Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μπούφος; αναρωτιέμαι κοιτώντας το τζάμι της συρόμενης μπαλκονόπορτας που δεν την καλύπτει πια κουρτίνα: η μύγα που κουτουλά τρεις φορές επάνω του πριν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να μπει ή το αγνώστου ταυτότητος έντομο που εκρήγνυται στην κυριολεξία από τη σύγκρουση κι αφήνει μια πράσινη μύξα κάνοντάς το τζάμι να μοιάζει με παρμπρίζ αυτοκινήτου στην Εθνική;
Ένα περιστέρι απογειώνεται από το καλώδιο της ΔΕΗ που βρίσκεται στο ύψος του μπαλκονιού κι έρχεται με φόρα προς το σαλόνι. Κουτουλά στο τζάμι και στη συνέχεια κουνά σαν να πνίγεται τα φτερά του.
Ποιος είπαμε είναι ο μεγαλύτερος μπούφος;
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έδιωξα αυτή τη φορά τον Παναγιώτη από το σπίτι ήταν να ξεκρεμάσω τις λευκές κουρτίνες. Η αγορά και η τοποθέτησή τους ήταν η μοναδική δουλειά που ανέλαβε να κάνει απ’ όταν μετακομίσαμε. Εγώ το έβαψα, εγώ αγόρασα τα έπιπλα, εγώ έφερα από το παλιό μου σπίτι τις ηλεκτρικές συσκευές. Αυτός δέησε ν’ ασχοληθεί μόνο με τις κουρτίνες. Κρέμασε μία στο σαλόνι, μία στη κρεβατοκάμαρα και τέλος.
Με το που έκλεισα την πόρτα πίσω του έκανα μία χραπ και τις ξεκρέμασα. Μαζί με τα πιαστράκια. Σκέφτηκα να τις αντικαταστήσω με μαύρες επηρεασμένη από τον μύθο του Αιγέα που διδάσκω αυτές τις μέρες στο σχολείο, αλλά ακόμα κι αν τις δει σιγά μην φιλοτιμηθεί να αυτοκτονήσει.
Τραβάω την μπαλκονόπορτα και βγαίνω. Ευτυχώς απέναντί μου δεν υπάρχει άλλη πολυκατοικία, οπότε δεν φοβάμαι μην με βλέπει κανείς τώρα που δεν έχω πια κουρτίνες.
Τι να δει βέβαια; Το μόνο ενδιαφέρον στο σπίτι είναι η άλλη Αγαθή. Το χελωνάκι στο οποίο με συμβούλεψε η ψυχολόγος μου να δώσω το όνομά μου μπας κι όπως το φροντίζω αρχίσω από κεκτημένη ταχύτητα να φροντίζω κι εμένα. Από την πολλή φροντίδα, βέβαια, το κακόμοιρο έχει μείνει ζουμπάς. Έχει ακόμη μήκος πέντε εκατοστά, όσα δηλαδή είχε και πριν έξι μήνες που το αγόρασα από το πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου, στην Πανόρμου.
Το μπαλκόνι μου βλέπει σε μία από τις σκάλες που κατεβαίνουν από Τουρκοβούνια προς Αμπελόκηπους. Όπως ο ανοιξιάτικος ήλιος μου ζεσταίνει τα μάγουλα, παρατηρώ τις ιτιές στα παρτέρια δεξιά κι αριστερά της που ‘χουν φουντώσει δημιουργώντας μια αψίδα μέσα από την οποία περνά σαν γαλαζοαίματος όποιος έρχεται προς τα εδώ. Από εκεί περνά κρατώντας καμιά λάκτα από το περίπτερο ή λουλούδια από κανένα παρτέρι ο Παναγιώτης, ο δικός μου γαλαζοαίματος. Τρομάρα του. Αυτός όχι γαλάζιο, ούτε κόκκινο αίμα δεν έχει. Μπορεί να έχει βάλει ενέχυρο ακόμα και την αιμοσφαιρίνη του κι αν τον κόψεις να στάξει αυτή τη μύξα που στάζουν τα έντομα που σκάνε στο τζάμι του σαλονιού.
Για να μην τον αδικώ, βέβαια, δεν φταίει μόνο αυτός. Από όταν τα φτιάξαμε του έχουν πάει όλα στραβά. Μία πληρώνει την αποκλειστική της μάνας του στο νοσοκομείο, μία ξεχρεώνει το στεγαστικό που τους άφησε ο πατέρας του, μία δίνει την εγγύηση για να βγάλει τον αδερφό του από την φυλακή. Δεν του φτάνουν πια οι διπλές βάρδιες με το ταξί για να τα βγάλει πέρα, κάνει και πράιβετ τουρς σε πλούσιους τουρίστες. Τους πάει βόλτες στους Δελφούς, τα Μετέωρα και τη Δωδώνη. Πού να βρει χρήματα και χρόνο για μένα;
*
Ταπ ταπ ταπ. Όπως είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ακούω έναν ήχο από το σαλόνι. Κάποιο έντομο κουτουλά πάλι στο τζάμι. Παλεύει να μπει στο δωμάτιο, αφού δεν βλέπει ούτε κουρτίνες, ούτε παντζούρι.
Στο σαλόνι αφήνω πάντα το παντζούρι ανοιχτό. Το κλείνω μόνο εδώ, στην κρεβατοκάμαρα. Όχι επειδή έχω κάποιου είδους προσωπική ζωή που θέλω να προστατεύσω, αλλά για να μην ξυπνάω από το πρωινό φως όταν δεν έχω πρώτη ώρα μάθημα στο σχολείο.
Ελέγχω μια τελευταία φορά το κινητό μην τυχόν έστειλε ο Παναγιώτης και δεν μου ήρθε ειδοποίηση, αλλά τίποτα.
Λίγο πριν κλείσω τα μάτια ακούγεται ξανά το ταπ ταπ ταπ. Για να είναι τόσο επίμονο μάλλον πρόκειται για μύγα. Γυρίζω πλευρό και κλείνω τα μάτια. Ο ήχος, όμως, όχι μόνο επαναλαμβάνεται, αλλά έχει και σταθερή συχνότητα.
Αφού σταματά για δέκα περίπου δευτερόλεπτα, ακούγεται πάλι τρεις απανωτές φορές. Ταπ ταπ ταπ. Μάλλον δεν πρόκειται για κάποιον από τους συνηθισμένους μπούφους.
Σηκώνομαι, φοράω τη ρόμπα και πηγαίνω στο σαλόνι. Ανάβω τον φακό του κινητού για να μην ξυπνήσω την Αγαθή. Όταν, όμως, φτάνω στην μπαλκονόπορτα την βλέπω να έχει ήδη τεντώσει τον λαιμό και να κοιτάζει έξω. Αναζητά κι αυτή την πηγή του ήχου.
Ταπ ταπ ταπ. Αυτή τη φορά ακούγεται από χαμηλά.
Τι έγινε; Από τις μύγες και τα περιστέρια πέσαμε στα ποντίκια;
Σκύβω και βλέπω κάτι που μοιάζει μ’ ακρίδα στο μωσαϊκό του μπαλκονιού. Στέκεται το πολύ πέντε εκατοστά από το τζάμι. Βάζει δύναμη στα πίσω πόδια σαν σπρίντερ των εκατό μέτρων που περιμένει τον αφέτη να δώσει την εκκίνηση, πηδά και κουτουλά στην μπαλκονόπορτα. Επιστρέφει στην αρχική του θέση σαν να μην συνέβη τίποτα κι επαναλαμβάνει ακριβώς την ίδια κίνηση άλλες δύο φορές αποκωδικοποιώντας το τριπλό ταπ. Μετά μένει για δέκα δευτερόλεπτα ακίνητο λες κι αναζητά νέο τρόπο να μπει στο δωμάτιο, αλλά στο ενδιάμεσο ξεχνά πως ό,τι έκανε τόση ώρα δεν είχε αποτέλεσμα κι επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση.
Αυτός ο συνδυασμός αφέλειας και αλτσχάιμερ με συγκινεί. Ωστόσο δεν πρόκειται να του ανοίξω μιας και σιχαίνομαι τα έντομα. Στο επόμενο άλμα του, όμως, συνειδητοποιώ πως δεν πρόκειται για ακρίδα, αλλά για αλογάκι της Παναγίας, αφού τα μπροστινά του πόδια αντί να πατούν στη γη βρίσκονται σε στάση ικεσίας.
Τα βλέπεις Παναγιωτάκη; Έτσι θα έπρεπε να με ικετεύεις κι εσύ για να σου ανοίγω κάθε φορά που ‘ρχεσαι να μου ζητήσεις δανεικά.
Δεν έχω ιδέα τι κάνουν τα αλογάκια της Παναγίας πέρα απ’ ότι τα ονόμασαν έτσι λόγω της στάσης των μπροστινών τους ποδιών. Ούτε στον θεό πιστεύω. Παρ’ όλα αυτά, σκέφτομαι να του ανοίξω. Ας μπει και κάτι καλό σε αυτό το σπίτι. Από Παναγιώτηδες, μύγες και περιστέρια προκοπή δεν είδαμε.
Του ανοίγω και μένω κουκουβιστή μπροστά του για να μην τρομάξει. Εκείνο, πράσινο φωσφοριζέ σαν το ενυδρείο της Αγαθής, στέκεται ακίνητο. Περνούν δέκα δευτερόλεπτα, αλλά δεν μπαίνει μέσα. Δεν επαναλαμβάνει το μηχανικό άλμα που έκανε τόση ώρα. Περιμένει. Δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι κάτι έχει αλλάξει στον χώρο.
Μήπως τελικά δεν είναι τόσο μπούφος;
Αφήνω ανοιχτά και πηγαίνω στον καναπέ για να νιώσει ασφάλεια. Κι όντως, μισό λεπτό αργότερα, το αλογάκι πηδά και προσγειώνεται στο παρκέ, εκατοστά από την Αγαθή.
Παναγιώτη. Θα το φωνάζω Παναγιώτη. Έβγαλα Αγαθή το χελωνάκι μπας κι αρχίσω να με φροντίζω. Θα βγάλω Παναγιώτη το αλογάκι μπας κι αρχίσει να με ικετεύει ο δικός μου Παναγιώτης κάθε φορά που θέλει να με δει.
Ο νέος Παναγιώτης, ο καλός, με κοιτά μ’ αυτά τα τεράστια μάτια και τα μπροστινά πόδια σε στάση ικεσίας σαν άλλος Βασιλάκης Καΐλας. Νιώθω ότι πρέπει να του δώσω κάτι πριν ένας από τους δυο μας βάλει τα κλάματα.
Θα του δώσω φαγητό. Τι τρώνε άραγε τα αλογάκια της Παναγίας;
Κόβω ένα μαρουλόφυλλο απ’ το ψυγείο, το ακουμπάω προσεκτικά μπροστά του κι επιστρέφω στον καναπέ. Η Αγαθή έχει σουφρώσει στο καβούκι της.
Έτσι όπως καθόμαστε και κοιταζόμαστε οι τρεις μας -εγώ από τον καναπέ, το αλογάκι από το παρκέ και η Αγαθή από το καβούκι- χτυπά το κινητό. Είναι ο άλλος ο Παναγιώτης, ο κακός. Μου ζητά συγνώμη για όλα και μου λέει πως έχει πια αλλάξει. Έχει πάρει, μάλιστα, μια κούρσα για Αμπελόκηπους και με ρωτά αν θέλω να περάσει από εδώ μόλις αφήσει τον πελάτη.
Κοίτα να δεις γούρι τ’ αλογάκι.
Για να το ανταμείψω κόβω το μαρουλόφυλλο σε κομματάκια. Του αφήνω και μερικές γαρίδες από το σωληνάριο της Αγαθής σε περίπτωση που είναι σαρκοφάγο. Ξεκαπακώνω το ενυδρείο για να πάρει λίγο αέρα το χελωνάκι και του ρίχνω κι αυτού μερικές γαρίδες για να μην ζηλεύει. Τρέχω στο μπάνιο να σουλουπωθώ.
Ίσα που προλαβαίνω να βάλω κραγιόν και να κουμπώσω το τζιν κι ακούω το τριπλό χτύπημα του κακού Παναγιώτη στην πόρτα.
Ακούγεται όπως το χτύπημα από το αλογάκι στο τζάμι.
Βρε λες;
Κοιτάζω από το ματάκι. Αυτή τη φορά έχει φέρει λουλούδια από ανθοπωλείο και σοκολατάκια Leonidas.
Ίσως έχει όντως αλλάξει.
Του ανοίγω, κάνουμε ό, τι κάνουμε και πριν καν ξημερώσει σηκώνεται και φεύγει με τα διακόσια ευρώ που του δάνεισα στην τσέπη. Έχει, λέει, να πάει κάτι Γερμανούς στο Δίστομο.
Μου ορκίζεται, όμως, ότι είναι η τελευταία φορά που μου ζητά δανεικά. Τον άλλο μήνα θα ‘χει ξεχρεώσει τους πάντες. Θα αρχίσει, μάλιστα, να δουλεύει πάλι οκτάωρο και θα γυρίσει να μείνουμε κανονικά μαζί.
*
Όταν κλειδώνω την πόρτα, πίσω από τον κακό Παναγιώτη, έχει πάει έξι. Δεν έχει νόημα να κοιμηθώ, αφού στις εφτά θα σηκωθώ για το σχολείο.
Μια ψύχρα έρχεται από το σαλόνι και μ’ ανατριχιάζει. Θα ξέχασα την μπαλκονόπορτα ανοιχτή απ’ όταν άφησα τον άλλο, τον καλό Παναγιώτη, να μπει. Πλησιάζω την τζαμαρία, αλλά δεν βλέπω το αλογάκι. Τόσο το μαρούλι όσο και τα γαριδάκια παραμένουν άθικτα.
Καλός μπούφος είσαι και του λόγου σου Παναγιωτάκη, μουρμουρίζω και μαζεύω τα μαρούλια από το πάτωμα. Η Αγαθή είναι ακόμα χωμένη στο καβούκι της.
Θα ψόφησε η κακομοίρα στο κρύο.
Σκύβω, την πιάνω, αλλά νιώθω ότι είναι πιο ελαφριά από ό,τι συνήθως. Τη φέρνω στο ύψος των ματιών κι αντί το βλέμμα μου να σταματήσει στο φολιδωτό της σώμα, διαπερνά το
καβούκι και φτάνει στην μπαλκονόπορτα. Πουθενά η Αγαθή.
Μπορεί ένα χελωνάκι ν’ αφήσει το καβούκι του και να φύγει;
Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω μικρές σταγόνες αίματος να οδηγούν από το ενυδρείο στα κάγκελα. Το χελωνάκι και το αλογάκι άφαντα.
Απέναντί μου, ο Παναγιώτης, ο κακός, ανεβαίνει τις σκάλες προς Τουρκοβούνια σφυρίζοντας. Σταματά κάτω από το φως του στύλου της ΔΕΗ και βγάζει ένα πάκο χαρτονομίσματα από την κωλότσεπη. Προσθέτει τα δικά μου, τα μετρά όλα μαζί και χάνεται κάτω από την αψίδα με τις ιτιές.
Επιστρέφω στο σαλόνι, κλείνω την μπαλκονόπορτα κι ανάβω το φως. Κάθομαι στον καναπέ και προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, ώσπου ένα καινούργιο ταπ ακούγεται στο τζάμι. Σηκώνομαι και πλησιάζω την μπαλκονόπορτα για να υποδεχτώ τον νέο μπούφο.
Όπως είναι έξω σκοτάδι και μέσα αναμμένο το φως, δεν βλέπω τίποτα πέρα από το τζάμι. Ούτε τον νέο μπούφο ούτε τη σκάλα ούτε τις ιτιές. Το μόνο που βλέπω να καθρεφτίζεται ξεκάθαρα επάνω στην τζαμαρία είναι η αντανάκλασή μου.