Το μαύρο αρνί

«Το βιβλίο του κυνηγού» (1407)
«Το βιβλίο του κυνηγού» (1407)




Ήταν Μεγάλο Σάββατο, και ο ήλιος μόλις ξεμύτιζε πίσω από τους πανύψηλους ευκαλύπτους, απλώνοντας χρυσοκίτρινο φως στα δροσερά πλακόστρωτα του οικισμού. Το σπίτι μας, μια μονοκατοικία με κόκκινα κεραμίδια και θέα στην καταπράσινη πλατεία, ήταν βυθισμένο σ’ εκείνη τη σπάνια πρωινή σιγή που συνοδεύει τις μεγάλες μέρες, λίγο πριν αρχίσουν όλα.
Η μάνα, ήδη στην κουζίνα, έπλαθε κουλουράκια με τα δυνατά της χέρια και τα μισόκλειστα μάτια της να προδίδουν την αϋπνία της. Η μυρωδιά από τη μαγιά και το ξύσμα πορτοκαλιού απλωνόταν σιγά-σιγά στο σπίτι.
Ο πατέρας μπήκε αθόρυβα στο παιδικό δωμάτιο και φίλησε στο μέτωπο την αδελφή μου, όταν κατάλαβε πως δεν κοιμόταν. Εγώ ήμουν ήδη ξύπνιος, τον περίμενα.

«Έλα, θα έρθεις μαζί μου για το αρνί; Αργήσαμε φέτος», είπε.

Τράβηξα τις κάλτσες πάνω από τα λεπτά μου πόδια και φόρεσα την καινούργια ζακέτα που μου είχαν δώσει για το Πάσχα. Ήμουν, δεν ήμουν, έντεκα, μα στα μάτια των άλλων ήμουν “ο μεγάλος”.
Ανεβήκαμε στη μηχανή, μια Suzuki πενηντάρα, που λίγα χρόνια μετά, μια κακή τύχη το έφερε ν’ ανταλλαγεί μ’ ένα ποδήλατο. Ήταν άνοιξη, αλλά ο αέρας κουβαλούσε ακόμη κάτι ψυχρό, επίμονο, σαν υπενθύμιση.
Φτάσαμε στο κέντρο της πόλης και αρχίσαμε να περπατάμε. Τα στενά σοκάκια μάς τύλιξαν με τις μυρωδιές από σαπούνι κι ασβέστη, και τις γριές στα παράθυρα να μας καρφώνουν με βλέμμα που ήξερε, πριν από εμάς, πού πηγαίναμε. Οι σκιές μας απλώνονταν μακριές, παράλογα μακριές, σαν να μας προπορεύονταν μέσα στον χρόνο, όχι προς το μέλλον, αλλά πίσω, σε κάτι πιο παλιό, πιο σιωπηλό.
Ο πατέρας δε μιλούσε. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που έλεγαν πολλά. Μα εγώ τον παρατηρούσα με την προσήλωση που έχουν τα παιδιά όταν ξέρουν πως κάτι σημαντικό συμβαίνει. Πώς περπατούσε σταθερά, πώς άγγιζε τον ώμο μου με κείνο το χέρι, ήσυχο αλλά και κάπως βαρύ, σαν να κουβαλούσε το χρέος του και να μου το μετέδιδε.
Όταν φτάσαμε στη θέση του εμπόρου, εκείνου με τα σφαχτά, δεκάδες αρνιά στέκονταν δεμένα σε μια σειρά. Όλα κατάμαυρα. Ο πατέρας κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Δεν τον είχα ξαναδεί να διστάζει. Ύστερα προχώρησε προς το πίσω μέρος της αυλής. Εκεί, μόνο του, ήταν ένα αρνί. Μαύρο κι αυτό, μα όχι σαν τ’ άλλα.
Τα μάτια του δεν σε κοιτούσαν, σε ζύγιζαν.
Είχα μια ανατριχίλα. Δεν ήθελα να το πλησιάσω. Ήταν όμορφο, ναι, παράξενα όμορφο. Μα είχε κάτι αλλιώτικο. Κάτι που δεν έπρεπε να έχει ένα αρνί. Σαν να ήξερε.
Ο πατέρας ρώτησε.

«Πού είναι τα άσπρα;»

Ο έμπορος χαμογέλασε, σηκώνοντας το φρύδι με μια ελαφριά έκπληξη.

«Ξέρεις τι ώρα ήρθες; Ποτέ τέτοια ώρα δεν έχει άσπρα αρνιά».

«Μα σου είπα να μου κρατήσεις ένα».
«Σου κράτησα εκείνο που είδες πίσω. Δεν μου είπες για το χρώμα», απάντησε ο έμπορος, σκουπίζοντας τα χείλη του με την ανάστροφη του χεριού του. «Άλλωστε, τι σημασία έχει το χρώμα; Όλα την ίδια γεύση έχουν».
Έπειτα γέλασε, ένα γέλιο σιγανό και κάπως ξερό, και ήπιε μια γουλιά από το κάτασπρο, νερωμένο ούζο που είχε μπροστά του, στο παλιό μεταλλικό τραπεζάκι. Πολλοί που δεν ήξεραν την πατούσαν, νόμιζαν ότι στην Πρέβεζα οι ηλικιωμένοι πίνουν γάλα πρωί πρωί.
«Άσε που θα σου κάνω κι έκπτωση», πρόσθεσε, δείχνοντας τα δόντια του σ’ ένα χαμόγελο μισό, που έμενε μετέωρο ανάμεσα στο αστείο και στη συμφωνία.

Ο πατέρας δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το αρνί που στεκόταν ακόμα εκεί, μόνο του, ακίνητο. Τα μάτια του δεν έφευγαν από πάνω του. Ύστερα κοίταξε εμένα. Δεν χρειάστηκε να πει λέξη. Κατάλαβα. Ήταν αυτό. Αυτό θα παίρναμε.
Αλλά ένιωθα παράξενα. Δεν μπορούσα να το κοιτάξω πολλή ώρα. Το βλέμμα του ήταν σχεδόν ανθρώπινο, βυθισμένο, μελαγχολικό. Σαν να γνώριζε ήδη τη μοίρα του και κάτι περισσότερο. Σαν να γνώριζε κι εμάς.
Ο πατέρας πλήρωσε, και ο έμπορος τού έδωσε ένα σκοινί. Το αρνί δεν αντιστάθηκε. Μονάχα ακολούθησε, ήσυχα, σχεδόν πειθήνια.
Καθώς περπατούσαμε πίσω από τα σοκάκια προς τη μηχανή, κάτι μέσα μου σφιγγόταν. Ο ήλιος είχε ανέβει πια, και όλα έμοιαζαν πιο κανονικά, πιο ζωντανά. Μα εκείνο το ζώο, ήσυχο, αθώο, έριχνε μια σκιά που δεν γεννιόταν από το φως, αλλά από κάτι βαθύτερο. Κάτι που δεν φαινόταν, αλλά το ένιωθες.
Τον δρόμο της επιστροφής τον θυμάμαι θολά. Το αρνί δεμένο με σκοινί στην καρότσα, ο πατέρας να οδηγάει, κι εγώ πίσω του να κοιτάζω το αρνί σιωπηλός, με μια αίσθηση ότι κουβαλούσαμε κάτι πιο βαρύ απ’ το ίδιο του το βάρος.
Σε λίγο όλοι θα ήξεραν πως εμείς πήραμε μαύρο αρνί. Και το έθιμο έλεγε πως αυτό θα έμενε με την οικογένεια λίγες ώρες, σχεδόν σαν φιλοξενούμενος, μέχρι το μεσημέρι. Τότε θα έφτανε ο σφαγέας, συνήθως ο θείος μου, και θα το έσφαζε μπροστά σε όλους. Ένα μικρό θέατρο θανάτου πριν τη μέρα της Ανάστασης.
Το δέσαμε στον νεραντζιά στον κήπο, στη σκιά. Του βάλαμε νερό, του ρίξαμε λίγο χόρτο. Ο μικρός μου αδελφός, σχεδόν μες στον ενθουσιασμό, του μιλούσε, του έλεγε «καλό αρνάκι» και γελούσε, χωρίς να καταλαβαίνει τι επρόκειτο να συμβεί. Εγώ όμως ήξερα. Και η αδελφούλα μου ήξερε κι έδειχνε με έντονο τρόπο τη διαφωνία της στο τελετουργικό που θα ακολουθούσε. Όχι με λέξεις, αλλά με εκείνη την αίσθηση του παιδιού που αρχίζει να ξεφλουδίζει το περίβλημα της αθωότητας του κόσμου.
Η μάνα δεν είπε τίποτα όταν είδε το αρνί, μονάχα σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στην ποδιά και κοίταξε τον πατέρα με βλέμμα που δεν σήκωνε κουβέντα.
«Τελείωσαν τα άσπρα», είπε εκείνος, σαν να ήθελε να εξηγήσει και ταυτόχρονα να αμυνθεί.
Εκείνη δεν απάντησε.
Κάτι δεν ταίριαζε. Κανείς μας δεν ήταν προληπτικός, αλλά το μαύρο αρνί δεν ταίριαζε με την εικόνα του Πάσχα όπως την ξέραμε. Η αδελφή μου το πήρε στην αγκαλιά, το χάιδεψε απαλά και το άφησε να μισοκλαίει ήσυχα στην αυλή, ανάμεσα στα λουλούδια.
Το αρνί ήταν ανήσυχο. Δε βέλαζε, μα είχε κάτι παράξενο στο βλέμμα του, λες και παρατηρούσε τις κινήσεις μας και τις κρατούσε μέσα του.
Το σπίτι μοσχομύριζε πασχαλινά κουλούρια. Τα χέρια της μάνας ήταν ζεστά από το ζύμωμα και τα μάτια της ήσυχα, σαν να κουβαλούσαν σιωπές αντί για λόγια.
Εμένα με έπιασε κάτι ανάμεσα σε ενοχή και οίκτο. Δεν ήθελα να το πλησιάσω, μα ένιωθα κι ότι έπρεπε να του σταθώ. Ήταν, για λίγες ώρες, σχεδόν ένας από εμάς.
Η αδελφή μου έπαιζε κοντά του, το τάιζε φύλλα από τα φυτά της αυλής. Ο αδελφός μου είχε σκαρφαλώσει στο μαντρότοιχο και του σφύριζε. Κι εγώ... εγώ στεκόμουν μακριά. Ούτε έντεκα δεν ήμουν, αλλά μέσα μου ένιωθα πως μετρούσα τα χρόνια αλλιώς. Μέρα με τη μέρα, κάτι μεγάλωνε βίαια.

***

Ώσπου ήρθαν.
Ήταν μεσημέρι, κι ο ήλιος χανόταν μέσα από τα κλαδιά της βυσσινιάς. Ξαφνικά, κάτι άλλαξε στον αέρα. Τα χελιδόνια στη βεράντα σώπασαν, λες και τα σκέπασε σύννεφο. Ακούστηκε πρώτα η μηχανή του αυτοκινήτου. Σπάνιο θέαμα, σχεδόν κανείς δεν είχε αυτοκίνητο τότε. Έπειτα φωνές.
Δυο χωροφύλακες, με τις γκρι στολές τους, στάθηκαν στην καγκελόπορτα με τα χέρια τους πίσω απ’ την πλάτη. Είχαν το ύφος αυτών που δεν ρωτάνε, μόνο διατάζουν. Ξέρανε τι θέλανε, τι ψάχνανε. Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε έξω απ’ το σπίτι, απορημένη, γιατί ασυνείδητα, τους συνέδεε με κάτι κακό που επρόκειτο να συμβεί.
Εμένα μ’ έπιασε ένα ρίγος. Δεν ήξερα τι έψαχναν, αλλά ήξερα πως το σπίτι μας άλλαζε. Δεν ήταν πια τόπος ασφαλής. Κάτι άνοιξε και μπήκε μέσα. Κάτι σκοτεινό, που δεν είχε σχήμα, μα είχε παρουσία.
Ο πατέρας βγήκε πρώτος. Ήταν λιγνός και σιωπηλός. Έσφιξε τα χέρια του κι έκανε μισό βήμα μπροστά. Η μάνα πρόβαλε πίσω του, μ’ ένα κουτάλι ανάμεσα στα δάχτυλα, σαν να είχε ξεχάσει να το αφήσει απ’ τον φόβο. Δεν φώναξαν, δεν ταράχτηκαν. Μα εκείνη η σιωπή έσπαζε κόκαλα.

«Πώς από δω;» ρώτησε ο πατέρας, απευθυνόμενος σ’ έναν χωροφύλακα που έμενε στη γειτονιά.
«Ξέρεις, Κώστα, γιατί ήρθαμε», απάντησε εκείνος σοβαρά.

Ο πατέρας έγνεψε μόνο. Μπήκε στο σπίτι χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η μητέρα στάθηκε ακίνητη. Έσφιξε την ποδιά της, όπως έσφιγγε τον εαυτό της να μην λυγίσει.

«Πού θα τον πάτε;» ρώτησε.
«Στο τμήμα, κυρά Λαμπρινή. Μετά… βλέπουμε. Ίσως Γυάρο».

Μέσα σε λίγα λεπτά, ο πατέρας ξαναβγήκε με μια παλιά βαλίτσα στο χέρι. Μας φίλησε έναν-έναν. Κι ύστερα, μπήκε στο αυτοκίνητο χωρίς δάκρυ. Μα πριν κλείσει η πόρτα, γύρισε και σήκωσε το χέρι του. Ένα χαιρετισμό που δεν ήθελα να θυμάμαι, αλλά δεν κατάφερα ποτέ να ξεχάσω.
Το μυαλό μου βούιζε. Γιατί; Τι έκανε ο πατέρας μας; Ποιος θα μας λέει τώρα τις ιστορίες του; Πώς θα ζήσουμε χωρίς αυτόν;
Η μητέρα γύρισε και μας πήρε στην αγκαλιά της.

«Να είστε περήφανοι για τον πατέρα σας», είπε. «Θα γυρίσει».

Ετοίμασε ένα μικρό δέμα, κι ύστερα φύγαμε για το αστυνομικό τμήμα της Πρέβεζας. Στον δρόμο δεν είπε λέξη. Μόνο όταν φτάσαμε, μου έσφιξε το χέρι και με άφησε να μπω πρώτος.
Ο πατέρας μας με κοίταξε, έσκυψε, και μου ψιθύρισε:

«Να προσέχεις τα αδέλφια σου. Εσένα αφήνω πίσω μου».

Κι ύστερα, με μια φωνή που δεν ακουγόταν, μονάχα περνούσε μέσα σου, σαν σκιά:

«Να μου φιλήσεις τον Γιωργάκη και τη Ρηνούλα».

Δεν είπα τίποτα. Δεν ήξερα πώς να σταθώ όρθιος.

***

Γυρίσαμε στο σπίτι χωρίς λέξεις. Η σιγή δεν ήταν απλώς αμήχανη, ήταν κάτι πιο βαθύ. Ένα κενό που είχε ανοίξει μες στο στήθος μας και απλωνόταν σε κάθε τοίχο, κάθε αντικείμενο, κάθε βλέμμα.
Η μάνα βγήκε στην αυλή χωρίς να μας κοιτάξει. Πήγε κάτω απ’ τη νεραντζιά, εκεί που είχαμε δέσει το αρνί από το πρωί. Στεκόταν ακόμα εκεί, ακούνητο. Τα μάτια του υγρά, γεμάτα απορία. Έσκυψε, έλυσε το σκοινί αργά, σαν να χάιδευε τον χρόνο για να γυρίσει πίσω, σαν να ήθελε να διορθώσει κάτι που είχε ήδη συμβεί.
Το πήρε από το λαιμό με απαλότητα κι άρχισε να το οδηγεί έξω, προς το δρόμο. Εμείς ακολουθούσαμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τι θα έκανε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του εμπόρου, στάθηκε μπροστά του και είπε απλά:

«Να το δώσεις πίσω στη μάνα του».

Ο έμπορος πήγε να μιλήσει, αλλά κάτι στο βλέμμα της τον σταμάτησε. Δεν χωρούσε αντίρρηση. Μόνο αποδοχή.
Κι εγώ, παιδί ακόμη, ένιωσα εκείνη τη στιγμή κάτι που δεν ήξερα να το ονομάσω. Σαν το αρνί να είχε σωθεί με τρόπο που εμείς δεν μπορούσαμε. Σαν η τύχη του να είχε γραφτεί σε άλλη γλώσσα από τη δική μας. Όχι ανθρώπινη. Όχι της εξουσίας. Κάτι πιο άγριο και πιο καθαρό.
Γυρίσαμε ξανά στο σπίτι.
Δεν μύριζε τίποτα, ούτε μαγειρίτσα, ούτε σκόρδο στο τηγάνι, ούτε αρνί στον φούρνο. Το τραπέζι στρώθηκε με ψωμί, ελιές, και λίγη φέτα. Κανείς δεν παραπονέθηκε.
Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς δεν είχε κρέας. Είχε σιωπή. Σιωπή πηχτή, σαν στάχτη. Σιωπή που καθόταν στο στήθος σαν πέτρα. Σιωπή που έλεγε περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να ειπωθούν.
Και μέσα της, ένα παιδί που είχε μάθει τι σημαίνει να χάνεις τον κόσμο, χωρίς να κάνει θόρυβο

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: