[Ιερουσαλήμ, σούρουπο, περίπου 1600 μ.Χ. Κόκκινος πηλός στις ρίζες μιας συκιάς. Το νερό έρχεται από μια πέτρινη κρήνη. Στη σκιά μιας συκιάς κάθονται δύο γυναίκες.]
Judith: Δεν μου δόθηκε σώμα. Μόνο φωνή. Στο Λονδίνο του Σαίξπηρ μια γυναίκα με φωτιά καιγόταν σιωπηλά. Εσύ όμως έγραψες την αρχή του κόσμου στην αυλή του Σολομώντα. Πώς πέρασες το ανδρικό τείχος;
J: Δεν το πέρασα. Το πρόλαβα. Πριν ο Θεός φορέσει πανοπλία τον άφησα να περπατά στον κήπο, να ιδρώνει, να λερώνεται με χώμα. Εκείνοι έχτιζαν θρόνους – εγώ του έδινα δέρμα.
Judith: Εγώ έγραφα στο σκοτάδι σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Χαρτιά κρυμμένα· λέξεις ψιθυριστές. Εσύ πού έγραφες;
J: Στην αυλή. Όχι από προνόμιο· από ανάγκη. Ήθελαν ιστορία, τους έδωσα μνήμη. Ήθελαν Θεό, τους έδωσα έναν που αγαπά και θυμώνει.
Judith: Εμένα με σκότωσαν πριν γραφτεί το όνομά μου.
J: Δε σε σκότωσαν. Σε μοίρασαν. Μιλάς μέσα από τις φωνές των άλλων. Εμένα μου πήραν το όνομα, όχι τον παλμό.
Judith: Πώς άντεξες τρεις χιλιάδες χρόνια;
J: Γιατί έγραψα στον πηλό. Για έναν Θεό που πλάθει τον άνθρωπο σαν παιδί που παίζει με λάσπη. Έναν Αδάμ που πονά όταν τον αγγίζεις. Έτσι βλέπει μια γυναίκα τη σάρκα.
Judith: Κι η Εδέμ;
J: Μια χαμένη μήτρα. Από τότε όλοι γράφουν για επιστροφή, κάθε λέξη είναι νόστος.
Judith: Εγώ θα έγραφα για γυναίκες που σκέφτονται. Για έρωτες που δεν ζητούν άδεια. Με μια γλώσσα που δεν ντρέπεται το γυμνό σώμα.
J: Κι εγώ αυτό έκανα. Το έντυσα όμως με φίδια και παράδεισο.
Judith: Άρα η λογοτεχνία ζει εκεί όπου εμείς δεν ζήσαμε;
J: Ζει γιατί γράψαμε – χωρίς έστω τα ονόματά μας – ακόμη κι όταν δεν μας άφησαν να υπάρξουμε.
__________________________________
** Η J (Γιαχβίστρια) είναι η κεντρική μορφή στο The Book of J, έργο του Harold Bloom σε συνεργασία με τον μεταφραστή και βιβλικό μελετητή David Rosenberg. Σε αυτό το βιβλίο, ο Bloom αναπτύσσει την ιδέα ότι η J υπήρξε μια ιδιοφυής, χαρισματική γυναίκα, συγγραφέας μεγάλων τμημάτων της Γένεσης και της Εξόδου, συγκρίσιμη λογοτεχνικά με τον Σαίξπηρ ή τον Όμηρο.
* Η Judith, από την άλλη, είναι η φανταστική αδελφή του Σαίξπηρ, επινόηση της Virginia Woolf στο A Room of One’s Own. Η Woolf τη δημιουργεί για να δείξει ότι μια γυναίκα με ιδιοφυΐα ίση με του Σαίξπηρ θα είχε συντριβεί από τις κοινωνικές συνθήκες της ελισαβετιανής εποχής και δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει. Γι’ αυτό και η Judith οδηγείται τελικά στην αυτοκτονία.