Τα φώτα κάτω μακριά στους δρόμους δεν είχαν ανάψει ακόμα αν και πίσω μας ο ήλιος μόλις είχε σβήσει στ’ ανοιχτά. Στη λεπτή θάλασσα που βρέχει τη Λέσβο και το Αϊβαλί, πάνω στα απαλά χρώματα που βάφουν το δειλινό του βορρά, φύσηξε ζεστό και φαρδύ αεράκι. Το γαλάζιο του ουρανού έλιωνε σε ένα ανοιχτό κίτρινο, σχεδόν λευκό, που πέφτοντας γινόταν πορτοκαλί απαλό σαν μούσμουλο και κάτω κάτω ροζουλί. Χρώματα φωτεινά και ήρεμα, δικά μας χρώματα, απλωμένα ως τα μικρασιάτικα βουνά, που η θάλασσα καθρέφτιζε σαν ηχώ. Ένα ακίνητο πανδαιμόνιο τα ήπια χρώματα της δύσης. Ανάμεσα σε στρώματα φωτός και στο ερχόμενο βράδυ, φύσαγε αράδες ο ανοιξιάτικος αέρας και σήκωνε τα λεπτά ολόισια μαλλιά της Ανθής σ’ έναν αφηρημένο χορό. Καθισμένη δίπλα μου, σε απόσταση αναπνοής, κοιτούσε το τοπίο. Ύστερα ακολούθησε με το βλέμμα της την κίνηση του αέρα, που έπαιρνε τα μακριά μαλλιά της, χωρίς να τα μαζέψει. Μαύρες γραμμές πάνω στα μαλακά χρώματα, λεπτές και αιχμηρές. Στο πέρασμά του ο άνεμος τις έπαιρνε πάνω από τον ώμο της Ανθής και τις έφερνε μέχρι το πρόσωπό μου, απλώνοντάς τις μύτες τους σαν ακροδάχτυλα πάνω στο ερωτευμένο πρόσωπό μου. Στο μάγουλο, στον λαιμό, στη μύτη, στο στόμα, πιάνονταν στα βλέφαρά μου και μπλέκονταν στα δικά μου μαλλιά. Εκείνη γυρισμένη προς εμένα με κοιτούσε διαγώνια και σοβαρά. Εγώ ακίνητη, ιδρωμένη και τρομαγμένη, είχα παγώσει από τον φόβο μήπως μαζέψει τα μαλλιά αυτά που τόλμησαν να μου χαρίσουν το πρώτο μου ερωτικό άγγιγμα. Ο πυρετός ξεκίνησε έτσι λοιπόν, πάνω σ’ έναν παλιό τοίχο του βυζαντινού κάστρου κοιτώντας ανατολικά το φως να αλλάζει. Χιλιάδες δάχτυλα χάιδεψαν και τσίμπησαν το δέρμα μου, πριν με ξαπλώσουν μπρούμυτα πάνω στις άγριες και βαριές πέτρες του ρημαγμένου ακρόπυργου.
Αργότερα θα λέγαμε για το πόσο ριψοκίνδυνα και ευχάριστα είχαμε φτάσει ως εκεί, τη μυρωδιά της σκόνης και του ιωδίου, τον ίλιγγο και την ανακούφιση να βρίσκεις ένα μέρος στον κόσμο όπου για λίγο είσαι σίγουρη πως είναι εκεί η θέση σου, κι ας μην διευκρινίστηκε ποτέ πως δεν εννοούσαμε το κάστρο. Η Ανθή κι εγώ μείναμε πιστές η μία στην άλλη και η φιλία μας δυνάμωσε μετά από εκείνη τη δύση, κι όμως από το άνοιγμα που είχαμε βρει για να μπαίνουμε κρυφά στο κάστρο δεν ξαναπεράσαμε ποτέ. Το κάστρο που ήταν το μυστικό μας στέκι ερημώθηκε από εκείνο το βράδυ κι ακόμα και σήμερα αρνούμαι να ξαναπεράσω από εκείνο το μέρος. Χρόνια αργότερα το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε μια σειρά έργων για την προστασία και την ανάδειξη του κάστρου, που το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδότησε μέσω της ΕΕ. Ένα συστηματικό πρόγραμμα αποκατάστασης των τειχών, του οχυρωματικού περιβόλου και των επιμέρους μνημείων του, μεταξύ τους και ο πύργος μας, απέβλεπε να κάνει ασφαλή την επίσκεψή τους. Κι όμως εγώ, υπεύθυνα, επιμένω να αποφεύγω τον ακρόπυργο γνωρίζοντας πως αν περάσω εκεί κοντά, ο μεταξύ μας παλμός θα απειλούσε τη δομική ασφάλεια σε όλο το Άνω Κάστρο.
Το κάστρο