Ψάρι χωρίς κεφάλι
Κι αν σταγόνες βροχής
στάξουνε απ’ τις φτέρες,
είναι το σήμα.
Σπάσε τη μουσική σε σωματίδια χαλκού
σύρε το σύρμα στο γυμνό τσιμέντο
ώσπου να δώσει την παραγγελία η φωνή: «περάστε».
Πέφτουνε τα καρφιά στο πάτωμα
κι αδειάζει η σακούλα.
Ανοίγει την πόρτα και κάθεται μπροστά μας.
«Σιορ Ντο σιορ Ντιμ σιορ Κου» (η τριμελής)
είπε ο Νταρwάνος
«όπως ανέφερα και στη μελέτη μου
που έλαβε το βαθμό magna cum laude
οι άνδρες της φυλής έχουν μεγάλες θηλές
γιατί οι γυναίκες πάνε στον πόλεμο. Θα ήθελα
να αναθεωρήσω».
«Πού να θυμάμαι» απάντησα εκ μέρους όλων
καθώς η σκόνη στο scriptorium είχε καθήσει
σ’ επάλληλα στρώματα
και τα βιβλία είχαν γίνει τούβλα.
«Άχρηστη η διάπλαση των παίδων, το καθήκον της νεότητος
γράμμα κενό. Κι εγώ στην έδρα, ένας βασιλιάς
που ποτέ δεν υπήρξε. Σύρε
αλλού να βρεις το δίκιο σου».
Η οργανικά ενταγμένη
στον ομιλούντα λόγο σιωπή υποδηλώνει:
το λυγισμένο κλειδί δεν θα ανοίξει
ποτέ την πόρτα, η τάξη δεν θα επανέλθει.
Η σχέση δεν θα προχωρήσει παρά τα ερωτόλογα.
Το πάθος σβήνει, η μάθηση φθίνει.
Σταγόνες βροχής (ή δάκρυα)
που στάζουν απ’ τις φτέρες
ψάχνουν βαθιά στο χώμα
μια πρόσβαση στις ρίζες
της τρυφερότητας (ή της συμπόνιας). Μα ατυχούν.
Σαν ψάρι χωρίς κεφάλι
που κατεβαίνει στο βυθό αργά
χωρίς ελπίδα, χωρίς προορισμό.