάθε μέρα για δύο μήνες. Φυσικά τον είχε παρατηρήσει που την κοιτούσε και του έριχνε κι αυτή πολλές, κλεφτές ματιές.
Δεδομένου των συνθηκών επρόκειτο για ένα πολύ διακριτικό φλερτ μέσω βλεμμάτων. Το ότι αυτός ήταν μεγαλύτερός της και διάβαζε για τις πανελλήνιες ήταν γνωστό στη γειτονιά και θα έπαιζε το ρόλο του στο μυαλό της Βάνιας, σκεφτόταν ο Αντώνης. Μετακόμισε το τραπεζάκι του στη δεξιά μεριά της ταράτσας για να είναι πιο κοντά στο μπαλκόνι της, που πάλι όμως βρισκόταν σχετικά μακριά και πλάγια. Ενώ συνήθως, κανονικά, τις νύχτες γύρναγε έξω, στα ζαχαροπλαστεία, στους δρόμους της συνοικίας και στις καφετέριες με τους φίλους του, για να ξεκουραστούν από την ημερήσια μελέτη, το τελευταίο μήνα άλλαξε τις συνήθειές του. Περίμενε μέχρι τις 12 που η Βάνια έβγαινε για τελευταία φορά στο μπαλκόνι. Τότε ο Αντώνης άρχιζε τη γυμναστική του, φορώντας στο λεπτοκαμωμένο σώμα του μόνο το σορτσάκι και τα αθλητικά του, κορδωνόταν και έκανε δυνατές κι αποφασιστικές αθλητικές κινήσεις. Η Βάνια τον κοίταζε, ή σωστότερα αντάλλασσαν θερμές ματιές, και μετά έμπαινε από τη δική της μπαλκονόπορτα στο δωμάτιό της. Κατέβαζε τα ρολά και άναβε το φως του δωματίου της. Μετά από πέντε δέκα λεπτά τα έκλεινε και προφανώς έπεφτε για ύπνο. Τέλος της παράστασης.
Απέναντι στην πολυκατοικία της οικογένειας της Βάνιας –ο πατέρας της ήταν εργολάβος– βρισκόταν η οικοδομή μιας άλλης πολυκατοικίας, που ήταν ακόμη γιαπί, χωρίς τούβλα. Ανάμεσα στην οικοδομή και το διώροφο σπίτι του χημικού μεσολαβούσε μια μονοκατοικία, στην ίδια μεριά του πεζοδρομίου. Όλα τα σπίτια χωρίζονταν με ψηλές, χτιστές μάντρες.
Μερικές φορές, από το απόγευμα κι έπειτα, ο Αντώνης παρατηρούσε, σκύβοντας λίγο, την είσοδο της πολυκατοικίας της Βάνιας, μη τυχόν βγει για καμιά βόλτα. Έκανε τις εξόδους της με τον σχεδόν συνομήλικο αδελφό της. Ο Αντώνης φόραγε γρήγορα μια μπλούζα και κατέβαινε τρέχοντας τα σκαλοπάτια του σπιτιού τους. Ακολουθούσε από μακριά τα δύο αδέλφια, με την ελπίδα πως κάπου θα χώριζαν, για να πλευρίσει το κορίτσι και να της απευθύνει το λόγο. Μα αυτοί πήγαιναν παντού μαζί, στις μεγάλες πλατείες, στο άλσος του δήμου για βόλτα και στις καφετέριες. Δεν μπόρεσε να την ξεμοναχιάσει πουθενά και ποτέ, την θεωρούσαν μικρή και την πρόσεχαν.
Ένα βράδυ, κατά τις οκτώμισι, ο Αντώνης είδε τη Βάνια να βγαίνει από την είσοδο της πολυκατοικίας της μαζί με την παχουλή γιαγιά της. Φόρεσε γρήγορα μια μπλούζα, άρπαξε και το πορτοφόλι του και κατέβηκε σαν αστραπή την εσωτερική σκάλα τους προς το πεζοδρόμιο. Πρόλαβε να τις δει να τραβάνε ανηφορικά προς τα πάνω. Τις ακολούθησε από σαράντα μέτρα απόσταση. Συνέχισαν να ανηφορίζουν προς τη μεριά του δάσους. Πλησίασαν στο θερινό σινεμά «Νινάκι». Έβγαλαν εισιτήριο και μπήκαν μέσα. Ο Αντώνης έκανε το ίδιο χωρίς να δει καν τι έπαιζε.
Μόλις τα φώτα έκλεισαν μετακινήθηκε και κάθισε ακριβώς πίσω από τη Βάνια. Φορούσε ένα πολύχρωμο, λεπτό κι απαλό φορεματάκι και τα ωραία, μακριά, καστανά μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της. Για την ακρίβεια κρέμονταν πίσω από την πλαστική καρέκλα, σχεδόν δίπλα στα γόνατά του. Τόλμησε να τα αγγίξει. Τα ανασήκωσε μερικούς πόντους μέσα στην παλάμη του και τα χάιδευε με το δεξί χέρι. Το κορίτσι το αισθάνθηκε, γύρισε παραξενεμένο το κεφάλι προς τα πίσω και τον αντίκρισε κατάπληκτο. Η γιαγιά έβλεπε απορροφημένη την ταινία. Η Βάνια έμεινε ακίνητη ένα τρίλεπτο στη θέση της ενώ ο νεαρός χάιδευε την άκρη των μαλλιών της. Ύστερα το κορίτσι έσκυψε προς τα μπρος και τα όμορφα μαλλιά της διέφυγαν οριστικά, για πάντα, από τα χέρια του. Στο διάλειμμα του φάνηκε πως η γιαγιά της κοίταξε κάνα δυο φορές προς τα πίσω, προς το μέρος του. Τα φώτα έσβησαν και η ελληνική ταινία ξανάρχισε. Η Βάνια την παρακολουθούσε γερμένη μπροστά. Μετά από ένα τέταρτο, ο Αντώνης άφησε απογοητευμένος τη θέση του από πίσω της, δεν επρόκειτο να ξαναγείρει στην πλάτη του καθίσματός της. Δεν είχε νόημα απλά να την ενοχλεί. Κάθισε πιο πέρα και πρόσεξε την ταινία. Ήταν μια εύθυμη, ασπρόμαυρη ελληνική κωμωδία με τον Σταυρίδη, στον ρόλο ενός συνεχώς διαμαρτυρόμενου, πονηρού, στριμμένου, δηκτικού κι απαιτητικού άντρα με αστείους, απότομους τρόπους που προκαλούσαν άφθονο γέλιο.
Ήταν ένα γλυκό, ζεστό, καλοκαιρινό δειλινό με όμορφα μενεξεδιά χρώματα στη δύση και φυσούσε ένα δροσερό αεράκι που ερχόταν από την Πάρνηθα. Διάβαζε ένα κείμενο για τον Νίτσε, βλέποντας πότε-πότε τη Βάνια στο μεγάλο μπαλκόνι της, η οποία φορούσε ένα πολύ κοντό, διεγερτικό κι αέρινο φουστανάκι. Τότε, αιφνιδιαστικά, ο διάβολος, ο ερεθιστικός πειρασμός τρύπωσε στο μυαλό του ― αυτό θα γινόταν πολλές φορές όταν μεγάλωνε. Τι έκανε η δεκαπεντάχρονη τα πέντε δέκα λεπτά στο δωμάτιό της μέχρι να κλείσει τα φώτα και να πέσει για ύπνο; Προφανώς θα γδυνόταν. Ο Αντώνης είχε παρατηρήσει πως οι οριζόντιες λωρίδες των ρολών του παραθύρου της απείχαν αρκετά μεταξύ τους και άφηναν ευδιάκριτα κενά, δεν ήταν ενωμένες.
Του ήρθε λοιπόν η φαεινή ιδέα να ανέβει αθόρυβα και κρυφά τη νύχτα, στις δώδεκα παρά τέταρτο, στον όροφο του γιαπιού που βρισκόταν απέναντι από το δωμάτιο της Βάνιας. Αφού παραφύλαξε μερικά λεπτά στον δρόμο να βεβαιωθεί πως ήταν άδειος, με μια απότομη στροφή ενενήντα μοιρών μπήκε άξαφνα στην οικοδομή από την κλειστή με καδρόνια είσοδό της, πηδώντας από πάνω τους. Ανέβηκε αόρατος, σιωπηλά, τη τσιμεντένια, χωρίς κουπαστή σκάλα. Έφτασε αθόρυβα στον τρίτο όροφο. Μπήκε σε ένα δωμάτιο που βρισκόταν απέναντι στο δωμάτιό της, τους χώριζε μόνο ο στενός δρόμος. Κρύφτηκε πίσω από μια φαρδιά τσιμεντοκολόνα. Η Βάνια βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταζε έντονα προς τη φωτισμένη ταράτσα του μα δεν τον έβλεπε. Έκανε μερικές βόλτες στο μεγάλο μπαλκόνι και τα μεσάνυχτα μπήκε στο δωμάτιό της, κατέβασε τα ρολά και άνοιξε το φως. Διακρινόταν καθαρά πίσω από τα αραιά ρολά. Τα πλησίασε και κοίταξε έξω στραμμένη προς την ταράτσα του σπιτιού του Αντώνη. Το έκανε άλλη μια φορά. Ύστερα, κατεβάζοντας το φερμουάρ, έβγαλε το φουστανάκι της. Έπειτα έβγαλε το σουτιέν της. Είχε μείνει με το κιλοτάκι. Τα στηθάκια της ήταν σαν λεμονάκια! Τα μάτια του Αντώνη γούρλωσαν κατάπληκτα από το εξαίσιο θέμα. Η Βάνια έκλεισε το φως, το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα δυνατό γαλάζιο λαμπάκι νυκτός. Ξαναπλησίασε ημίγυμνη στα ρολά για να κοιτάξει προς τη μεριά της ταράτσας του. Έμεινε εκεί σχεδόν τρία τέσσερα λεπτά, ακίνητη και σιωπηλή. Έπειτα εξαφανίστηκε προφανώς κατευθυνόμενη προς το κρεβάτι της για να πέσει να κοιμηθεί. Ο Αντώνης είχε εκπλαγεί από το ότι τον παραμόνευε κρυφοκοιτώντας την ταράτσα του και εντυπωσιαστεί από το ηδυπαθές θέαμα του κοριτσιού, ερεθισμένος. Κατέβηκε από την οικοδομή προσεκτικά, αδιόρατος, στο γυμνάσιο τού είχαν δικαίως κολλήσει το παρατσούκλι «φάντασμα».
Το επόμενο βράδυ ο Αντώνης εκτέλεσε κανονικά τη ρουτίνα του από τις δώδεκα παρά, έκανε και τη γυμναστική του με μεγαλύτερη ένταση και τη συνέχισε δυναμικά αφού η Βάνια κατέβασε τα ρολά της, γιατί ήξερε πλέον πως τον παρατηρούσε κρυμμένη πίσω τους, ακόμη κι αφού έσβησε το μεγάλο, άσπρο φως του δωματίου της.
Μα την επόμενη νύχτα, στις 12 παρά 10', ανέβηκε ξανά σαν σκιά στο γιαπί, και κρύφτηκε στον όροφο απέναντι από την μπαλκονόπορτά της. Η Βάνια, αφού κατέβασε τα ρολά της κοίταζε κάνα πεντάλεπτο προς την ταράτσα του. Ύστερα γδύθηκε και έμεινε πάλι με ένα άσπρο κιλοτάκι. Σε λίγο έσβησε το μεγάλο φως και ξαναπήγε στα ρολά να κοιτάξει την ταράτσα του, χωρίς να ξέρει πως ο νεαρός υποψήφιος εραστής βρισκόταν αυτή τη φορά πολύ κοντά της και την κατασκόπευε διεγερμένος...
Η μελέτη των μαθημάτων του είχε πάει για... βρούβες τις τελευταίες μέρες. Μόνο τον Νίτσε διάβαζε, το Πέραν του καλού και του κακού. Την επόμενη νύχτα ο Αντώνης από τις 12 παρά 20' χοροπήδαγε εντατικά και έκανε κάμψεις στην ταράτσα, έχοντας βγάλει ακόμη και το σορτσάκι, εντελώς γυμνός. Υπέθετε πως η Βάνια θα τον παρατηρούσε, κατάπληκτη, πίσω από τα ρολά, εντελώς γυμνό αυτή τη φορά, να γυμνάζεται μεσ' την καλοκαιρινή, ζεστή νύχτα...
Το επόμενο βράδυ ξανανέβηκε σιγά-σιγά σαν φάντασμα στο γιαπί, μέχρι τον όροφό της, για να βεβαιωθεί αν η Βάνια ακολουθούσε πάντα πιστά τη ρουτίνα της. Περίμενε μέχρι που η κοπέλα μπήκε στο δωμάτιό της και κατέβασε τα ρολά. Έβγαλε την κοντή φούστα, την θαλασσιά μπλούζα της και το σουτιέν της. Τότε, απροσδόκητα, ακούστηκε μια αντρική αγριοφωνάρα από τη διπλανή απ' την οικοδομή, πολυκατοικία.
«Κάποιος είναι κρυμμένος στο γιαπί στον τρίτο όροφο, προσέξτε! Πιάστε τον αλήτη!»
Φώτα άνοιξαν στα γύρω μπαλκόνια και πρόβαλαν περίεργα και ανήσυχα κεφάλια που κοιτούσαν προς την οικοδομή.
Ο Αντώνης αιφνιδιασμένος τρόμαξε, κι αμέσως μετά έτρεξε σαν σίφουνας κατεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλιά. Με έντονο καρδιοχτύπι, αστραπιαία, με μεγάλη ταχύτητα, βρέθηκε στο ισόγειο, μα δεν τόλμησε να βγει από την μπροστινή είσοδο στο δρόμο, γιατί κάποιος ίσως είχε προλάβει με τις φωνές του γείτονα να την μπλοκάρει. Βγήκε ακαριαία στον ελεύθερο χώρο στην πίσω μεριά της οικοδομής. Έτρεξε στην ψηλή πέτρινη μάντρα που μεσολαβούσε προς τη μονοκατοικία. Σκαρφάλωσε ταχύτατα, την καβάλησε και πήδηξε σε χρόνο μηδέν. Διέσχισε τον κήπο και ανέβηκε αμέσως την επόμενη ψηλή μάντρα και την πήδηξε κι αυτή. Βρέθηκε στο πίσω μέρος του διώροφού τους, στον κατάφυτο κήπο. Έτρεξε γρήγορα μεσ' στο σκοτάδι προς την πόρτα του πίσω μέρους του ισογείου τους, ευτυχώς την βρήκε ξεκλείδωτη και τρύπωσε μέσα. Κράτησε την αναπνοή του για να ακούσει τι έκαναν και έλεγαν οι ξεσηκωμένοι γείτονες. Ακουγόταν μια νευρική βαβούρα απ' την οποία γινόταν αντιληπτό πως είχαν χάσει το φάντασμα. Τη γλύτωσε χάρη στα γρήγορα αντανακλαστικά, τις σωστές αποφάσεις και την ταχύτητά του. Ανέβηκε διακριτικά στο δωμάτιό του στον πρώτο όροφο. Φτηνά την είχε γλυτώσει.
Το επόμενο απόγευμα καθόταν κανονικά, ήρεμος, στο τραπεζάκι με τα βιβλία του, φροντιστηριακά και εξωσχολικά. Κρυφοκοίταζε τη Βάνια. Είχε εγκατασταθεί όρθια στο σημείο που βρισκόταν πλησιέστερα στη θέση του, στηριγμένη στο κάγκελο του μπαλκονιού της. Είχε εντελώς διαφορετικό ύφος από τις άλλες φορές, βλοσυρό κι αποφασιστικό, τον κοίταζε απροκάλυπτα, τρομερά επίμονα, σαν να είχε καταλάβει πως ο νυχτερινός, παρείσακτος θεατής στην οικοδομή ήταν αυτός, γιατί την ώρα του επεισοδίου έλειπε από την ταράτσα του. Κατά τις δώδεκα παρά, όταν δεν υπήρχε κανείς εκτός από αυτή στον ορίζοντα, ο Αντώνης ξανάρχισε ολόγυμνος τη γυμναστική του. Τον παρατηρούσε έντονα κάνα πεντάλεπτο και μετά μπήκε στο δωμάτιό της. Όταν έκλεισε τα ρολά και το φως της, ο Αντώνης ήταν σίγουρος και είχε τη βέβαιη αίσθηση πως τον κοίταζε πίσω από τις γρίλιες της.
Το τελετουργικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες νύχτες, με τη διαφορά πως ο νεαρός ξεγυμνωνόταν αφού η Βάνια έμπαινε στο δωμάτιό της και επικρατούσε παντού, όσο μακριά έβλεπε το μάτι του, ερημιά και ησυχία.
Τον επόμενο μήνα ο Αντώνης έδωσε πανελλήνιες. Απέτυχε να μπει στην ιατρική παρά κάποιες μονάδες. Η οικογένειά του κι ο ίδιος αποφάσισαν να πάει να σπουδάσει ιατρική στη γείτονα Ιταλία. Σε μερικές μέρες ολοκλήρωσε την εγγραφή και τις προετοιμασίες και έφυγε με το αεροπλάνο. Αποχαιρέτισε προηγουμένως τους φίλους του, καθώς και τη Βάνια, κοιτάζοντάς την από την ταράτσα του και χαϊδεύοντάς την με το βλέμμα, στο μπαλκόνι της, συγκινημένος και δακρυσμένος.
Τρεις μήνες στη Μπολόνια παρακολουθούσε ιατρική και είχε αρχίσει να βαριέται. Στο μυαλό του στριφογύριζε η ιδέα να τα παρατήσει και να γραφτεί στη Φιλοσοφία, να παρακολουθεί μαθήματα κλασικής ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και αρχαίας ελληνικής.
Έκανε καλό, όψιμο φθινοπωρινό καιρό, με έναν φρέσκο άνεμο να δροσίζει την πόλη, τις γραφικές πλατείες, τους δρόμους με τις καμάρες και τους νέους, κυρίως φοιτητές, που πηγαινοέρχονταν πολύχρωμοι κι ανέμελοι. Το απόγευμα ο ήλιος είχε κατέβει και έλουζε απαλότερα τα παλιά, όλο θερμά χρώματα, κτίρια, τα υπαίθρια καφέ με τις όμορφες γυναίκες και τους νεαρούς, και τις υποβλητικές, ρομανικές εκκλησίες. Το δειλινό, ο Αντώνης μπήκε σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο για διεθνή τηλεφωνήματα και σχημάτισε τον αριθμό του σπιτιού της Βάνιας, προσθέτοντας τον κωδικό της Αθήνας. Για καλή του τύχη άκουσε στο ακουστικό την πολύ νεανική, κοριτσίστικη φωνή της.
«Βάνια εσύ; Εδώ Αντώνης Ιντζόγλου. Τι κάνεις; Όλα καλά;»
«Πού είσαι; Από πού παίρνεις;»
«Από την Ιταλία! Την Μπολόνια. Μου έλειψες...»
«Τρελάθηκες εντελώς; Μήπως είσαι τρελός;»
Θα ξανάκουγε πολλές φορές αυτή την επιτιμητική ερώτηση, αυτή τη μομφή από το στόμα γυναικών, στο υπόλοιπο του ταραχώδους βίου του.
Το τηλεφώνημά του δυστυχώς δεν τη συγκίνησε, δεν έφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Είχε προαποφασίσει να της προτείνει να βρουν ένα τρόπο να αλληλογραφούν, μα έτσι όπως του μίλησε, το κατάπιε, μαζί με άλλα πικρά, γυναικεία λόγια που θα κατάπινε πολλές φορές στο μέλλον.
Ο Αντώνης άλλαξε τομέα σπουδών. Μετά από μερικά χρόνια τελείωσε δυστυχώς με την Ιταλία και ξαναγύρισε στην Αθήνα. Τη δεύτερη μέρα, είδε τη Βάνια, μεγαλωμένη και πολύ ψηλή, να βγαίνει από την πολυκατοικία της συνοδευόμενη από έναν μεγαλόσωμο, καστανό νέο, τον άντρα της. Το ζευγάρι του φάνηκε πολύ συνηθισμένο και συμβατικό. Ρώτησε και έμαθε πως μόλις είχε παντρευτεί τον γιο ενός συνεργάτη του πατέρα της. Ο γαμπρός είχε κοινότοπο κι απλοϊκό ύφος. Κατοικούσαν στην ίδια πολυκατοικία με τους γονείς της και έδειχναν να ζουν υπό τη σκέπη και καθοδήγηση του πατέρα της, του πλούσιου πάτερ φαμίλια της οικογένειας.
Και τι τέλος πάντων θα γινόταν αυτό το λεπτό αγόρι όταν ωρίμαζε; Τι ιατρική και χημεία και πράσινα άλογα... Θα τσαλαβουτούσε με πάθος και ρίσκο στη ζωή, στις κακοτοπιές, στις γνώσεις, στις απολαύσεις και στους μεγάλους πόνους της, στις χαρές και στους κινδύνους της, αγάπησε, έκανε παιδί και εργάστηκε, μέχρι να μάθει πολλά και οδυνηρά πράγματα, και να σπάσει τα μούτρα του. Και τι τον περίμενε στο τέλος; Μια τρύπα στο χώμα δυόμισι επί ενάμισι, όπως όλους.