Ο Τρόπος του Λέγειν και άλλα ποιήματα


Έ
τσι προκύπτεις

Δεν είσαι ολόκληρος.
Υπάρχουν σύννεφα, φράκτες
και τιτιβίσματα που κρύβουν το νόημά σου.
Μη μιλάς· αφαίρεσέ μου το μισοφέγγαρο,
Δε θέλω να με συμπληρώνει άλλο σώμα
Δεν ανέχομαι άλλη έκλειψη από τις λέξεις που αφήσαμε
Ανυπόφορο· κανένα σχήμα δεν εξημερώσαμε
καμία προσευχή σε ουράνιους δαίμονες
ούτε καν την αμηχανία της πρόσδεσης σε άγνωστο ποίημα
Δεν επιτρέψαμε να μας χωρίσει
ή να μας ενώσει τίποτε·

Ούτε ένα δακρυσμένο ποτάμι.



Τρόπος του λέγειν

Το «ναι» που λείπει από τη φράση σου
(που νιώθω σαν το πετραδάκι στο παπούτσι)
Αυτό το «ναι» που φέγγει στον ορίζοντα
Και κάνει στις υγρασίες να θαμπώνουν τα γυαλιά μου

Το «ναι» που γράφω σφίγγοντας το μολύβι για να μην κρυώνει
Όταν πανσέληνος ζητιανεύει έξω από το τζάμι μου
Και γίνεται:
             Σχήμα παράφωνο
                         Κανονικότητα υπερμεγέθης που μας χωράει
                         Ανάμεσα: σταγόνες βροχής
                         ηλιοτρόπια στο βάζο,
                         μαγνητάκια στο ψυγείο από τα ταξίδια του νου
                         σκιές ανένδοτες από τα κυπαρίσσια
                        κι ένας ήλιος βάναυσος μα τρυφερός

[και σε σκουντώ, ζητώντας σου, λέξη προς λέξη,
να μην εγκαταλείψεις ποτέ μια ξύλινη μέρα μου]

Αυτό το «ναι» εν τέλει δεν είναι τόπος
Τρόπος είναι· ανώτερος από ένα καλοκαίρι
Το φερ’ ειπείν μιας εποχής που έρχεται ανάκατα
Το τέλος ενός ποιήματος που ξεκινάει απ’ την αρχή
Και το διάστημα γεμίζει με μίσχους καλλωπιστικούς
Είναι σα να ξαπλώνουμε στη γη
Και να μας βελονίζουν απ’ την άλλη
―σαν άμμος όταν φυσάει―
Όλα τ’ αστέρια,
Όλα τα ενδεχόμενα.



Grant Wood, «American Gothic»
Grant Wood, «American Gothic»





Στην ποδιά της μέρας

Αραδιάζω: Αίγλη φιλιού από μάθημα πατριδογνωσίας της νιότης, τραγανά υλικά καύσης στο όρυγμα του σώματος.
Με αγγίζεις. Χαστούκι βουκαμβίλιας στο πρόσωπο και καρδιά που ξετρυπώνει από αναφιλητό μέσα από τις χαραμάδες.
Ένα μάτσο αγριολούλουδα βρίσκει κατάστηθα το πέτο του επιστάτη στο American Gothic.1
Σε αγγίζω. Στη σόμπα φυτρώνουν άναρχα φύλλα από τσάι μέντας. Ιδρύουμε αριστουργήματα γύρω από πίνακες. Υγρό πρωσικό κυανό της επανάστασης2 κάτω από το ματοτσίνορό σου, σβήσε το φως, θέλω να καταπιώ τα χρώματα, να σε μαντεύω στο σκοτάδι σωστά, ξημερώνει, φωνάζω, η τέχνη σπάει σε χίλια κομμάτια, πώς να το πω αλλιώς, μαζεύτηκαν τόσο λυμένα από το σπάγκο φτερωτά, θηρία χρώματα και φύλλα ανάκατα με σωληνάρια ώχρα και βερμιγιόν στον κολοφώνα του μεσημεριού, το στόμα σου μισάνοιχτο αφήνει να φανούν προπύλαια αρχαίου ναού, σκοντάφτω επιτέλους στην ροζ πολίχνη του Ελύτη3 σε μάγουλο ευδαιμονίας, crescendo σε μη και μη ελάσσονα, μπλε νότα4 σκαρφαλώνει το φρύδι της Κάλο, πιτσικάτο από αναστεναγμούς στο λόφο πριν το θησαύρισμα της δύσης ―συνέχισε― εύγε κι αναφωνήματα από το οχυρό της παραίσθησης, το μέταλλο του ήλιου, το λεπίδι της θάλασσας, η λύπη κυκλοφορεί συνήθως με ομπρέλα πορσελάνινη ανάμεσα στα κρινοδάκτυλα της μέρας, μα όχι.



1. Γκραντ Γουντ (Grant Wood), «American Gothic/, Λάδι σε καμβά, 1930, που απεικονίζει έναν χωρικό με τσουγκράνα και τη γυναίκα του, Art Institut of Chicago.
Γιόχαν Κόνραντ Ντίπελ, Βερολινέζος αλχημιστής, εφευρέτης του πρωσικού μπλε, με ανάμειξη υδροκυανίου, που ευθύνεται για τη μπλε επανάσταση στην ιστορία της ζωγραφικής.
3.  Οδυσσέας Ελύτης, Σάββατο 18, από το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου, 1984: «Ακόμη βρέχει/Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει/Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ με μιαν ομπρέλα/ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ / γεμάτη ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία».
4. Βlue Notes, «Μπλου(ζ) Νότα» η πεσμένη νότα, δηλαδή σε μια μπλουζ κλίμακα, συνήθως πεντατονική, με υφέσεις στην 3η και 7η νότα της (Wikipedia)

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: