Το πάτημα του διακόπτη είναι το αίτιο
και το άναμμα της λάμπας είναι το αιτιατό.
Την περίπτωση να ανάψει η λάμπα
χωρίς να πατήσουμε τον διακόπτη την αποκλείουμε.
Κάθε τι που συμβαίνει προκαλείται από μια αιτία. Αυτό λέει η αιτιοκρατία. Αυτό λένε πολλοί φιλόσοφοι. Το λένε και πάνε για ύπνο ήσυχοι γιατί διευθέτησαν ένα σοβαρό πρόβλημα. Μας έβαλαν στον ίσιο δρόμο. Αλλά…
Η οικογένειά του ήταν φτωχή. Ο πατέρας κυνηγούσε τα μεροκάματα, η μάνα του στον αργαλειό συμπλήρωνε στο εισόδημα κι αυτή. Δούλευαν τα καλοκαίρια και στα καπνά, τρία παιδιά είχαν να ταΐσουν. Στο Αγρίνιο οι χειμώνες είναι άγριοι. Το σπίτι έμπαζε, το μαγκάλι τι να πρωτοζεστάνει; Η μύξα πήγαινε σύννεφο. Αρρώσταινε το ένα, φάρμακα και ενέσεις και μέχρι να γίνει καλά, αμέσως μετά σήκωνε πυρετό το άλλο. Ο Θέμης ήταν ο μικρότερος. Συνήθως φορούσε τα παλιά ρούχα του μεγαλύτερου αδερφού του.
Ένα τέτοιο αποφόρι πρωτοφόρεσε ο Θέμης εκείνον τον Γενάρη. Το είχε φυλαγμένο στην ντουλάπα η μάνα. Ήταν ένα παλιό μακρύ παντελόνι του αδερφού του. Τα πόδια του, όταν τα έβαλε μέσα του, για να το δοκιμάσει, ζεστάθηκαν. Δεν είχε ξαναφορέσει μακρύ παντελόνι! Εκείνο ήταν μεγαλούτσικο, περίσσευε κι ανέμιζε. Όμως ο Θέμης καμάρωνε κι ένιωθε ευτυχής! Και βέβαια δεν ήταν για κάθε μέρα και ώρα. Περίμενε λοιπόν την περίσταση να φορέσει το καινούργιο μακρύ παντελόνι και να βγει έξω. Να ζεσταίνεται και να καμαρώνει που μεγάλωσε.
Ο αδελφός του είχε ξεκινήσει να πηγαίνει κατηχητικό. Ένα Σάββατο, με την παρότρυνση του παπά, αποφάσισε να πάρει και τον Θέμη μαζί του. Έβαλε το μακρύ του παντελόνι και ξεκίνησε με τον αδερφό του για την εκκλησία. Δεν ήταν φανατικά θρήσκοι στην οικογένεια. Δεν ήταν και άθεοι. Για να πάνε στην εκκλησία έπρεπε να διασχίσουν την αυλή των γειτόνων. Εκεί υπήρχε ο Νταβέλης, ένας σκύλαρος πιο ογκώδης από τον Θέμη. Τους γνώριζε όμως καλά ο Νταβέλης, τόσα χρόνια έπαιζαν με τα άλλα παιδιά στην αυλή των γειτόνων και όποτε περνούσαν από δίπλα του κουνούσε την ουρά. Το Σάββατο αυτό έριχνε χιονόνερο, ο Νταβέλης μπερδεύτηκε, γαύγισε άγρια και όρμησε στο παντελόνι που έβλεπε να το φυσάει ο αέρας και να κυματίζει σαν σημαία. Τον αδερφό του δεν τον πείραξε. Αυτόν όμως τον ξέσκισε στις δαγκωνιές. Και μέχρι να τον ησυχάσει ο αδερφός του μακέλεψε και το παντελόνι.
Δεν ξαναπέρασε από εκεί. Και ένας φόβος τον ακολουθεί για τα σκυλιά από τότε. Για όλα τα σκυλιά. Αλλά το περιστατικό αυτό είχε συνέχεια. Ο πατέρας έπρεπε αποφασίσει: θα τον πάει στο Μεσολόγγι που είχε λυσσιατρείο για ενέσεις; ή θα τον πάει για μια πρώτη γνωμάτευση στο Θέρμο;
Εκεί ζούσε ένας πρακτικός λύσσατρος, πασίγνωστος σε όλο το νομό. Από το περπάτημα και τη φωνή καταλάβαινε αν έχεις λύσσα. Έλεγαν πως κάποιους που διέγνωσε με την αρρώστια τούς φόρτωσαν αμέσως στην καρότσα ενός φορτηγού, για να τους έχουν υπό έλεγχο, τους έτρεξαν στο Μεσολόγγι και τους γλύτωσαν. Δυο μέρες ο πατέρας το παζάρευε. Οι ενέσεις ήταν μια οδυνηρή κι επώδυνη εμπειρία γιατί τις έκαναν στην κοιλιά και όχι στα οπίσθια. Κοιτούσε κάθε μέρα τον Νταβέλη. Δεν έδειχνε να έχει αλλαγές στη συμπεριφορά του. Τελικά όμως αποφάσισε και τον πήγε στο Θέρμο.
Κατέβηκαν από το λεωφορείο, ρώτησαν πού θα τον βρουν και τους έδειξαν το δρόμο για το χωράφι του έξω από το χωριό. Ο «γιατρός», με αραιά μαλλιά, καλοσυνάτο πρόσωπο και γυαλιά, τους σταμάτησε σε απόσταση. Στα χέρια του για να σκάβει, αλλά και για προστασία, κρατούσε μια τσάπα. Πώς σε λένε; Θέμη τον λένε, απάντησε αυθόρμητα ο πατέρας. Πάψε εσύ, ρε. Το παιδί να μιλήσει. Θέμη με λένε. Για περπάτα πέρα δώθε να σε δω. Περπάτησε πάνω κάτω. Πας σχολείο; Πάω. Τι τάξη πας; Τετάρτη. Σου αρέσει η μπάλα; Παίζεις καθόλου; Ουυυ. Όλη μέρα. Φευγάτε από δω. Δεν έχει τίποτε ο μικρός.
Στην Αθήνα που μετακόμισαν αργότερα δεν ασχολήθηκε με κατηχητικά και σκυλιά. Όμως μέσα του αναίτια ή αιτιατά γράφτηκε ο φόβος και η απέχθεια. Φόβος για τα σκυλιά, απέχθεια για τα εκκλησιαστικά. Όσο μεγάλωνε ένιωθε κάποιος όταν πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, νόμιζε πως εκδικιόταν την εκκλησία και τα κατηχητικά της καθώς υποστήριζε με εμπλουτισμένα επιχειρήματα την αθεΐα του. Σωστό ή λάθος δεν έχει ακόμη κατασταλάξει.
Αν υπάρχει Θεός δεν θα τον δάγκωνε ο Νταβέλης αναίτια και δεν θα του έκαναν δέκα ράμματα στις πληγές. Δεν θα του ξέσχιζε το μακρύ παντελόνι που πρωτοφόρεσε. Θα ήταν υγιής και θα μπορούσε να ζεσταίνεται και να καμαρώνει κι αυτός πάρα τη φτώχεια τους. Κι εδώ που τα λέμε για κάτι τέτοια τον χρειαζόμαστε το Θεό. Να προβλέπει και να μεριμνά.
Αλλά από το άλλο μέρος, ας πούμε, πως δεν υπάρχει Θεός. Αυτό το Πράγμα ή η Υπερνόηση, αυτό που υπάρχει, στη θέση του Θεού που δεν υπάρχει, λένε πως φροντίζει να λειτουργούν τα πάντα εύρυθμα, σαν ελβετικό ρολόι, από μικρόβια μέχρι γαλαξίες. Και γιατί τότε σφυρίζει αδιάφορα; Όλοι οι φιλόσοφοι λένε πάνω κάτω το ίδιο πράγμα: Υπάρχει λένε οι μεν, δεν υπάρχει λένε οι δε. Ρε φίλε, εσύ που λες δεν, πες μας τότε από πού ήρθαμε και που πάμε; Εσύ δεν υποστηρίζεις πως από το τίποτε δεν δημιουργείται τίποτε; Αυτό σημαίνει πως αν ξεκινήσουμε από το τίποτε τότε θα έχουμε στην πορεία της εξέλιξης ένα τίποτα. Γιατί αν ξεκινάμε από κάτι, αυτό το κάτι πώς υπήρξε; Παραμένει ασαφές τι προκαλεί αυτή την ιδιομορφία, να δημιουργείτε κάτι από το τίποτα. Οι επιστήμονες περιγράφουν μαθηματικές λύσεις κάποιων εξισώσεων χωρίς να κατονομάζουν μια αρχική πρώτη προέλευση. Αυτή η έλλειψη βαθύτερης εξήγησης είναι μια αδυναμία που χαρακτηρίζει τα τυπικά επιστημονικά μοντέλα της κοσμολογίας. Το ίδιο το Big Bang δείχνει τελικά πως είναι μια μοναδικότητα, χωρίς όμως γνωστούς «μαμά» και «μπαμπά». Για ποιο Big Bang μιλάς; Για να φτάσεις εκεί χρειάζεσαι να έχεις σε έναν χώρο κάτι μικρό ή μεγάλο, πολύ η λίγο. Και κυρίως χρειάζεσαι κάποιον που θα δώσει την εντολή να γίνει αυτή η έκρηξη.
Γαμώ την πίστη μου, σε τελική ανάλυση, υπάρχουμε ή δεν υπάρχουμε; Και γιατί άραγε ο Θεός ή το Πράγμα γράφει στα παλιά του παπούτσια αρρώστιες ατυχήματα, πολέμους, πνιγμούς και αδικίες. Έτσι, ρε φίλε, δουλεύει το Σύμπαν; Να ξέρουμε δηλαδή τι μας γίνεται.
Ο Θεός ή η Υπερνόηση δεν ήθελαν να φορά ο Θέμης εκείνη τη μέρα που έκανε τσουχτερό κρύο το μακρύ παντελόνι. Δεν ήθελαν να χαρεί κι αυτός ο ασθενικός και μικρούλης λιγάκι. Τον φθόνησαν κι έκαναν το σκύλο να παραφρονήσει. Και λέει έκαναν γιατί για το Θέμη υπάρχουν και τα δύο: και Αυτός που υπάρχει και Αυτό που δεν υπάρχει. Και στην περίπτωσή τους έχουμε συμπαιγνία και αδιαφορία. Έχουμε αναλγησία και ανηθικότητα.
Έχει έναν φίλο, το Μητσάρα. Τρελάθηκε κι άρχισε τα μπες βγες στο Αιγινήτειο. Τον είχαν κυριέψει περίεργες και ακατανόητες ιδέες. Φοβόταν να στρίψει στη γωνία γιατί νόμιζε πως εκεί καραδοκεί ένας με ένα μαχαίρι για να τον σκοτώσει. Βγαίνει από το Αιγινήτειο και συναντιούνται.
«Τι έγινε Μητσάρα; Τώρα δεν φοβάσαι αν στη γωνία περιμένει κάποιος με ένα μαχαίρι να σε σκοτώσει; Στρίβεις φυσιολογικά ή περιμένεις να φύγει;»
«Στρίβω άφοβα τώρα Θέμη. Λέω να κι αν υπάρχει, να κι αν δεν υπάρχει. Και προχωράω.»