Polaroid Selfie

Polaroid Selfie

Το κλειδί γύρισε εύκολα στην κλειδαριά, αλλά η εξώπορτα είχε φρακάρει στο ξύλινο κάσωμά της. Ο Στέλιος χρειάστηκε να σπρώξει δυνατά για να την ανοίξει και να μπει στο σπίτι με κρότο. Είχε χρόνια κλειστό, από τότε που πήγαν την ιδιόρρυθμη γιαγιά του στο νοσοκομείο για να πεθάνει. Με εξαίρεση την πανταχού παρούσα σκόνη και τα σμήνη από έντομα που είχαν τρυπώσει από την καμινάδα, ταίριαζε με τις αναμνήσεις του.
Το δωμάτιο στην είσοδο ήταν τραπεζαρία και σαλονάκι ταυτόχρονα. Ήταν επιπλωμένο ακανόνιστα, διακοσμημένο με δωρισμένα μπιμπελό, επιλεγμένα χωρίς όραμα. Απέναντι υπήρχε η πόρτα της αυλής, όπου έπρεπε να βγεις για να πας τουαλέτα. Στον τοίχο αριστερά άνοιγαν άγαρμπα, χωρίς διάδρομο, δυο πόρτες, μία του υπνοδωματίου και μία της κουζίνας. Η γιαγιά περνούσε τις μέρες της στην κουζίνα, το δωμάτιο που είχε τζάκι αλλά και τηλεόραση. Όλο το σπίτι ήταν χωρίς γούστο, αλλά ξεκάθαρα νοικοκυρεμένο, παρά τις δυσκολίες της μακαρίτισσας. Και οι δυσκολίες ήταν πολλές, ειδικά μετά την εξαφάνιση του παππού και τα χρόνια που πέρασαν μέχρι να κηρυχτεί αυτός σε αφάνεια.
Το κινητό του χτύπησε και πάλι. Πέρα από τα τηλέφωνα από το στούντιο, αυτή ήταν η έβδομη ή όγδοη κλήση από την γυναίκα του που αγνοούσε από το πρωί. Αυτή την φορά ακολούθησαν απανωτά μηνύματα. ΤΙ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΕΚΑΝΕΣ, ΕΠΑΙΞΕΣ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ και ΑΝΟΗΤΕ ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΗΚΕΣ ΟΥΤΕ ΠΩΣ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙ ΠΙΑ. Ο Στέλιος στέναξε. Νέο τηλεφώνημα, τώρα από τον δικηγόρο τους. Ο Στέλιος πάτησε παρατεταμένα το κουμπί και έσβησε το κινητό.

Έκατσε σε μια πολυθρόνα, στερέωσε τους αγκώνες στα γόνατά του και έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του. Έμεινε έτσι για ώρα. Μετά, έψαξε στα ντουλάπια της κουζίνας για αλκοόλ, αλλά δεν βρήκε, όπως ήταν αναμενόμενο. Χάζεψε για λίγο έξω από το παράθυρο τον έρημο δρόμο. Το χωριό, που γέμιζε τουρίστες το καλοκαίρι, ήταν σχεδόν άδειο τους τελευταίους μήνες του φθινοπώρου. Κοίταξε για φωτογραφίες στο σπίτι, μονολογώντας «Επαγγελματική διαστροφή». Βρήκε λίγες, κυρίως με πρόσωπα που δεν αναγνώριζε. Ο παππούς δεν υπήρχε πουθενά. Ούτε φυσικά η όμορφη κουμπάρα, μαζί με την οποία όλοι έλεγαν ότι έφυγε. Θυμήθηκε ότι η γιαγιά επέμενε πικραμένη, και για τους δυο τους, ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν.
Βγήκε στο πλατύσκαλο και κοίταξε τον χειμωνιάτικο καιρό να βαραίνει στα δυτικά. Κάπου ψηλά, στον ουρανό, φάνηκαν οι γραμμές που χάραζε ένα αεροπλάνο. Άνοιξε πλατιά τα χέρια του και είπε «Πάρτε με μακριά!». Μπήκε ξανά στο σπίτι σέρνοντας τα πόδια του.
Έπρεπε να καθαρίσει, αλλά δεν είχε κουράγιο. Έπρεπε να σκεφτεί την επόμενη κίνησή του, εδώ θα τον βρούνε σίγουρα. Ξεκίνησε να αλλάξει σεντόνια στο κρεβάτι, αλλά δεν ήξερε πού τα φυλούσε η γιαγιά. Άνοιξε τη ντουλάπα με το μεγάλο οβάλ καθρέφτη και, καθώς έψαχνε, ένιωσε ένα σκληρό αντικείμενο κρυμμένο στο βάθος, κυκλωμένο από κουβέρτες. Ήταν ένα κουτί, βαρύ, κλειδωμένο και με την λέξη ΟΧΙ πάνω του, να μοιάζει χαραγμένη με μαχαίρι.
Αυτό του τράβηξε την προσοχή. Το περιεργάστηκε. Ήταν από ξύλο και μέταλλο και θύμιζε μικρό σεντούκι που κλάπηκε από μεσαιωνικό πύργο. Δεν έβρισκε τρόπο να το ανοίξει και η περιέργειά του φούντωνε από την προειδοποίηση που το συνόδευε – αν ήταν προειδοποίηση. Βγήκε στην αποθήκη της αυλής, βρήκε λίγα εργαλεία και ξεκίνησε μια προσπάθεια που έφερε αποτελέσματα: το κουτί έσπασε και αποκαλύφθηκε το περιεχόμενό του. Ήταν μια παμπάλαια Polaroid OneStep, μερικά αχρησιμοποίητα φιλμ και λίγες φωτογραφίες.

Ο Στέλιος κοίταξε τις φωτογραφίες. Σε μία ήταν ο παππούς του, περίπου την εποχή που είχε φύγει. Έμοιαζε τραβηγμένη στο σαλόνι του σπιτιού. Σε μια άλλη είδε μια θελκτική ξανθιά, χυμώδη, ξεδιάντροπα όμορφη, το είδος της γυναίκας που την συζητούσαν στα καφενεία ολόκληρου Νομού. Η διαβόητη κουμπάρα ίσως; Αυτή κοίταζε έντρομη προς την κάμερα και είχε σηκωμένο το χέρι της σε μια στάση άμυνας.
Αναρωτήθηκε αν η μηχανή δούλευε ακόμη. Του ήταν εύκολο να την χειριστεί. Φόρτωσε μια καινούργια κασέτα φιλμ και έστρεψε την Polaroid προς τον δεξί τοίχο του σαλονιού, εκεί που πολλές αράχνες είχαν στήσει τους ιστούς τους. Πάτησε το κουμπί του κλείστρου και η μηχανή ξέβρασε ένα χαρτί όπου σιγά σιγά μια εικόνα σταθεροποιήθηκε. Ο Στέλιος πρόσεξε ότι στη φωτογραφία έμοιαζε να φαίνονται περισσότεροι ιστοί από αυτούς που έβλεπε στον χώρο, αλλά ίσως ήταν θέμα φωτισμού ή παλαιότητας φιλμ.
Βγήκε στον δρόμο του χωριού και συνέχισε να φωτογραφίζει σποραδικά. Μια γκρεμισμένη μάντρα τράβηξε την προσοχή του. Τα σωριασμένα λιθάρια θύμιζαν σχήμα κουκουβάγιας που εφορμά στο θήραμά της. Έστρεψε την κάμερα προς τα εκεί και η εικόνα βγήκε πολύ ατμοσφαιρική, ειδικά με τον ζοφερό καιρό. Όμως, ενώ οι πέτρες στην φωτογραφία κράτησαν το σχήμα του πουλιού, μπροστά του δεν το διέκρινε πια. Λες και αυτές λιγόστεψαν, αν ήταν αυτό δυνατόν. Σε ένα πηγάδι φωτογράφισε έναν κόκκινο κουβά. Παρατήρησε σαστισμένος ότι η Polaroid έδειχνε κανονικά τον κουβά, όμως, μπροστά του, δεν υπήρχε πια.
Στην κοντινή ταβέρνα εντόπισε απροσδόκητα μια παρέα νεαρές τουρίστριες. Εκμεταλλεύονταν τον καιρό, όσο κρατούσε, και κάθονταν έξω, λαμπερές, αισιόδοξες και αγέρωχες. Μία πρόσχαρη κοκκινομάλλα φορούσε ένα αποκαλυπτικό μπλουζάκι στο πράσινο της μέντας. Στάθηκε πίσω από έναν θάμνο και, κρατώντας την ανάσα του, έκανε άλλη μια δοκιμή. Στην φωτογραφία τα νιάτα αστραποβολούσαν. Στην παρέα της ταβέρνας όμως το μπλουζάκι είχε εξαφανιστεί. Η κοπέλα, αποσβολωμένη, κάλυπτε με νευρικές κινήσεις την αναπάντεχη γύμνια της, ενώ οι φίλες της έψαχναν τρόπο να την προστατέψουν.
Κοίταξε δύσπιστα την Polaroid. Το πρόσωπο της έντρομης ξανθιάς ήρθε στο μυαλό του και αναρωτήθηκε αν αυτό είχε συμβεί και στον παππού. Έπρεπε να βεβαιωθεί.
Μια μαύρη γάτα κοιμόταν αμέριμνα σε μια ψάθινη καρέκλα. Ο Στέλιος την φωτογράφισε, έπιασε αμέσως το χαρτί και το κράτησε προς την γάτα, με το χέρι τεντωμένο σαν σκηνοθέτης που συγκρίνει πλάνα. Όσο η εκτύπωση της Polaroid καθάριζε, η γάτα στην καρέκλα αχνοέσβηνε. Ένα απορημένο νιαούρισμα ήταν ό,τι απέμεινε από εκείνην.
Έβγαλε από την τσέπη του κάποια δελτία συμμετοχής από τον ιππόδρομο. Δεν είχε νόημα που τα κρατούσε, όλα είχαν χαθεί έτσι κι αλλιώς. Τέντωσε το κάτω χείλος του σε μια έκφραση πικρής βεβαιότητας και γύρισε με αποφασιστικό βήμα στο σπίτι.
Στάθηκε μπροστά στον οβάλ καθρέφτη, στρέφοντας τη μηχανή προς αυτόν. Πήρε μια ανάσα και είπε «Έτοιμος». Κοίταξε για τελευταία φορά το είδωλό του.
Και πάτησε, οριστικά, το κουμπί της Polaroid.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: