Έτσι προκύπτεις
Δεν είσαι ολόκληρος.
Υπάρχουν σύννεφα, φράκτες
και τιτιβίσματα που κρύβουν το νόημά σου.
Μη μιλάς· αφαίρεσέ μου το μισοφέγγαρο,
Δε θέλω να με συμπληρώνει άλλο σώμα
Δεν ανέχομαι άλλη έκλειψη από τις λέξεις που αφήσαμε
Ανυπόφορο· κανένα σχήμα δεν εξημερώσαμε
καμία προσευχή σε ουράνιους δαίμονες
ούτε καν την αμηχανία της πρόσδεσης σε άγνωστο ποίημα
Δεν επιτρέψαμε να μας χωρίσει
ή να μας ενώσει τίποτε·
Ούτε ένα δακρυσμένο ποτάμι.
Τρόπος του λέγειν
Το «ναι» που λείπει από τη φράση σου
(που νιώθω σαν το πετραδάκι στο παπούτσι)
Αυτό το «ναι» που φέγγει στον ορίζοντα
Και κάνει στις υγρασίες να θαμπώνουν τα γυαλιά μου
Το «ναι» που γράφω σφίγγοντας το μολύβι για να μην κρυώνει
Όταν πανσέληνος ζητιανεύει έξω από το τζάμι μου
Και γίνεται:
Σχήμα παράφωνο
Κανονικότητα υπερμεγέθης που μας χωράει
Ανάμεσα: σταγόνες βροχής
ηλιοτρόπια στο βάζο,
μαγνητάκια στο ψυγείο από τα ταξίδια του νου
σκιές ανένδοτες από τα κυπαρίσσια
κι ένας ήλιος βάναυσος μα τρυφερός
[και σε σκουντώ, ζητώντας σου, λέξη προς λέξη,
να μην εγκαταλείψεις ποτέ μια ξύλινη μέρα μου]
Αυτό το «ναι» εν τέλει δεν είναι τόπος
Τρόπος είναι· ανώτερος από ένα καλοκαίρι
Το φερ’ ειπείν μιας εποχής που έρχεται ανάκατα
Το τέλος ενός ποιήματος που ξεκινάει απ’ την αρχή
Και το διάστημα γεμίζει με μίσχους καλλωπιστικούς
Είναι σα να ξαπλώνουμε στη γη
Και να μας βελονίζουν απ’ την άλλη
―σαν άμμος όταν φυσάει―
Όλα τ’ αστέρια,
Όλα τα ενδεχόμενα.