Η εξουσία του θανάτου

Ξυλογραφία Nikolai Piskarev
Ξυλογραφία Nikolai Piskarev

αυτά που έχει να πει δεν απευθύνονται πια σε κανέναν κι ούτε χρειάζεται να τα καταλάβουνε οι ζωντανοί, δεν τα υπαγορεύει εξάλλου η ζωή, παρά τα επιβάλλει η εξουσία του θανάτου.
ΖΑΝ ΖΕΝΕ, Ο σκοινοβάτης, μτφρ. Παύλος Μάτεσης,  εκδ. Ηλέκτρα 2006







ΜΕ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΑΝ παλιοί λογαριασμοίτης φυλακής. Είναι βουτηγμένος στο μίσος και στο αίμα. «Έχω το μίσος καρφωμένο εδώ», λέει και δείχνει το στήθος του. «Ήρθε η ώρα να λογαριαστούμε» Τα μάτια του είναι άδεια, μάτια αγάλματος. Με σημαδεύει στο πρόσωπο. Ορκίστηκε να πάρει το αίμα του δίδυμου αδερφού του πίσω. Επιμένει ότι εγώ έφαγα τον Λάζαρο. Που μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, τότε, ούτε ο Θεός μπορούσε να ξεχωρίσει, ποιος σκότωσε ποιον. Αν και εν μέρει έχει δίκιο, αφού σε όλη μου τη ζωή μπέρδευα πρόσωπα και πράματα. Δύο σταγόνες βροχής όμοιοι οι δίδυμοι. Πιστεύει ότι εκείνος κι εγώ είμαστε ίδιοι∙ ίδια καθάρματα του υπόκοσμου, κι αυτό τον βολεύει. Μόνο που αυτός κρατάει πιστόλι, ενώ εγώ είμαι άοπλος. Είναι οπλισμένος με μίσος, εγώ μένω απαθής-φοβισμένος. Με ρωτάει αν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Του αποκαλύπτω ότι έχω σκοτώσει ναυτικό. Χαίρεται που το ακούει αυτό και ακουμπάει το ρύγχος της θαλάμης του πιστολιού του ανάμεσα στα μάτια μου. Είναι φανερό ότι ετοιμάζεται να πυροβολήσει. Θα κρατήσει για ένα δευτερόλεπτο την αναπνοή του και θα πατήσει τη σκανδάλη. Απειλεί να μου δώσει να φάω την ψυχή μου. «Ήρθε η ώρα σου», σφυρίζει μέσα από τα δόντια του. Ουρλιάζει «Τ-Ω-Ρ-Α», και πυροβολεί.
Ο ήχος από τον πυροβολισμό περνάει μέσα από το κεφάλι μου, διασχίζει τα ακαλλιέργητα χωράφια, κατηφορίζει στο ρέμα με τις καλαμιές, σβήνει στο εγκαταλελειμμένο κοιμητήριο. Το μολύβι λιώνει, κατεβαίνει στο στήθος μου αργά αργά και γλυκά. Η ζέστη διαχέεται σε όλο μου το κορμί. Ο θάνατος είναι τόσο αμετάκλητος, που δεν αφήνει περιθώριο για άλλους φόβους. Είμαι ελεύθερος, που σημαίνει διόλου υπεύθυνος από ‘δω και πέρα για οτιδήποτε.
Ο Θωμάς σκύβει από πάνω μου, βάζει δύο από τα δάχτυλά του στη φλέβα του λαιμού μου. Πράγματι, είμαι νεκρός. Είναι πρόθυμος να με κόψει σε χίλια κομματάκια και να θάψει το κάθε κομμάτι σε διαφορετικό σημείο της γης. Να ψάχνουν οι δικοί μου -τι ειρωνεία, ποιοι δικοί μου; πού να ‘ξερε ο φουκαράς!- και να μη βρίσκουν ίχνος της ύπαρξής μου. Το σπουδαιότερο, να μην προσδοκούν σε μια πιθανή ανάστασή μου, και το κουφάρι μου να μη βρει λάκκο να αναπαυτεί.
Ακούω το ουρλιαχτό της Ρεβέκκας: «Μπιλ!» Ουρλιάζει σαν να της ρούφηξαν το αίμα. Γι’ αυτήν, τα καλά παιδιά θα πουν ότι η σκρόφα τη σκαπούλαρε την τελευταία στιγμή. Για μένα ότι ήμουν ευλογημένος. Θα διαδώσουν ότι με κεραυνοβόλησε ο ουρανός, χωρίς κανένας να μπορεί να αποδείξει το περίεργο τέλος μου∙ ούτε κανείς το αντίθετο.

Έχω ανάγκη να διώξω το σκοτεινό πούσι από το μυαλό μου, μιας και όλα ήταν τόσο εύκολα. Ούτε που το κατάλαβα πότε τελείωσαν. Αν γνώριζα την ευκολία με την οποία περνάει κάποιος από τη μια ζωή στην άλλη, θα επέτρεπα στον βασανιστή μου των φυλακών, ντόμπερμαν Κεφαλλονίτη, να κρατήσει εσαεί το κεφάλι μου μέσα στο νερό, τότε που το ανεβοκατέβαζε στη στέρνα. Θα παρότρυνα τον κολασμένο δίδυμο Λάζαρο να με πυροβολήσει πολλές φορές πισώπλατα.
Επιτηρώ τον χώρο. Μετά τον πυροβολισμό, ο Θωμάς σκουπίζει τη λαβή του πιστολιού του με ένα μαντίλι. Βάζει το φονικό όπλο στη χούφτα μου και μου κλείνει τα δάχτυλα. Από το πρόσωπο της Ρεβέκκας κυλούν αίματα, τα ρούχα της είναι σκισμένα. Τρέχει να γλιτώσει το πολύ ξύλο∙ να γλιτώσει τον εξευτελιστικό θάνατο. «Με σένα, κουκλίτσα, δεν τελειώσαμε», της φωνάζει ο Θωμάς. «Τώρα αρχίζει το πάρτι».
Η βροχή συνεχίζει μονότονα, εκνευριστικά. Κολλάει στο κεφάλι μου, χώνεται στην πληγή που άνοιξε η σφαίρα στη ρίζα των ματιών μου. Την σκεπάζω με τα χέρια για να την προστατέψω. Όταν βρέχει το σώμα μου είναι για λύπηση.
Μένω πολύ σ’ αυτή τη θέση, με την ελπίδα, όταν σταματήσει η βροχή, να επιστρέψει το αίμα στις φλέβες μου. Είμαι μόνος. Πεθαίνω στα σαράντα μου χρόνια, μιας κι έφτασε το τέλος της θλιβερής μου ιστορίας. Στραγγισμένος από τα κακά πνεύματα, λυγίζω κάτω από το βάρος της συλλογής κάθε μίσους.

Βουτάω στη θάλασσα της μνήμης. Η μνήμη είναι κήποςμε ακολουθεί. Όσο την τροφοδοτώ, συγκατανεύει για να μη με προδώσει. Τα βράδια κοιμάμαι νωρίς, πίνω θερμαντικό δενδρολίβανο, τρώω ιαματικό μαϊντανό, καρυκεύω τα φαγητά μου με γερές δόσεις κανέλας. Μελετώ τους συνδυασμούς των αστερισμών, διαβάζω φύλλα τσαγιού. Εκθέτω τον εαυτό μου στις πληροφορίες που με ενδιαφέρουν. Το κατορθώνω, στέλνοντας σε μένα σημειώματα που μου υπενθυμίζουν τα όσα πρέπει να επανεξετάσω. Δίνω ομιλίες σε πολυπληθές ακροατήριο, με στόχο να απομνημονεύσω ένα συμβάν. Έχω μνήμη ελέφαντα. Η μνήμη μου καταγράφει λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα της ζωής μου∙ με εμμονή στα μικρά και ασήμαντα. Στην παιδική μου ηλικία ήμουν αθώος. Σε όλες τις παιδικές μου ηλικίες ήμουν αθώος. Η μία περίοδος διαδεχόταν την άλλη, προτρέποντάς μου να μεγαλώσω. Έτσι επιμήκυνα τη διάρκεια της αθωότητας, αποκτώντας παράλληλα παρελθόν. Μόνο που, σε κείνο το επεισόδιο του θανάτου μου, ακόμη δεν μπορώ να ξεχωρίσω, ποιος ο Λάζαρος ποιος ο Θωμάς. Δύο όμοιες-διαυγείς σταγόνες, πεσμένες από τον ουρανό.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: