Ο Άη Πειρατής

«Ο άγιος Μονομάτης». Φορητή εικόνα σε ξύλο λεύκας κλεμένη από το παρεκκλήσιο Ιαρούπης. Εικονογραφία αρχείου
«Ο άγιος Μονομάτης». Φορητή εικόνα σε ξύλο λεύκας κλεμένη από το παρεκκλήσιο Ιαρούπης. Εικονογραφία αρχείου


Στους γκρεμούς της Πλάκας και στα κατσάβραχα των γύρω ακτών κρύβονταν ξενομερίτες φυγόδικοι και κατατρεγμένοι από όλη τη χώρα. Γιατί έτσι και έσβηναν τα ίχνη τους και γλίτωναν από το κυνηγητό των χωροφυλάκων, όλο και κάποιος βρισκόταν να αναλάβει τα τροφεία και την περίθαλψή τους και κανείς δεν έπαιρνε επάνω του το κρίμα να καταδώσει. Κι αν όχι με προσωπική επαφή, οι δραπέτες ήξεραν σε ποιο σημείο του ερημότοπου θα έβρισκαν φαγητό και νερό, αφημένα εκεί για ψυχικό.
«Τον ληστή και τον φονιά, Άη Νικόλα μου Πειρατή, στους γκρεμούς της Πλάκας, δέχομαι να ταΐζω για το χατίρι σου και να μη έχεις έγνοια καμία για δαύτονε, φτάνει να γιάνει το παιδάκι μου» έγραφαν κατά περίπτωση τα μικρά χάρτινα συμβόλαια των σφραγισμένων αφιερωμάτων. Υπήρχαν πολλά τέτοια τάματα μέσα σε μικρά πήλινα κιούπια, κρεμασμένα στο εικονοστάσι, στις πόρτες και στα τοιχία της εκκλησίας του Αγίου. Και αν θεραπευόταν το παιδί, σημάδι ολοφάνερο ότι ο φυγόδικος ήταν αθώος, η επιβίωσή του γινόταν υποχρέωση και το ψυχικό κληρονομιόταν από μάνα σε κόρη. Οι γυναίκες είχαν έγνοια για φαγητό και ρούχα, αλλά και πρόστρεχαν οπωσδήποτε σε αρρώστια, ή τραυματισμό από ατύχημα. Και οι άντρες, ξέροντας σε ποια σπηλιά έβρισκε κατά καιρούς καταφύγιο ο ικέτης, άφηναν το κυνήγι και τα ζώα για να του ρίξουν μια ματιά, ή να τον εξυπηρετήσουν με μηνύματα προς τους δικούς του. Αν έπαιρνε χάρη, του φορούσαν καθαρό πουκάμισο, τον ξεπροβόδιζαν και του έδιναν λίγα λεφτά για τα πρώτα έξοδα. Αν όμως πέθαινε στους γκρεμούς από τα χρόνια ή την κακοπέραση, τον πήγαιναν στην εκκλησία, για να διαπιστώσει ο Προστάτης του ότι οι ίδιοι είχαν κάνει το καθήκον τους.
Σε μια τέτοια περίπτωση κουβάλησαν το σώμα του ανθρώπου στην Τσίμοβα και το αποθέσαν, πλυμένο και χτενισμένο, μπροστά στο ιερό, για να τον ξενυχτήσουν πριν από την ταφή. Οι γυναίκες μαζεύτηκαν γύρω από το σανιδένιο φέρετρο κι άρχισαν το μοιρολόι, όπως συνηθιζόταν.

«Για σήκω ξένε να σε ιδεί ο Άγιος και Προστάτης σου.
Για σήκω και μολόγα του, που ήρθες νέος στα κρυφά
κυνηγημένος και φυγάς και εμείς σε βοηθήσαμε
το βιός μας σε ταΐσαμε και κάτου στα κοφτά γκρεμνά
ετρέχαμε ολοχρονίς να φάεις και να κοιμηθείς
και τη γιατρεία σου να βρεις…»

Εκείνο το συγκεκριμένο κλάμα είχε τραβήξει μέχρι την ανατολή του ήλιου. Τότε, στο κατώφλι φάνηκε η νοικοκυρά τού Αη Πειρατή, η γριά Μαριώ, που καθάριζε την εκκλησία κι έπλενε τα υφάσματα της Αγίας Τράπεζας για τις γιορτές και τις λειτουργίες. Προσκύνησε και πισωπάτησε, προσέχοντας να μην γυρίσει πλάτη στην ολόσωμη αγιογραφία του Μονομάτη. Και στο μεταξύ, αυτός, αγριωπός, με μαύρο κάλυπτρο στο αριστερό μάτι και ζωσμένος το σπαθί του, πρόσεχε να τηρείται η τάξη στην ολονυχτία του ανθρώπου του. Κανείς δεν ήξερε πώς είχε χάσει το μάτι του ο Άη Νικολός της Τσίμοβας. Ωστόσο, ο αγιογράφος που τον σκάρωσε, ένας Κουτήφαρης με το όνομα, είχε πληρωθεί γενναία από το μπουλούκι του καπετάν Τσαλαπή. Γιατί, όπως έλεγαν οι παλιοί, στου συγκεκριμένου καπετάνιου το καράβι, υπήρχε συμφωνία απαράβατη, ότι αμέσως μετά το ρεσάλτο, μόλις μοιραζόταν το κούρσος, έπρεπε να βγαίνει μερίδιο και στον Άγιο Νικόλα, τον προστάτη των ναυτικών. Κι έτσι, αντί για ξωκλήσι, χτίστηκε ολόκληρη εκκλησία, πέτρινη και ευρύχωρη, και παρουσιάστηκε ανάγκη να φωνάξουν μάστορα για να την στολίσει.

Η γριά Μαριώ την φρόντιζε από τα νιάτα της αυτήν την εκκλησία, αλλά στεναχωριόταν με τις συναναστροφές του Αγίου. «Έναν καθώς πρέπει δεν πήρες μια φορά κάτω από τη σκέπη σου. Κάτι λωποδύτες προστατεύεις και τους κουβαλάς εδώ να τους γιατροπορεύουμε και να τους κάνουμε τιμές απάνω στον τάφο», μουρμούριζε καμιά φορά ενώ έτριβε τις πλάκες του πρόναου. Όσο για αυτόν εδώ; «Κανένας λήσταρχος θα μας άφησε χρόνους. Αν ήταν κανένας της προκοπής, δεν θα τον πήγαιναν στην Παναγία τη Γιωργιάνικη, ή στον Ταξιάρχη;» είχε σκεφτεί την παραμονή, όταν το καμπαναριό του Αγίου σήμανε διπλοκάμπανο λυπητερό. Και την επόμενη, μετά από την ολονυχτία, μπαίνοντας στην εκκλησία, τράβηξε απότομα το τσεμπέρι της μέχρι τα μάτια και δεν έριξε βλέμμα στον πεθαμένο, αλλά βάλθηκε να μαζεύει λιωμένα κεριά από τα μανουάλια και να ξεσκονίζει το εικονοστάσι. Μόλις τέλειωσε με αυτές τις δουλειές, πήγε και κάθισε παράμερα κι άφησε τις Μιχαλαριάνισσες να σηκώσουν το κλάμα, για να φανούν όπως είχαν υποχρέωση και σύμφωνα με το τάμα τους. Ζάρωσε σε μια γωνιά, κατέβασε το τσεμπέρι ακόμα πιο χαμηλά και λίγο έλειψε να λαγοκοιμηθεί, γιατί το μοιρολόι ξεθύμαινε και οι εξαντλημένες μοιρολογίστρες έριχναν ματιές προς την πόρτα για να δουν αν έφτασε ο παπάς. Και τότε, εκείνος ο δαίμονας, ο Κουρής της χήρας, μπούκαρε στην εκκλησία και άρχισε να κυνηγάει γύρω από το φέρετρο το σκυλί του, που το είχε σκάσει από το μαντρί και το έψαχναν μέρες. «Αράπη, για κάτσε, για έλα εδώ…», φώναζε το παλιόπαιδο κι ούτε νεκρό υπολόγιζε, ούτε κηδεία έπαιρνε χαμπάρι. Και, αναγκαστικά, σηκώθηκαν να τον κυνηγήσουν κι ακούστηκαν κάτι «κακό χρόνο να ‘χεις σατανά» και «θα σε κάψει ο Θεός, διαόλου κάλτσα». Στο τέλος, τον γράπωσε η Μιχαλαριάνισσα η μεγάλη και ο σκύλος βγήκε από την εκκλησία γαβγίζοντας. Αλλά καθώς η γυναίκα κρατούσε τον αλητάμπουρα από το αφτί, αυτός σκούντησε με δύναμη το φέρετρο, που ήταν ακουμπισμένο σε δυο καρέκλες. Κύλησε τότε αυτό, γύρισε στο πλάι κι άδειασε τον πεθαμένο μαζί με τα λουλούδια του στολισμού. “Φως και καημός”, πετάχτηκε η γριά Μαριώ. “Τι μου τον κουβαλήσατε εδώ πέρα; Για να τον αδειάσει στις πλάκες η Χάρη του;”. Έγινε τότε σούσουρο, γιατί φάνηκε σημάδι ξεκάθαρο ότι ο Πειρατής τον είχε για διώξιμο τον πεθαμένο και όχι για προστασία. Ποιος πάει να μπλέξει τώρα με τέτοια πράγματα και να βρεθεί υπόλογος στα καλά καθούμενα; Μήπως δεν είχε νοικιάσει τα αγιάτικα χωράφια ο μακαρίτης ο Δρακούλης, για να τα οργώνει, να τα σπέρνει και να μαζεύει τις ελιές; Δέκα χρόνια είχαν περάσει από τότε που γονάτισε στο εικονοστάσι κι έκλεισε ψιθυριστά τη συμφωνία με τον Κτήτορα. Ακόμα κρεμόταν στη δεξιά γωνία του εικονοστασιού το κιούπι με το συμβόλαιο. “Τόσα για τη σοδειά και τόσα για τη βοσκή θα σου δίνω κάθε χρόνο Άη Πειρατή και να με κάψει ο Θεός αν βγω ψεύτης”. Αλλά πέθανε από φθίση ο Δράκος αφήνοντας πίσω του χρέος απλήρωτο και χίλια δυο κακά βρήκαν μετά την οικογένειά του, ώσπου σιγά σιγά χάθηκαν ο ένας μετά τον άλλον οι δικοί του. Κι έτσι, έμεναν ανοίκιαστα και ρήμαζαν τα αγιάτικα γιατί άνθρωπος δεν το έπαιρνε επάνω του να ανοίξει λογαριασμούς με τα θεία. Και τώρα; Τι θα τον έκαναν τον πεθαμένο; Πώς θα ξεμπέρδευαν με τον μπελά του, αφού δεν τον ήθελε ο Μονομάτης;
«Πιάστε να τον συγυρίσουμε και έρχονται μετά οι άντρες και τον σηκώσουνε. Ας παραχωθεί ετούτος εδώ στους γκρεμνούς, να τελειώνουμε” είπε η γριά Μαριώ. Αλλά καθώς γονάτιζε κι άρχιζε με σβέλτες κινήσεις να μαζεύει τα σκορπισμένα λουλούδια, το μάτι της έπεσε στην τσέπη του σακακιού του μακαρίτη. “Μωρέ Μιχαλαριάνισσες, του βάλατε και πεσκέσι του καψερού να πάρει μαζί του; Λες κι έχει ο Άδης διαβατά κι η κάτου γης περάσματα;»

Πεσκέσι; Κανένα πεσκέσι. Το πορτοφόλι του θα έπαιρνε μαζί του ο πεθαμένος, γιατί ποιος κρατάει τέτοιο γρουσούζικο πράγμα στο σπίτι του; Και ποιος το παίρνει επάνω του να το πετάξει στα σκουπίδια; «Για δες τον που έχει και φωτογραφίες, για να τις χαζεύει στον κάτω κόσμο να περνάει την ώρα του», μουρμούρισε η γριά, καθώς άνοιγε στα δυο το ξασπρισμένο από τα χρόνια πορτοφόλι. Το γύρισε από εδώ, το γύρισε από εκεί και καθώς το ψαχούλευε μουρμούριζε «για δες, για δες», ώσπου στο τέλος βουβάθηκε ξαφνικά και απότομα. Τόσο απότομα που οι άλλες στράφηκαν επάνω της, γιατί είχε κάτι παράξενο στο πρόσωπό της, καθώς κρατούσε στα χέρια της μια παλιά φωτογραφία. Ο Δράκος. Ο Δράκος ήταν στην φωτογραφία που κρατούσε φυλαγμένη δίπλα στην καρδιά του ο πεθαμένος. Και για αυτό η Μαριώ κοιτούσε τις άλλες σαστισμένη. Αλλά, μόλις συνήλθε και δούλεψε λίγο το μυαλό της, άρχισε πάλι τις διαταγές: «Εδώ έχει αφιέρωση, από το χέρι του δασκάλου που μας έγραφε τα γράμματα. Για φωνάξετε τον Κουρή να διαβάσει τι γράφει από πίσω η φωτογραφία, μπας να καταλάβουμε τι γίνεται».
Έφυγε, λοιπόν, μία από τις γυναίκες στα γρήγορα κι οι άλλες κάθονταν στα στασίδια κι άφηναν την εκκλησία ανάστατη και τον νεκρό πεσμένο στις πλάκες, ώσπου να λυθεί το μυστήριο και να αποφασίσουν τι έπρεπε να γίνει. «Στον αδερφό μου, με αγάπη. Έλαβα τα χρήματα και σε ευχαριστώ. Να κρύβεσαι και να μην ξανακάνεις τέτοια κουτούραδα για το χατίρι μου», συλλάβισε φωναχτά ύστερα από λίγο ο Κουρής. «Ποια κουτουράδα; Ετούτος δεν ήταν κλέφτης και φυγόδικος ; Μην είχε κλέψει για να ξοφλήσει ο Δράκος το συμβόλαιο στο κιούπι του Αγίου; Τότε, δεν θέλει διώξιμο, αλλά συγχώριο ο μακαρίτης», μουρμούριζαν η μια στην άλλη, μόλις τέλειωσε το παιδί την ανάγνωση.
Και τότε, σηκώθηκε επάνω η Μαριώ και πήγε στην εικόνα του Μονομάτη και του είπε: «Άκουσες Άη Νικολό; Σβήνεται το χρέος και σπάει το κιούπι. Δεν είναι για τους γκρεμούς αυτός. Είναι για να τον ανεβάσουμε στη θέση του θα τον κλάψουμε όπως του πρέπει».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: