Πληγή αιμορραγούσα




Ο Άρης στριφογύρισε στα χέρια του για αρκετή ώρα τον λευκό φάκελο με την ένδειξη «Κατεπείγον». Στη στιλπνή επιφάνεια του διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα τυπωμένα μαύρα γράμματα που φανέρωναν τον αποστολέα: Δήμος Βιτσίου, Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης. Τα κυρτωμένα από την αρθρίτιδα δάκτυλά του επιχείρησαν δυο τρεις φορές να ανοίξουν τον φάκελο· ωστόσο το ανέβαλε επινοώντας κάθε φορά μια διαφορετική δικαιολογία: να πιει τα φάρμακα, να ταΐσει τη γάτα, να ποτίσει τις γλάστρες στο μπαλκόνι.

Περνώντας από τον καθρέφτη του χολ, κοίταξε την αντανάκλασή του στον καθρέφτη και του φάνηκε πως τα χείλη του ειδώλου σχημάτιζαν τη φράση άνοιξ΄το. Ο φάκελος ήταν εκεί, τον περίμενε και μετά τον μεσημεριανό του ύπνο. Τον κοιτούσε την ώρα που έψηνε τον καφέ του· ο φάκελος κοιτούσε εκείνον και όχι το αντίθετο. Μη αντέχοντας άλλο το επικριτικό βλέμμα του, τον έσκισε και απέμεινε όρθιος να διαβάζει το έγγραφο. Κύριε Μαυροβίτη, βάσει του νόμου μπλα μπλα μπλα που διέπει το πολεοδομικό καθεστώς και σύμφωνα με την απόφαση που πήραμε στην τακτική συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου στις μπλα μπλα μπλα, το οίκημα επί της οδού Ομονοίας 46 που ανήκει στην ιδιοκτησία σας έχει χαρακτηριστεί ως ετοιμόρροπο κτήριο, επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των περιοίκων και των διερχόμενων πεζών. Ως εκ τούτου βάσει του άρθρου τάδε του νόμου δείνα καλείστε να προβείτε στις κατάλληλες ενέργειες εντός της προθεσμίας που σας αναφέρουμε. Σε διαφορετική περίπτωση η νομική υπηρεσία του Δήμου μας θα κινήσει τις σύννομες διαδικασίες. Με εκτίμηση.
Ο Άρης άφησε το χαρτί να του πέσει κάτω στο χαλί και απόμεινε να κοιτάζει τον καφέ που χυνόταν από το μπρίκι και λέρωνε διαδοχικά το καμινέτο, τον πάγκο, το ντουλάπι της κουζίνας. Κατευθύνθηκε στο σεκρετέρ στην άκρη του σαλονιού και άνοιξε την τηλεφωνική ατζέντα. Η παλάμη του γυρνούσε βιαστικά τις σελίδες. Σταμάτησε στο γράμμα Τ και το δάκτυλό του διέτρεξε όλη τη χειρόγραφη λίστα, ώσπου σταμάτησε σε ένα όνομα: Τσαμαδάκης Εμμανουήλ, Δικηγόρος, Φράγκων τόσο, τηλέφωνο γραφείου 522…, τηλέφωνο οικίας 922…. Σήκωσε το τηλέφωνο και τα δάκτυλά του σχημάτισαν τον αριθμό στο καντράν. Μια ανδρική φωνή ακούστηκε στην άλλη γραμμή. Ναι, καλημέρα Μάνο. Έχεις δοκιμάσει γριβάδι πλακί στις ταβέρνες της Καστοριάς; Όχι; Ωραία σε δυο μέρες από τώρα θα το γευθείς.

Ήταν απομεσήμερο όταν έμπαιναν στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Η ταμπέλα στην είσοδο τους υποδέχτηκε: Καλώς ορίσατε στο Μηλοχώρι. Το Μη με ήτα αλλά θα μπορούσε να ήταν και με ύψιλον. Άλλωστε ποια η διαφορά σκέφτηκε ο Άρης. Το ζητούμενο στη νέα ονοματοδοσία του χωριού ήταν να ξεχαστεί το παρελθόν, να σβήσει απ΄ τον χάρτη το όνομα Δρακότοπος και να κρυφτούν τα θεριά στη λήθη του χρόνου. Και να που σήμερα ένα θεριό επέστρεψε. Είχε πολλά μήλα το χωριό σου; ακούστηκε να τον ρωτά η φωνή του Μάνου. Δε θυμάμαι, αποκρίθηκε ο Άρης και συνέχισε με σαρκαστική φωνή: άλλα φρούτα είχε πολλά.
Πάρκαραν κοντά στην πλατεία και πήραν να ανηφορίζουν τον δρόμο. Ο Μάνος κοντοστεκόταν και κοιτούσε έκπληκτος τα κτήρια ολόγυρα. Δεν περίμενα, ομολογώ να δω τέτοια ανοικοδόμηση στις εσχατιές της χώρας. Και μάλιστα οι συγχωριανοί σου επένδυσαν αδρά. Ιδού πού πήγε το κομπόδεμα τους από τις εργατοώρες σε Γερμανία κι Αυστραλία. Ο Άρης χωρίς να ανακόψει την ανηφορική πορεία, ψέλλισε οργισμένος μέσα από τα δόντια του: Μερικοί έβγαζαν χρήματα μέσα σε δευτερόλεπτα, χωρίς να ξεκουνηθούν από εδώ.
Σταμάτησε, ασθμαίνοντας βαριά, μπροστά στο διαλυμένο διώροφο κτήριο. Το περιεργαζόταν ώρα πολλή. Από την τσέπη του παντελονιού του έβγαλε ένα σκουριασμένο κλειδί και το έσφιξε στη χούφτα του. Γυρνώντας το πρόσωπό του προς τον φίλο του άφησε να φανεί ένα μειδίαμα: Κάτι μου λέει, Μάνο, πως το κλειδί μάς είναι άχρηστο, ο χρόνος κατήργησε την κλειδωνιά. Με αργό βηματισμό έφθασε στην ξύλινη εξώπορτα που έχασκε μισάνοιχτη και σάπια. Το τρίξιμο της φόβισε δυο γατιά που κουλουριάζονταν στο εσωτερικό του χώρου και χώθηκαν κάτω από μια ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα που της έλειπαν οι πόρτες. Άρη, ίσως θα ήταν φρονιμότερο να μην εισέλθουμε, δες παντού κομμάτια από πέτρες και ξύλα, μπορεί το πάτωμα να μη μας αντέξει, κοίτα πάνω και το ταβάνι, σε κάποια σημεία φαίνεται ο ουρανός.
Μη φοβάσαι, ακούστηκε πικραμένη η φωνή του Άρη, αυτό το σπίτι άντεξε μεγαλύτερο φορτίο. Ο χώρος ανέδυε μούχλα και τα αντικείμενα του χώρου, σπασμένα γυαλικά, διαλυμένα έπιπλα τα είχε καλύψει η σκόνη. Ο Άρης προχώρησε στο εσωτερικό, πάτησε με προσοχή πάνω στα μπάζα, κλώτσησε για να απομακρύνει κομμάτια από σάπια ξύλα και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Η φωνή του ακούστηκε παράξενη: Το σπίτι της Ανθής είναι πια παιδική χαρά. Αυτό είπε και στη συνέχεια βγήκε στην αυλή και έμοιαζε κατάκοπος, σαν να είχε γκρεμίσει ολομόναχος το σπίτι ή σαν να είχε κουβαλήσει στις πλάτες του τα ερείπια.
Σωριάστηκε σε μια κοτρόνα και παρέμεινε αμίλητος. Ο Μάνος έβγαλε δυο τσιγάρα από την ταμπακιέρα του, τα άναψε και πρόσφερε το ένα στον φίλο του. Ο Άρης ρούφηξε με λαχτάρα τον καπνό και περίμενε λίγες στιγμές. Αυτή τη φορά η φωνή του ακούστηκε να κομπιάζει: Τον Φεβρουάριο του '48 υπηρετούσα ως υπίατρος στην ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς προσφέροντας τις υπηρεσίες μου στον κυβερνητικό ελληνικό στρατό. Οι δικοί μου δεν τάχθηκαν ποτέ φανερά ούτε με τη μία ούτε με την άλλη πλευρά. Ο πατέρας μου, πάλευε με το κοπάδι του για τα απαραίτητα, από κοντά κι η μάνα μου, ανθρωπάκια φοβισμένα, αντιήρωες στη ζωή, άλλωστε δεν είμαστε όλοι πλασμένοι για κατορθώματα. Με σπούδασαν, ένας Θεός ξέρει τι στερήθηκαν αλλά η στολή του στρατιωτικού γιατρού που φόραγα τους χόρταινε και με το παραπάνω. Στο διπλανό σπίτι, η Ανθή, ένα κορίτσι με μια μακριά πλεξούδα στα μαλλιά και έναν αριστερό πατέρα, εμπόδιο βαρύ το τελευταίο για να ονειρευτώ το μέλλον μαζί της κι ας της το είχα υποσχεθεί ένα βράδυ πριν από χρόνια, καθώς πηδούσαμε τις φωτιές στον Κλήδονα. Ζούσε μόνη με τη μάνα της, ο πατέρας της κυνηγημένος στα βουνά, περίμενε η Ανθή, περίμενε την υπόσχεσή μου. Κι εγώ να την αποφεύγω για να μη βάλω φωτιά στη βόλεψή μου. Στο απέναντι σπίτι, αυτό το τρίπατο, έμενε ο Στρατής, μακρινός ξάδελφος, άτιμη φάρα, ολημερίς γυρνούσαν τα χωριά με τον πατέρα του και τρομοκρατούσαν τον κόσμο, θα ΄ρθουν οι αντάρτες και θα σας σφάξουν, θα σας αρπάξουν τα παιδιά, χτυπάτε τους στο ψαχνό. Δε καλόβλεπαν την οικογένειά μου, θεωρούσαν την ουδετερότητά των γονιών μου προδοσία. Ψυχρές καλημέρες και παγωμένα βλέμματα.
Και ένα βράδυ που δειπνούσαμε, ακούστηκε το χτύπημα στο τζάμι. Η Ανθή μού έγνεφε να την ακολουθήσω. Στο κατώι του σπιτιού της με έμπασε και προτού το δρασκελίσω, ήξερα, διαίσθηση, λογικό επακόλουθο, όπως θέλεις πες το, ήξερα τι με περιμένει. Ο πατέρας της, καταγής, αίματα παντού, χτυπημένος από σφαίρες. Και η φωνή της Ανθής, αυτή η φωνή που αντηχεί μέχρι και σήμερα μέσα στο νου μου, να ψιθυρίζει σώσε, τον, για χάρη του Άι Γιάννη του Κλήδονα, σώσε τον. Τρεις νύχτες τον γιατροπόρευα, τρεις νύχτες στο πλάι του και στο πλάι της Ανθής. Το τέταρτο βράδυ έσπασαν την πόρτα και μας άρπαξαν. Στην αυλή της Ανθής τσουβαλιασμένοι εγώ κι η Ανθή, δυο μανάδες και δυο πατεράδες, ο ένας μισοτελειωμένος και δυο σκιές χαρούμενες στο παράθυρο του απέναντι σπιτιού. Μου ξήλωσαν τα διακριτικά από τη στολή, με έφτυσαν και με οδήγησαν στο καμιόνι που περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. Οι πέντε, οι τέσσερις, ο πληγωμένος στάθηκε τυχερός, ξεψύχησε ως το πρωί, οι τέσσερις τους έμειναν πίσω. Δε γύρισα πίσω ποτέ. Άλλωστε, δε με περίμενε κανείς. Το τέλος του εμφυλίου βρήκε άφαντες την Ανθή και τη μάνα της, κάποιοι είπαν πως διέσχισαν τα βουνά και πέρασαν στην Αλβανία και τους δικούς μου να τους στολίζει ένας ξύλινος σταυρός. Από ντροπή; Από μαράζι; Ποιος ξέρει; Το κλειδί που βλέπεις είναι ό, τι έμεινε, το είχα κρεμασμένο στο λαιμό μου εκείνη τη νύχτα. Μη με ρωτήσεις τίποτα άλλο. Δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά με την ιατρική, δε θέλησα. Ο τελευταίος ασθενής μου ήταν ο αντάρτης πατέρας της Ανθής. Και ούτε να κάνεις νύξη σε κανέναν. Με γνώρισες σαν βιβλιοπώλη, δε θέλω καινούριες ιδιότητες.

Ο Άρης έσβησε το τσιγάρο στο χώμα και το πάτησε με το παπούτσι του. Σηκώθηκε με δυσκολία και βγαίνοντας από τη σκουριασμένη καγκελόπορτα φώναξε στον Μάνο, στον Μάνο με τη σαστισμένη ματιά. Πάμε, το γριβάδι πλακί μας περιμένει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: