Στον Άγιο Χαράλαμπο σήμερα έχει ομίχλη. Ομίχλη τόσο παχιά ώστε ούτε η εκκλησία ούτε το παρακείμενο κοιμητήριο είναι ορατά από τον Μανωλά Θηρασίας, ενός λιλιπούτειου νησιού το οποίο ο Φραντζέσκο Κρίσπο (Δούκας της Νάξου) παραχώρησε στον γιο του Μάρκο —μαζί με την Ίο— το 1397. Συρίγοι, Σιγάλες, Βαρβαρίγοι, Πιτσικάληδες και Νομικοί αναπαύονται εκεί: επιβιβάστηκαν, ταξίδεψαν, αποβιβάστηκαν. Τους θρήνησαν Μαρουλίες (όνομα που έλκει την καταγωγή του από την Μικρασιάτικη «Παναγία Μαρουλία», η εικόνα της οποίας βρέθηκε μέσα σε …μαρούλια), Ευανθίες, Γιακουμίνες, Ανεζούλες, Νικολίνες. «Καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι». Λίγα ναυτικά μίλια πιο πέρα, άλλωστε, στο κυκλαδίτικο σύμπαν του αρχαιολογικού μουσείου του απέναντι νησιού δεσπόζει με την παρουσία του ένα χαριτωμένο πένθιμο αγαλμάτιο: μια βαθύζωνη Κυκλαδίτισσα θρηνεί όρθια τραβώντας τα μακριά κυματοειδή μαλλιά της. Το βλέμμα της καθηλώνει με την ένταση και την καθαρότητα των προθέσεών του τον επισκέπτη.

Απ' το νεκροταφείο φαίνεται ευκρινώς η θάλασσα. Στην απέναντι γωνιά η Αρμένη, το Αρμενάκι, οι Άγιοι Επταπαίδες. Στην εδώ γωνιά οι Τούρλοι, ο Πάσπαρος, ο προκλητικά μυτερός και προεξέχων εκείνος βράχος που οι ντόπιοι αποκαλούν «Της Μαγδαληνής ο Άντρας». Αφρός στεφανώνει τα μικρά κύματα. Ενώπιόν τους ενώνεται ο καπετάνιος με το καράβι του —στην ζωή και στον θάνατο— με σχέση ακατάλυτη και μυστηριώδη που παραμένει ακατανόητη σε όποιον δεν έχει κάνει ναύτης. Τα πάλλευκα μνήματα στέκονται ζαχαροκάντια, όμοια με τα θαλασσόκρινα που πλημμυρίζουν κατά αποικίες τον Έξω Γιαλό και την παραλία των Μπαξέδων: οι μαύροι ανάλαφροι σπόροι τους που εμφανίζονται μέσα απ’ τις κάψες μοιάζουν με κομματάκια από κάρβουνο. Ο θαλάσσιος ασφόδελος («παγκράτιον το παράλιον») είναι αιθέριος μα κραταιός, έχει άνθη συμμετρικά —έξι πέταλα διαμορφώνουν ένα στέμμα—, εκστρατεύει χρωματικά ήδη από το 1650 π.Χ. στην «Τοιχογραφία των Κρίνων», θρυμματίζει με την ανάσα του την (σύγχρονη) άμμο.
Στην είσοδο του ναού «ἔστι Δίκης ὀφθαλμός, ὅς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ». Κάτω από την παντεπόπτρια θεϊκή πρόνοια —εγγεγραμμένη σε μπλε και κόκκινη ρίγα— δηλώνεται η ημερομηνία του έτους θεμελίωσης του ναού: 1907. Ανάβω ένα κερί μέσα στην εκκλησία και το σβήνω πάραυτα. Πλήθος κέρινων μωρών νανουρίζεται στο ξύλινο λίκνο των ραφιών: τα βρεφικά ομοιώματα συμπληρώνουν τ’ ασημένια τάματα που κρέμονται σαν γιορντάνια στο χείλος των εικόνων. Έξω, στην είσοδο του νεκροταφείου ο τάφος του Αντώνη, του «Αμερικάνου», που όλο το νησί τον μνημονεύει ακόμη διότι έπιασε κάποτε έναν καρχαρία και κατόρθωσε να τον ρυμουλκήσει (αυτό είναι και το δυσκολότερο κομμάτι όπως αεί μάς διδάσκει Ο γέρος και η θάλασσα) μέχρι τον Κόρφο προς άφατο ενθουσιασμό των παρευρισκομένων. Αμερικανικής υπηκοότητος (χάρη στο «δίκαιο του εδάφους»), από μητέρα Θηρασιώτισσα και πατέρα Αμοργιανό, αναπαύεται πλέον δίπλα στους γονείς του —στις οβάλ ένθετες φωτογραφίες όλα τα μέλη της οικογένειας έχουν το ίδιο ακριβώς βλέμμα πείσματος κι αυτοπεποίθησης. Αυτοφυή μυρωδικά —δεντρολίβανο, θυμάρι, θρούμπι, κάπαρη— βλασταίνουν στην κατηφορική πλαγιά με την θηραϊκή γη (που την κουβαλούσαν τα ιστιοφόρα του 19ου αιώνα μέχρι την Αίγυπτο και το Σουέζ), συναναστρέφονται ευφυώς με τις σκονισμένες πλαστικές ντάλιες και μαργαρίτες του κοιμητηρίου, ανταποκρίνονται στα προτεταμένα χέρια ενός αποδεκατισμένου προσευχόμενου Ιησού.
Το κοιμητήριο —σύμβολο ενοποιητικό, ανεμοποίκιλτη τοιχογραφία βίων, ναυλοσύμφωνο υποθέσεων που έκλεισαν, αέναη υπόμνηση της εύθραυστης κλωστής που ενώνει τον άνθρωπο με τα εγκόσμια— έχει την εξής προνομιακή θέση στον οικισμό: όταν τα αρωματικά του φυτά μοσχοβολούν συνεννοημένα, όλες οι εκρήξεις ματαιοδοξίας στον κρατήρα του απέναντι κοσμοπολίτικου νησιού σβήνουν μονομιάς.
Ρεστία…