Ορίζοντες
Τρανταχτά αδιάκοπα ανοιγοκλείνει
η πόρτα του ασανσέρ και
μου κοπανά το κεφάλι ατσάλινη.
Ανοξείδωτη μου ψαλιδίζει το οξυγόνο.
Αδιάκοπα νιώθω
το υγρό να ορμά από τα μάτια μου.
Αδιάκοπα αποχαιρετώ
τις μαργαρίτες που χάζευα προ λίγου
— λιώνουν με τις ίριδές μου και
το άρωμά τους κυλά μαύρο από τα ξηλωμένα
μου ρουθούνια.
Δεν θα ατενίσω ποτέ ψηλά τη θέα
του απροσπέλαστου έρωτά μου.
Δεν θ’απογειωθώ ούτε κατά το τίναγμα των φτερών μιας μύγας.
Σε ουδεμία κουπαστή δεν θα προλάβω να γείρω.
Ατσάλινη και ανοξείδωτη
ψαλιδίζει τα τρίμματα οξυγόνου.
Με διαλύει, στα δύο με χωρίζει
και δίχως μέλη
τρίχες και
νύχια με
παρατά στο
ισόγειο.
Ούτε καν στο φρέαρ να μην πέσω.
Μην κρυφτώ.
Μην τολμήσω και βρω εξιλεωτικό χαμό.
Μην σαπίσω, μην ενωθώ με τίποτα οργανικό.
Στη μέση εκεί
θα με βρει ο άτυχος λογιστής
και θα ουρλιάξει:
—- Πόσο θλιβερό, ω Θεέ, τώρα θα γεμίσουμε σκαθάρια και ποντίκια !
Αχτίδες και οπτασία
Τέτοιο
σκίρτημα
τρέμω πως είναι νόθο.
Σπάει ο ήλιος επάνω στις κόρες μου
και οι ράγες του δεν διακρίνω
ποια κατεύθυνση έχουν επιλέξει.
Φεύγουν μάλλον, πέρα ―
Αφήνουν τούτο το σινιάλο ―
κάποια έτη φωτός πριν κείτονταν
εδώ ακριβώς.
Με αυτό τον σιδηρόδρομο αύριο θα καταφτάσουν
τ’ ανθρωπάκια του Γενάρη
και θα μου ψιθυρίσουν
πλαγιασμένα στο μαξιλάρι
«σε καλωσορίζουμε και πάλι».
Η τέχνη του ορίου
Δίχως ορίζοντα
πού θα έβρισκε προσκεφάλι
να γύρει το ηλιοβασίλεμα;
Στο τέλος ποιας κοιλάδας
θα ξάπλωνε με τ’ άρμα του ο χρυσός αστέρας;
Δίχως άσπρο και μαύρο
πώς θα σκαρφιζόνταν χώρο
να σταθούν τα χρώματα;
Σε ποιας φλαμουριάς τα φύλλα
οι ανταύγειες θα άστραφταν κρεσέντο
μελωδία στο πιάνο;
Δίχως περίγραμμα
πώς ψυχή μου
θα γέμιζες το τετράγωνο;
Ποια θα ήταν η μπογιά που
θα οδηγούσε το χέρι της παπαρούνας;
Θα ήθελα να μπορείς να διακρίνεις αυτό που χρειάζεσαι.