Ενοικιάζεται
Ενοικιάζεται διαμέρισμα
στο κέντρο της πόλης,
σε πολυσύχναστο δρόμο,
εγγυημένη καθημερινή θέαση ανθρώπων
που διασκεδάζουν,
γείτονες φιλήσυχοι και ευτυχισμένοι,
που κοιτάζουν την δουλειά τους.
Χoλ, σαλόνι,
ξεχωριστό εσωτερικό υπνοδωμάτιο,
για ήσυχες λευκές νύχτες,
ευρύχωρες ντουλάπες, για αποθήκευση
περίσσειας πρότερου έντιμου βίου.
Κοντά σε σταθμούς μέσων μεταφοράς,
για αβίαστη και άμεση ικανοποίηση τάσεων φυγής
5ου ορόφου, για πετυχημένη
πιθανή αυτοκτονία.
Ιδανικό για αυτόχειρες.
Μου είπαν πως θα πέρναγαν
Σκοτείνιασε,
άλλη μια μέρα, από τις λιγοστές που μείναν,
φεύγει,
άλλη μια μέρα μόνη.
Άρχισαν και οι ειδήσεις,
θα πήγε φαίνεται οχτώ η ώρα.
Στα σίγουρα τώρα πια δεν περιμένω,
Κανείς δεν θα έρθει να με δει,
και ας μου είπαν χθες πως θα περάσουν.
Το έμαθα καλά, τα τελευταία χρόνια,
αυτός ο ίδιος χρόνος,
που βιαστικά περνάει από αυτούς,
τους νέους,
χωρίς ποτέ να φτάνει.
Τόσο ώρες ατελείωτες, χωρίς να τον θέλω,
κάθεται κοντά μου.
Και αφού φροντίσω για τα βασικά,
να λέω πως ζω αξιοπρεπώς ακόμη,
και ώρες πολλές απέναντι από την τηλεόραση κάτσω,
και ακόμη και μέρες που πράγματα και άλλα θα κάνω,
Αυτές οι ώρες οι άτιμες φτάνουν,
να αναπολήσω και ολόκληρη την ζωή μου.
Και ενώ εύκολα θα πει κανείς για τα παλιά
πως είναι και ξεχασμένα,
κλαις σαν να ήταν μόλις χθες,
που πέθανε το πρώτο το σκυλί σου.
Η γιορτή της Μητέρας
Όταν ήμουν μικρή,
ήταν στην γειτονιά μας ένα αγόρι.
Οι γονείς του ήταν αυστηροί!
και έλεγε μάλιστα την μαμά του, μητέρα!
Τι μάνα, τι μητέρα, τι μαμά,
το ίδιο είναι, μου έλεγε η δικιά μου.
Και να μην λέω βλακείες
Όμως εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρη
ότι οι μητέρες παίρνουν το ίδιο αγκαλιά
όπως οι μαμάδες,
ότι διαβάζουν παραμύθια στα παιδιά τους ώσπου να αποκοιμηθούν,
ότι τα παρηγορούν όταν χτυπήσουν ,
ότι δεν τους νοιάζει αν παίρνουν κακούς βαθμούς.
Χρόνια μετά συνάντησα το αγόρι,
άντρας πια,
μου είπε πως η κυρία Ελένη, η μαμά του,
συγχωρέθηκε πριν πέντε χρόνια.
Του έδωσα τα συλλυπητήρια μου,
και συνεχίσαμε τον δρόμο μας,
χωρίς να πούμε κάτι άλλο,
χωρίς να μάθω ποτέ αν αυτός την συγχωρέσε ποτέ
που ήταν μητέρα και όχι μαμά.
Ρέκβιεμ
Θυμάσαι τότε που σκέφτηκες
να ξαποστάσεις σ ένα κρεβάτι
νοσοκομείου,
περιτριγυρισμένο από οικείους
ανθρώπους,
σε ένα δωμάτιο που έλειπαν
οι τοίχοι;
Άνοιγε η γη ανυπόμονη
από κάτω και άκουγες
ένα υπόκωφο βουητό
μαζί με τον θρήνο της Ευρυδίκης,
και φοβόσουν να σκύψεις
να δεις,
καθώς το χώμα σκέπαζε
της εκπληκτικής ομοιότητας
ρεπλικα σου.
Και συγκεντρώθηκες
στην μνήμη
και εμφανίστηκε τότε ο ήχος
από την συντονισμένη άρπα
που συνόδευε πάντα
την υψίφωνη τραγουδίστρια
της περασμένης σου ζωής.
όταν αφού έβαλες τα καλά σου,
έκλεισες εισιτήριο,
για την μετέπειτα.
Έπειτα παρακολούθησες
σιωπηλά την πτώση τής
ανθρωπότητας, που κάποτε
την είχες πιστέψει πολύ,
να γίνεται αθόρυβα,
χωρίς ήχο κοσμικό.
Και από τον φόβο σου άρχισες
να σιγοψιθυρίζεις,
για να σπάσεις την σιωπή,
ένα μοιρολόι που δεν θυμάσαι
ποτέ να είχες μάθει.
Το καλό σαλόνι
Συνάντησα στο δρόμο,
αναποδογυρισμένο ένα από εκείνα,
τα καλά σαλονάκια,
των μίζερων μικροαστών που τα φυλάγανε
για εξαιρετικές περιπτώσεις.
Τι θλιβερό θέαμα στα αλήθεια!
Σαλονάκια σαν παρθένες κόρες που μείνανε
γεροντοκόρες.
όμορφες, ζηλευτές, κανείς όμως δεν
επιτρεπόταν να πλησιάσει,
κανείς δεν τις ακούμπησε,
κανείς δεν κοιμήθηκε μαζί τους,
κανείς δεν έκλαψε πάνω τους,
τις κοιτάζανε μόνο ηδονικά.
Ώσπου παλιώσανε, έγιναν
παλαιομοδίτικα που λένε.
Τα λυπάσαι έτσι καινούργια και
αχρησιμοποίητά,
να τα πετάξεις,
αλλά κανείς δεν τα θέλει, κιόλας,
κατά βάθος όλοι τα μισούν.
Στο πρώτο μνημόσυνο στο σπίτι
αδειάζει,
είναι ότι πρέπει για ερ-μπι-εν-μπί,
τόσο κοντά στο κέντρο.
Ο διακοσμητής προτείνει μόνο,
να κρατήσουν εκείνο,
τον παλιό καθρέπτη,
που χρόνια,
καθρεφτίζονταν μέσα το σαλονάκι
από την μισάνοιχτη,
της σκοτεινής της σάλας, πόρτα.
Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
Σε παρελθόντα χρόνο
αγαπηθήκαμε και κάναμε έρωτα.
Κάποια στιγμή πολύ παλιά
ονειρευτήκαμε το τώρα.
Και πώς αλλιώς ο έρωτας τα
σχεδιάζει,
ενώ η συνήθεια τα αλλάζει.
Δεν φταίμε εμείς,
είναι που το παρελθόν και το μέλλον
δεν υπάρχουν,
παρά μόνο στο μυαλό μας.
Θυμάσαι εκείνο τον χορό
που έχανες τα βήματα;
Και εκείνο το τραγούδι που λέγαμε
πως ήταν δικό μας;
Υπάρχει άραγε κάπου εκείνη η στιγμή
που μου είπες σ ’αγαπώ;
Θέλω να ακούω Σοπέν
όταν θα πεθάνω,
σου είπα ένα βράδυ
και εσύ γέλασες!
Τα είδα όλα στο όνειρό μου ένα
μεσημέρι που αποκοιμήθηκα
στην παραλία.
Αναζητούσα για καιρό, τον χαμένο
χρόνο στο ζεστό γάλα που έπινα
μικρή πριν πάω σχολείο.
Είναι θλιβερό εκείνο το κιτρινισμένο
φορμάκι, που φόραγα μωρό.
Το βρήκα προχθές
ψάχνοντας στην ντουλάπα.
Και έκλαψα πολύ για εκείνο το μωρό.
Και για όλα τα μωρά που έρχονται
στην ζωή με ένα κλάμα
και φεύγουν με μια πνοή.