Γαλλικά δεν έμαθες ποτέ. Κι ας διδάσκονταν και στο Γυμνάσιο Λαμίας, όπου φοίτησες, αλλά και στο «Σχολαρχείο». Δύο ώρες στο Γυμνάσιο, τις διπλές στο «Eλληνικόν Σχολείον». Το ίδιο ίσχυε και για την Ιδιωτική Σχολή «Αθανασίου Δ. Παπαρούπα» —της οποίας ο ιδρυτής καταγόταν από τον Τυμφρηστό, ο πατέρας του μάλιστα διατηρούσε χάνι εκεί— στην οποία η «γλώσσα των σαλονιών και της διπλωματίας» είχε την πρωτοκαθεδρία. Με το που ιδρύεται το σχολείο, το ΄31, το νηπιαγωγείο του δέχεται παιδιά από τεσσάρων ετών που αναρωτιούνται γιατί ο βάτραχος επιθυμεί να γίνει χοντρός σαν βόδι ή γιατί ο ποντικός του αγρού περιφρονεί ένα γεύμα βασιλικό: οι λιλιπούτειοι αυτοί μαθητές της προπολεμικής Λαμίας μαθαίνουν γαλλικά από ένα σπουδαίο μικρό βιβλίο: τους «Μύθους» του La Fontaine. Kι ενώ στη Φυτολογία φυτεύουν φασόλια —τηρώντας σχολαστικά το ημερολόγιο ανάπτυξής τους— και στη Γεωγραφία σχεδιάζουν αδρομερώς το χάρτη της Αφρικής —με τα κυριότερα ποτάμια και τις πιο μεγάλες πόλεις—, το πιο ενδιαφέρον (σχεδόν «εξωτικό») μάθημα για αυτούς παραμένει αυτό των γαλλικών. Μέσω αυτού, άλλωστε, προετοιμάζονται για τη συμμετοχή τους στην καθιερωμένη πανηγυρική χριστουγεννιάτικη εορτή. Τότε, ωσάν βοσκοί, πλαισιωμένοι από μια καλαίσθητα διακοσμημένη μικρή σκηνή —διάστικτη από οβάλ ασημένιες μπάλες από υδραργυρικό γυαλί με περίτεχνα διοράματα— άδουν με τις ουράνια μελωδικές φωνούλες τους: “Nous entendîmes dans la nuit, gloire à l’ Eternel!”
Η γαλλική βασιλεύει κυρά κι αρχόντισσα και στην Σχολή σου, την Στρατιωτική Ιατρική Θεσσαλονίκης: αρκετοί την μιλούν με σχετική ευχέρεια (έστω και με όχι σπουδαία προφορά), άλλοι αρκούνται στα «κολυβογαλλικά». Κάθε φορά πάντως που ο επιμελητής του Καβαζαράκη στις παραδόσεις του (στο κατάμεστο αμφιθέατρο του ΑΧΕΠΑ) προφέρει τη συσκευή “Nicloux” «Νικλούξ» δεν ακούγεται λέξη λοιδορίας —μονάχα ένα αχνό σύννεφο ειρωνικών μειδιαμάτων πλανάται πάνω από τα έδρανα των επαϊόντων φοιτητών.
Δίνετε την οφθαλμολογία και το σύγγραμμα στο οποίο πρόκειται να εξεταστείτε είναι ένα ογκωδέστατο και κουραστικό βιβλίο χιλίων περίπου σελίδων. Ο φίλος σου Γρηγόρης σύντομα εντοπίζει στην βιβλιοθήκη του ΑΠΘ ένα εξαιρετικό γαλλικό βιβλίο, ευσύνοπτο και με πολύ κατατοπιστικές εικόνες που συμπυκνώνει άριστα την εξεταστέα ύλη. Αποφασίζει ότι με αυτό θα περάσει το μάθημα, το δανείζεται πάραυτα και ξεκινάει. Την ημέρα των εξετάσεων —δίκην καψονιού προς τον γαλλομαθή— ένας συμφοιτητής σας βρίσκει έξω από το γραφείο του καθηγητή Θεόδωρου Τζανίδη τον υφηγητή του, Αναστάσιο Κώνστα, και (θεατρινίστικα) του ανακοινώνει:
—Έξω αναμένει ένας φοιτητής που επιθυμεί να εξεταστεί στα γαλλικά!
—Να περάσει μέσα, τώρα! δίνεται ακαριαία η οδηγία.
Ο φίλος σου βρίσκεται τελευταίος σε μια σειρά εξεταζομένων και καλείται να απαντήσει (στα γαλλικά) σε όποια ερώτηση δεν έχουν απαντήσει οι προηγούμενοι. Όταν φθάνει η σειρά του για την κύρια εξέταση, ο καθηγητής τού απευθύνει με εγκαρδιότητα τον λόγο επιτρέποντάς του να επιλέξει εκείνος το θέμα της εξέτασής του. Ο Γρηγόρης αυτομάτως επιλέγει το πιο προσφιλές γι’ αυτόν: το γλαύκωμα. Μικρά επιφωνήματα ενθουσιασμού διακόπτουν την περιγραφή των συμπτωμάτων και των σημείων της πάθησης: “Très bien, mon ami, très bien!” Όταν η εξέταση φθάνει στον τρόπο διάγνωσης των συμπτωμάτων, ο καθηγητής ζητά από τον εξεταζόμενο να του ονοματίσει το όργανο για τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης:
—Tensiomètre de Gaillard!, απαντά —με κάποια αβεβαιότητα— ο φοιτητής.
—Oh, non! Non, mon ami! Il y a un autre, celui de Schiotz!, διορθώνει στενοχωρημένος ο Τζανίδης.
Όταν πια ο φοιτητής εξέρχεται, εξομολογείται με πικρία στον Υφηγητή: «Όλοι πήραν δέκα κι εγώ εννιά!» Ο τελευταίος, αγανακτισμένος και ωκύς, ανοίγει δίχως δεύτερη σκέψη την πόρτα του γραφείου: «Κύριε καθηγητά, ο φοιτητής εξετάσθηκε στα γαλλικά κι εσείς του βάλατε εννέα;;;!» Βλέποντας τον Τζανίδη να τον κοιτάζει αποσβολωμένος, ο Κώνστας τού αυτομάτως παίρνει το χέρι και διορθώνει τον βαθμό.
Ταυτόχρονα, ένας άλλος συμφοιτητής σου, ο Μηνάς έχει ήδη αρχίσει να αποστηθίζει (;!) το τρίτομο έργο των Henri Rouvière και Alexandre Delmas Anatomie Humaine: descriptive, topographique et fonctionnelle —μόνο τα εισαγωγικά Nomina Anatomica καλύπτουν 43 σελίδες. Ο σπουδαστής αυτός (τόσο μικροκαμωμένος που όταν το ’54 παρουσιάστηκε στην ΑΣΥΕ για εξετάσεις οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί δίσταζαν να εγκρίνουν την συμμετοχή του στις εξετάσεις διότι ζύγιζε μόνο 48 κιλά) θα βρεθεί χρόνια αργότερα με υποτροφία στο Παρίσι ως assistant étranger στο νοσοκομείο Saint-Louis του Παρισιού (ο Λουκάς Βενετούλιας θα βρεθεί στο ίδιο νοσοκοκομείο το ΄59 έχοντας μεταβεί στο Παρίσι όχι προκειμένου να ενταχθεί στο κέντρο της διεθνούς εικαστικής πρωτοπορίας, αλλά λόγω σοβαρής ασθένειας). Φωλιασμένο στην καρδιά του ιστορικού νοσοκομειακού κτηρίου του 1607 βρίσκεται το «Μουσείο Δερματολογίας» με χιλιάδες κέρινα εκμαγεία προσομοίωσης δερματικών παθήσεων). Εκεί, στο Κεντρικό Αμφιθέατρο, στο περίφημο Pavillon Rond, κάθε Τετάρτη τέσσερις καθηγητές κάνουν εξωτερικό ιατρείο με επικεφαλής τον διάσημο δερματολόγο Robert Degos. Ο Γάλλος ιατρός εξηγεί σχολαστικά στην ομάδα που τον ακολουθεί ότι η επίσκεψη των ασθενών χρήζει πάντοτε μεγίστης προσοχής. Προκειμένου μάλιστα να καταδείξει εμφατικά τη σημασία που έχει η προσωπική επαφή και επικοινωνία με τον ασθενή τούς αφηγείται εκείνη την ιστορία με τον περιβόητο νευροψυχίατρο Henri Baruk. Ο τελευταίος έχοντας περιηγηθεί στην «επικράτειά» του (στους απόκοσμους και παγερούς θαλάμους του Ασύλου Charenton) επιδεικνύοντας σε συστάδα ξένων ψυχιάτρων τη «συλλογή του» από σπάνιες περιπτώσεις ασθενών σταματά επιδεικτικά μπροστά από την κλίνη μιας κατατονικής και μουτικής ασθενούς κραυγάζοντας:
—Έχει να μιλήσει πάνω από ένα χρόνο!
Τότε η ασθενής —τελείως αναπάντεχα και προς απόλυτη κατάπληξη όλων— σηκώνει ξαφνικά το βλέμμα της επάνω του και με φρεσκάδα λαμπερή —σαν να ΄χε μόλις σηκωθεί από τη νυφική παστάδα— τού απαντά:
—Γιατί, μου απευθύνατε ποτέ τον λόγο;;;

Το ΄63 παίζεται στην Ελλάδα η ταινία Le Feu Follet του Λουί Μαλ: παρακολουθείς το νεραϊδοφώς που σκορπά η ψυχή του υποψήφιου αυτόχειρα Maurice Ronet σε μια παράξενα προσωπική διάσταση του ίδιου του σκηνοθέτη. «Το φως που τρεμοσβήνει» του μελαγχολικού γαλλικού υπαρξισμού δεν έχει βέβαια τον δυναμισμό του Μπαρτ Λάνκαστερ που ως Ντον Φαμπρίτσιο Πρίγκιπας ντι Σαλίνα χορεύει βαλς με την ονειρώδη ομορφιά της Angelica —την ώρα που η γηραιά αριστοκρατία παραχωρεί τα φέουδά της στους εύρωστους αστούς. Εσύ εντυπωσιάζεσαι και από τις δυο ταινίες… Την εποχή αυτή υπηρετείς —μετά από ετήσια πρακτική άσκηση (rotation) στην ΣΕΥ— ως πνευμονολόγος στο «Εργατών Θαλάσσης». Ο Γρηγόρης κάνει μετεκπαίδευση στο Brownsmills του New Jersey, ο Μηνάς στο Ινστιτούτο Pasteur, στο τμήμα μυκητολογίας με διευθυντή τον καθηγητή Edouard Drouhet. Διαμένει στη σοφίτα ενός φθηνού ξενοδοχείου ονόματι Carillon (που σημαίνει «κωδωνοκρουσία»). Ήδη από τις γαλλικές ταινίες —που τις έβλεπε δυο δυο— τρελαινόταν για τις φοιτητικές σοφίτες, τις mansardes, και φανταζόταν με άφατη μυθική χαρά τον εαυτό του μέσα σε μία από αυτές. Η ζωή του κυλά ανάμεσα σε παθογόνους μύκητες, σε τεχνικές ανοσοδιάχυσης, ανοσοφθορισμού και ανοσοηλεκτροφόρησης, σε «λυοφιλοποίηση» καλλιεργειών μυκήτων για την παραγωγή αντισωμάτων σε πειραματόζωα. Κι όσο οι αποικίες των μυκήτων γιγαντώνονται τόσο συρρικώνεται το φαγητό του μαθητευομένου: στο Ινστιτούτο δεν υπάρχει Salle des gardes (κοινώς «Εστιατόριον») όπως στο Saint-Louis, το φαγητό του εκπορεύεται πενιχρότατο και τυποποιημένο εκ των μηχανημάτων. Παρά τις δυσκολίες, σε προσκαλεί για λίγες μέρες να μείνεις κοντά του· εσύ αρνείσαι ευγενικά (δεν ξέρεις άλλωστε τη γλώσσα).
Πάντοτε ωστόσο σε συναρπάζει η γοητεία της ζωής στο γαλλικό φως. Το ’63 το Παρίσι σκύβει μουδιασμένο να μαζέψει τις 187 σφαίρες που έπεσαν βροχή επάνω στο απαράμιλλο υδροπνευματικό σύστημα ανάρτησης του Citroen DS του Ντε Γκολ (δίχως να το ακινητοποιήσουν). Βλέπει το υπέροχο κεφαλάκι της Bardot με τον ξανθό θύσανο των μαλλιών της σε ψηλό κοτσιδάκι να γέρνει άψυχο στην πλαϊνή πόρτα της Alfa Romeo 2600 Spider του Jack Palance (σφηνωμένης σε κάποιο βυτιοφόρο). Έπειτα θα υπάγει εις τους Κήπους του Κεραμεικού, σ’ ένα υπαίθριo θέατρο μαριονέττας, για να συναντήσει ένα σμήνος από παιδάκια που τσιρίζουν εκστασιασμένα την στιγμή ακριβώς που ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει τον δράκο: το διάσημο κλικ του Alfred Eisenstaedt στην δροσερή αυτή γωνιά του Jardin des Tuileries απαθανατίζει ένα φόνο καθρεφτισμένο σε μάτια παιδικά.
Οι γαλλικές πινελιές που θα διανθίσουν ανεξίτηλα τη δική σου ζωή θα έρθουν μια δεκαετία περίπου μετά: φοντάν, πτι φουρ, βουάλ κουρτίνες με δαντελωτό αζούρ, μαξιλάρια με muguet (το λουλούδι της Νάντης), πυράκανθοι κεντημένοι με βελονιά γκομπλέν. Α, να μην ξεχάσω και τη γιαπωνέζικη λεπτομέρεια της ζωής μας: όταν είχαμε καλεσμένους στο σπίτι τρώγαμε πάντα στο καλό σερβίτσιο Noritake μανιταρόσουπα velouteé.