Ελεύθερος χρόνος


Περπατούσε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια της ανοιχτά σαν αεροπλάνο, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να της πει «πρόσεχε!» ή να την τραβήξει προς τα μέσα. Ήταν βράδυ και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο. Τα φώτα γίνονταν μουτζούρες σβησμένες. Θα μπορούσε να γλιστρήσει από στιγμή σε στιγμή. Δεν περνούσε και κανείς από εκεί, αλλά αν περνούσε θα ήταν το τέλος της. Σταμάτησε να βηματίζει σε κάποια φάση, γύρισε και τον κοίταξε, από τα μάτια της έτρεχαν κόκκινα δάκρυα.
Πετάχτηκε από το ξυπνητήρι, δεν αιμορραγούσαν τα μάτια της, βρισκόταν δίπλα του και γύριζε ανάποδα το κινητό. «Σήκω», του ψιθύρισε «είναι εφτά η ώρα» και πήγε στο μπάνιο σέρνοντας τα βήματά της. Αν έπεφτε έτσι και την πατούσαν, θα μπορούσα να το κρύψω, σκέφτηκε, για να της κάνουν κανονική κηδεία. Αποφάσισε ότι ούτε στη μάνα του θα το ‘λεγε ούτε σε κανένα, αν το εκανε έτσι. Θα ήταν ένα δυστύχημα, μια τραγωδία, έτσι σκεφτόταν καθώς έδενε τη γραβάτα του. «Πάει με αυτό το κουστούμι;», την ρώτησε καθώς γέμιζε τα φλιτζάνια με καφέ. Μόλις που τον κοίταξε κι ένευσε καταφατικά. Του έβαλε το σάντουιτς του μέσα σε ένα ταπεράκι, το έβαλε σε ένα σακουλάκι μαζί με μια μπανάνα και του το έδωσε.
Εκείνος ήπιε δυο τρεις ρουφηξιές απ’ τον καφέ του, την φίλησε στα μαλλιά κι έφυγε. Την ένιωσε να μαζεύεται μακριά από την αγκαλιά του. Τελευταία το έκανε αυτό, μόλις την πλησίαζε απομακρυνόταν κάπως. Κι όταν την ρώτησε τις προάλλες, απάντησε «Είναι η ιδέα σου. Τι θες για βραδινό;» και συνέχισε να διπλώνει τη μπουγάδα.
Σήμερα τελείωνε νωρίς απ΄ τη δουλειά, μπορούσε να της ετοιμάσει μια έκπληξη, να της αλλάξει τη διάθεση. Θα ήταν καλή ιδέα να πήγαιναν μια εκδρομή. Θυμόταν, ένα από τα πρώτα τους ραντεβού ήταν μια εκδρομή, τότε διοργάνωνε πολλές τέτοιες εξορμήσεις, καλούσε φίλους από διάφορες παρέες, έκαναν πικνίκ. Περπατούσαν σ’ ένα στενό μονοπάτι στο δάσος, από κάτω τους έχασκε μια βαθιά χαράδρα κι από πάνω ήταν το βουνό και τα πεύκα. Γυρνούσε κάθε λίγο και του έλεγε «Δες τι όμορφη θέα!». Την είδε μπροστά του ξανά, όπως τότε, να προχωρά αλλά το βήμα της δεν ήταν χαρούμενο και δεν σταματούσε να φωτογραφίζει τα πάντα όπως τότε, αλλά γύρισε, τον κοίταξε και πάτησε επίτηδες στην άκρη και κατέληξε ξαπλωμένη ανάμεσα στα βράχια σε μια αφύσικη γωνία. «Μπιιιιιιμπ» του κορνάρει ο πίσω κάνοντας χειρονομίες. Βγάζει το χέρι από το παράθυρο και τον χαιρετά για να τον εξευμενίσει, αλλά τίποτε δεν λειτουργεί.

«Αγάπη μου, γύρισα! Θέλεις να πάμε μια εκδρομή;» της λέει μόλις κρεμά τα κλειδιά του στον ειδικό χώρο στην είσοδο. Καμία απάντηση. Οι παλάμες του ιδρώνουν, όταν σκέφτεται ότι μπορεί να έκανε κάτι, πάνε μέρες να κοιμηθεί καλά, κλαίει πιο συχνά απ’ ό,τι συνήθως.
«Αγάπη μου;», ανοίγει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Είναι τυλιγμένη μέχρι απάνω με τα σκεπάσματα. Δίπλα της ένα ποτήρι νερό και ένα κουτί υπνωτικά. Λες; σκέφτηκε και την έσπρωξε απαλά «Αγάπη μου;». Δεν κουνήθηκε. «Αγάπη μου!», φώναξε ενώ μπροστά του πέρασε η εικόνα με τους τραυματιοφορείς να την κουβαλούν στο ασθενοφόρο, το χέρι της να κρέμεται δραματικά κάτω από το λευκό σεντόνι με το μονόπετρο που της χάρισε να γυαλίζει στα φλας των περιπολικών και την αστυνομία να του παίρνει κατάθεση και την μάνα του να κλαίει πάρα δίπλα και να λέει «Δεν φταίει σε τίποτε ο γιός μου. Δεν φταίει σε τίποτε ο γιός μου». Την ταρακούνησε ακόμα περισσότερο κι άνοιξε λίγο τα μάτια της. «Τι έγινε;» μουρμούρισε μετά βίας. «Τίποτε κοιμήσου, απλώς φοβήθηκα», της είπε και την ξανασκέπασε. Πάει η εκδρομή, δεν έχει για σήμερα.
«Θα παραγγείλω για απόψε, τι θες να φας;», την ρώτησε μόλις σηκώθηκε. «Θα φάω έξω σήμερα. Έχεις ταπεράκι απ’ τη μητέρα σου στο ψυγείο», απάντησε και μπήκε στο μπάνιο. «Με ποιους θα βγεις;», ρώτησε δυνατά για να ακουστεί πάνω απ’ το θόρυβο του ντους. «Είναι το πάρτι της αδελφής σου, ξέχασες;». Πώς μπόρεσε να το ξεχάσει; Παντρεύανε την μικρή του αδελφή και θα έκανε το hen της σήμερα, ήταν όλοι τόσο χαρούμενοι που το μωρό της οικογένειας μεγάλωσε και θα παντρευόταν κιόλας.
Την παρατηρούσε να βάφεται στον καθρέφτη, να τραβά προσεκτικά γραμμές πάνω από τα μάτια της με μισάνοιχτα τα χείλη, ενώ χάζευε και στο κινητό του. «Πού θα πάτε;» ρώτησε. «Σ’ ένα bar restaurant δίπλα στη θάλασσα», του απάντησε. «Θες να σε πάω εγώ; Μπορείς να οδηγήσεις νύχτα μέχρι εκεί;». «Δεν θα οδηγήσω εγώ, μην ανησυχείς, θα με πάνε οι αδελφές σου», είπε και έκλεισε το φως του καθρέφτη. Της πήγαινε να βάφεται και να φορά καλά ρούχα και δεν το έκανε και τόσο συχνά, σκέφτηκε.
Ήθελε να σηκωθεί να την πάρει στην αγκαλιά του, μα προτίμησε να μείνει στο κρεβάτι και να συνεχίζει να κινεί το δάχτυλό του πάνω κάτω στην οθόνη του κινητού. Όποτε της μιλούσε ένιωθε ότι περπατούσε κι ο ίδιος στην άκρη του πεζοδρομίου, φορώντας εκείνο το ζευγάρι παπούτσια που του ‘πεφταν πολύ στενά, μα τα φορούσε πότε πότε γιατί του τα ‘χε χαρίσει η μάνα του και δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει.
Στο μπαρ θα χόρευαν και θα έπιναν, θα είχε διακοσμήσεις «Bride to be» και μια μεγάλη τούρτα και λουλούδια και μπαλόνια και κονφετί. Θα ήταν δίπλα ακριβώς στη θάλασσα, λίγα μέτρα κάτω απ’ το λιμάνι. Το νερό είναι βαθύ εκεί και γεμάτο βράχια. Αν έπαιρνε φόρα θα κατέληγε άνετα. Το σκηνικό θ’ άλλαζε, η αδελφή του κλαμένη με το ψεύτικο νυφικό πέπλο της και τη ροζ κορδέλα «Bride to be» στραβοριγμένη στον ώμο της θα περιέγραφε τι συνέβη στους αστυνομικούς, ενώ θα την υποβάσταζε η κουμπάρα της. Εκείνος θα το μάθαινε αφότου τελείωνε όλο το περιεχόμενο από το ταπεράκι, θα τον έπαιρναν τηλέφωνο καθώς έβλεπε τηλεόραση στον καναπέ με τις πιτζάμες του και θα έβγαινε στο δρόμο με τις παντόφλες. «Φεύγω», του φώναξε απ’ το σαλόνι. «Το ταπεράκι είναι στο δεύτερο ράφι του ψυγείου, μπροστά μπροστά». «Καλά να περάσετε!», φώναξε κι αυτός καθώς η εξώπορτα έκλεινε με πάταγο. «Και να προσέχετε», ψιθύρισε.
«Πού να ξέρω, ρε μάνα, πώς της ήρθε αυτό το πράμα!», του ξέφυγε και φώναξε πιο δυνατά από όσο θα ήθελε. Γύρισε η συνάδελφος και τον κοίταξε με ανασηκωμένο το φρύδι. Της ένευσε με το χέρι και απομακρύνθηκε κι άλλο από το άτυπο σημείο των καπνιστών που μαζεύονταν στο πλατύσκαλο, αν και είχε ξεκαθαριστεί ότι μόνο κάτω στο γρασίδι επιτρεπόταν το κάπνισμα. «Ηρέμησε μη φωνάζεις!», ψιθύρισε καθώς απομακρυνόταν. «Ναι, ναι θα της μιλήσω», είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο μετά από αρκετά λεπτά κατά την διάρκεια των οποίων έλεγε «αχάμ», ένευε καταφατικά με το κεφάλι κι έβγαζε και κανένα επιφώνημα συμφωνίας.
Εκείνη ψιλόκοβε κρεμμύδια και τα μάτια της έτρεχαν. Στην κουζίνα γινόταν το πανδαιμόνιο γιατί δούλευαν ο απορροφητήρας, το πλυντήριο και το στεγνωτήριο. Δύο κατσαρόλες έβραζαν, ενώ ένα τηγάνι ετοιμαζόταν να δεχτεί τα κρεμμύδια. «Αγάπη μου, κλαις;», την ρώτησε καθώς άφηνε τα ταπεράκια που πήρε μαζί του στη δουλειά στον νεροχύτη. Του έδειξε τα κρεμμύδια με το τεράστιο μαχαίρι από ανοξείδωτο ατσάλι που κρατούσε. Η άκρη του ήταν τόσο μυτερή. Σε δευτερόλεπτα την έχωσε στην καρωτίδα της με πίδακες να χρωματίζουν όλες τις κατάλευκες επιφάνειες γύρω από τη νησίδα της κουζίνας. Πριν προλάβει να εκτυλιχθεί ολόκληρο το σενάριο και να ‘ρθουν τα ασθενοφόρα και οι αστυνομίες, κούνησε το κεφάλι του πέρα δόθε. Τον κοίταξε ανασηκώνοντας λίγο τα φρύδια και τις άκριες των χειλιών της και έριξε τα κρεμμύδια στο καυτό λάδι. «Θέλω να μιλήσουμε», της είπε, κι έκατσε απέναντί της πίσω από το τηγάνι και τις κατσαρόλες, στην άλλη άκρη της νησίδας. Τον έκρυβαν λευκοί ατμοί που δεν πρόλαβε να μαζέψει ο απορροφητήρας.
Εκείνη ψιλόκοβε τώρα μια πιπεριά. Της έπιασε το χέρι για να σταματήσει. «Κοίτα με σαν σου μιλώ». Τράβηξε το χέρι της απότομα. «Θα θες να φας αύριο, έτσι;» και συνέχισε να ψιλοκόβει. Το στεγνωτήριο σταμάτησε κι έκανε το χαρακτηριστικό του μπιιιιιμπ. Έριξε τις πιπεριές στο τηγάνι κι έτρεξε να βγάλει τα ρούχα από το στεγνωτήριο. Εκείνος την ακολούθησε μέχρι εκεί και στάθηκε από πάνω της καθώς έσκυβε και τραβούσε τα ρούχα ένα ένα από τη ζεστή κοιλιά της συσκευής. «Γιατί με αποφεύγεις;», ρώτησε την πλάτη της.
Εκείνη γύρισε προς το μέρος του με γουρλωμένα τα μάτια. «Θα μπορούσες να έβγαζες εσύ τα ρούχα για να συνεχίσω με το μαγείρεμα» είπε και του έριξε στην αγκαλιά του μια μπάλα από πουκάμισα και εσώρουχα. «Τώρα γύρισα από τη δουλειά», μουρμούρισε ρίχνοντας τα ρούχα όπως όπως σε μια λεκάνη. Εκείνη έσφιξε τα χείλη της, έπιασε ένα κολοκυθάκι και το έβαλε κάτω απ’ το τρεχούμενο νερό. Το χέρι της έκανε θηλιά γύρω του και το έτριβε με αργές παλινδρομικές κινήσεις, σαν να το χάιδευε, αφήνοντάς το να γλιστρήσει ανάμεσα στα δάκτυλά της. Αφού το έπλυνε καλά καλά, άρχισε να το κόβει σε πολύ μικρούς κύβους. «Κι εγώ ήμουνα όλη μέρα στη δουλειά» είπε εντελώς ψύχραιμα. Έκατσε ξανά απέναντί της, αγνοώντας τη νέα τσιριχτή ειδοποίηση μπιιιιμπ απ’ το πλυντήριο. Είχε τελειώσει κι εκείνο και ήταν ώρα να μπουν τα άλλα ρούχα στο στεγνωτήριο. Εκείνη έσφιξε ξανά τα χείλη της κι έριξε τα λαχανικά πάνω απ’ τα κρεμμύδια και τα ανακάτεψε.
«Είπες στην αδελφή μου να το ξανασκεφτεί;» την ρώτησε. Έμεινε με την ξύλινη κουτάλα μετέωρη. «Ποιο πράγμα;» «Τον γάμο της». Τον κοίταζε λουσμένο στο φως του απορροφητήρα. Είχε σμίξει τα φρύδια του και καθόταν με το κουστούμι της δουλειάς πάνω από την κρεμμυδίλα. Άρχισε να γελά ακατάσχετα, τόσο που κρατούσε την κοιλιά της. «Βάλε τα πλυμένα στο στεγνωτήριο», του είπε, ανακάτεψε ξανά τα λαχανικά και ανασήκωσε το πώμα της δεύτερης κατσαρόλας χαχανίζοντας και κουνώντας το κεφάλι της. «Τι είναι τόσο αστείο;», την ρώτησε χωρίς να μετακινηθεί. «Το πόσο ελεύθερο χρόνο έχετε, αγάπη μου», στένεψε τα μάτια της, άφησε την κουτάλα κι έτρεξε στο πλυντήριο που τσίριζε ακόμα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: