Ι
Aπείκασμα
Ώρες ξεχνιόταν μπροστά στο χάλκινο κάτοπτρο
προσπαθώντας να ξαναδεί
την ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια
την σπίθα της γατίσιας ματιάς της
και κείνο το χαμόγελο που λίγωνε τους άντρες.
Όλα καπνός.
Μια στιλπνή επιφάνεια.
Μόνο η αύρα
της πιο λαμπρής μοιραίας προσωπίδας.
Ο καθρέπτης και το βλέμμα ήταν εκείνη:
απείκασμα κενό.
Αγέρωχη, χάρμα ιδέσθαι,
στεκόταν στα ψηλά τείχη
αερικό τοτέμ.
Όλοι την λάτρευαν και όλοι την φοβούνταν.
Στα μάτια τους
το είδωλό της
είδωλο
των πιο κρυφών τους πόθων
με σάρκα, οστά και μέλη ηδονικά.
Κι όμως δεν ήταν
παρά ένα κίβδηλο όνομα
με κούφο κορμί ντυμένο.
Τις νύχτες παράστεκε στα προσκεφάλια
των πληγωμένων πολεμιστών.
Μοιρολογούσε βουβά
γι’ αυτούς, την ίδια,
τους Αχαιούς που ήρθαν να την πάρουν
με τα μελανόχρωμα άφρακτα πλοία,
για όσους αυτή είχε πάρει και θα ᾽παιρνε
στον μακρύ αλαβάστρινο λαιμό της
—σειρές γιορντάνια από κεφάλια—
η κόρη του κύκνου.
Από γεννησιμιού της
το πιο έκπαγλο τέρας, λέγαν.
Είδωλο φρικτό.
Την ημέρα στον αργαλειό ύφαινε και ξήλωνε
σκηνές της πανάρχαιας πλεκτάνης,
σοφιστίες και πάθη ανθρώπων και θεών,
τα ίδια πάντα λόγια τραγουδώντας.
«Τέρας είναι όποιος δεν μπορεί
κατάματα το βλέμμα του να δει».
Tον Αχιλλέα παιδίσκη να κλαίγεται στην αγκαλιά της Θέτιδας,
τον Αίαντα να σφάζει τα κριάρια,
τον Αγαμέμνονα να οδηγεί την Ιφιγένεια στον βωμό.
«Τέρας είναι όποιος αμαυρώνει
την ομορφιά που τον θαμπώνει».
Την Ήρα ξέστηθη να κυνηγάει την Λητώ,
την Αθηνά τα υφαντά να σχίζει της Αράχνης,
την Αφροδίτη να καταριέται την Ψυχή.
Σκανδάλιζε τους πάντες.
Υφάντρα της πιο κωμικής παγίδας.
Θήραμα στο δίκτυ
δίκλωνης θεόπλεκτης υφής.
Η Ελένη.
ΙΙ
Ιερογλυφικά
Ποιοι αλλόθροοι ήχοι κυματίζουν χωρίς να σημαίνουν
και της ξυπνούν ξεχασμένους παλμούς
παφλασμούς
στο ασπράδι γόνιμου αυγού;
Στα ρυάκια του νου της φθόγγοι κυλούν ακατάληπτοι
—χέλια
που γλιστρούν άφωνα μέσα από την απόχη του χρόνου.
Τκ ρα σεσεπ Χεκα ιι ν ανχ.
Ποιος την έφερε σ’ αυτή την εξορία,
βουβή ανάμεσα σε αλλόφωνους;
Λώροι φωτός την δένουν μονάχα
με την συννεφένια μήτρα της δεύτερής της γέννησης
τότε που ένα μεσημέρι αναλήφθηκε
για να την φυγαδεύσουν στις όχθες του Νείλου.
Πώς ν’ αναπνεύσει σ’ αυτά τα παλάτια
όπου τ’ αγάλματα υψώνονται ως την στέγη
παραστάτες μιας μοίρας ταριχευμένης
που η σκιά της την πνίγει;
Κλήρος δικός της το πέταγμα του κύκνου
και τα κρασένια πελάγη.
Λυγαριά ξεριζωμένη από τις κοίτες του Ευρώτα,
τώρα εδώ
στoν καλαμιώνα μιας υδράργυρης γης
που δεν την στεριώνει
και ρέει στην αργόσυρτη άμμο
ενός θεού ποταμού.
Κάθε πανσέληνο στα νερά
το πρόσωπό της αναλύεται
σε πρωτεϊκά σημεία και εικόνες.
Καλαμιές αετοί
λέαινες ωλένες
κυματισμοί με το θρόισμα των φύλλων του παπύρου.
Ιερογλυφικά
θρυμματισμένου
αξεχώριστου
καιρού
που περνά μπροστά απ’ τα μάτια της
σαν ένα ποτάμι που κυλά χωρίς επιστροφή
από μία πάντα πηγή
και στην ίδια πάντοτε κοίτη.
Εκεί όπου η άρση κάθε στιγμής
ακυρώνεται από την εφήμερη θέση μιας άλλης.
Πώς να καθηλωθεί το τώρα το είναι το τι
σε μια ροή τεθλασμένων κατόπτρων;
Ο εαυτός της;
Μονάχα ένα όνομα.
Αφρός.
Τεμαχισμένα είδωλα που ξανοίγονται
από τις ροές του Νείλου στον πελαγόστροφο καιρό.
ΙΙΙ
...ἐμὸν δὲ παίγνιον
Ελένη Ελένη
σέλας άνθος φωτεινό και δάδα της σελήνης
εσύ που διάβαινες τους καιρούς
πάνω από ροδώνες πέλαγα κι αμμουδερά ποτάμια
με του φεγγαριού τ’ αδράχτια
του αέρα τις ριπές
και τις ξουθές στροφές του αηδονιού
από την Σπάρτη στην Τροία ή την Αίγυπτο
Ελένη Ελένη
στων αργυρώνητων μύθων τώρα την κοιλάδα
σε είδαν ολόγραμμη και διάφανη
στα γόνατα να λικνίζεσαι καλιφορνέζου μεγιστάνα
τα θέλγητρά σου σμιλεμένο φως
πιο ζωντανά από μέλη σιλικόνης
κυρά της φωτονικής
εταίρα αργυραμοιβών θαυμάτων.