Ο Giorgio De Chirico καταφθάνει στη Ferrara το καλοκαίρι του 1915 (μαζί με τον αδελφό του Alberto Savinio) για λόγους στρατιωτικής θητείας. Έχει αφήσει πίσω του τη Φλωρεντία, όπου τα δυο αδέλφια είχαν συναναστραφεί με τη λογοτεχνική συντροφιά του πρωτοποριακού περιοδικού “Lacerba” (τίτλος που υποδήλωνε τέχνη «άγουρη» αιχμηρή, ακατέργαστα ριζοσπαστική), το οποίο και είχε φιλοξενήσει άρθρο για αυτούς υπογεγραμμένο από τον Ardengo Soffici. Στη Ferrara γνωρίζεται με τον εσωστρεφή και δύστροπο Corrado Govoni, αλλά και με το ζωγράφο που γίνεται ο «μεταφυσικός σύντροφός» του, τον Filippo de Pisis. Έπειτα, με τον σπουδαίο Giorgio Morandi, αλλά και με τον πρώην φουτουριστή Carlo Carrà. Η άφιξη του De Chirico στην ιταλική πόλη σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης περιόδου της μεταφυσικής καλλιτεχνικής του παραγωγής.
Ο De Chirico στην «πόλη των Este» αισθάνεται στην αρχή αμήχανος και αποπροσανατολισμένος· τον διακατέχει η νοσταλγία για το Παρίσι του Guillerme Apollinaire και του Paul Guillerme, ποιητών με τους οποίους διατηρούσε πυκνή αλληλογραφία. Η πόλη τού φαίνεται σαν βυθισμένη σε βαθιά νάρκη, νωθρή, κλειστή, με μελαγχολική κενότητα. Την περπατά κυρίως τα βράδια, περιπλανιέται στην ερμητική και σιωπηλή καρδιά του ιστορικού της κέντρου, στο σκοτεινό βάθος των στοών, στις έρημες πλατείες της. Βουτώντας τις νύχτες στα δρομάκια της για τα «μυστηριώδη λουτρά» του —για να δανειστώ εδώ καταχρηστικά τον τίτλο από μεταγενέστερη εικαστική του ενότητα— αναπάντεχα ανακαλύπτει, παρατεταγμένα στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων του εβραϊκού γκέτο, παράδοξα μπισκότα, κριτσίνια και γλυκίσματα που τον θέλγουν ιδιαίτερα χάρη στην ιδιομορφία των σχημάτων τους. Τα γλυκά αυτά παρασκευάσματα με τις ακανόνιστες, παράξενες κι ασυνήθιστες μορφές —μορφές σχεδόν μεταφυσικές— γεννούν στην ψυχή του ένα σπάνιο αίσθημα ανοικείωσης και μυστηρίου. Τα γλυκά αυτά παρασκευάσματα με τα άκρως ασυνήθιστα σχήματά τους (αληθινά εικαστικά στοιχεία φορτωμένα με πλήθος συνειρμών, συμβολισμών και αλληγορικών προεκτάσεων) συνεισφέρουν στη δημιουργία μιας άκρως ποιητικής όσο και αινιγματικής ατμόσφαιρας στις ζωγραφικές συνθέσεις αυτής της περιόδου. «[…] με ενέπνευσαν, στο μεταφυσικό πεδίο όπου εργαζόμουν τότε, ορισμένες όψεις από φερραρέζικους εσωτερικούς χώρους, ορισμένες βιτρίνες, κάποια καταστήματα και κατοικίες, συγκεκριμένες συνοικίες όπως το παλαιό γκέτο, όπου έβρισκε κανείς γλυκίσματα και μπισκότα με μορφές υπέρμετρα μεταφυσικές και παράδοξες», σημειώνει στο κείμενο του “Memorie” («Αναμνήσεις»). Αλλά κι ο (συγγραφέας) αδελφός του, Alberto Savinio στο έργο του “Hermafrodito” (1918) αναπολεί και καταγράφει με ενθουσιώδη νοσταλγία τα ίδια γλυκά: «Στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστών υψώνονται σε πελώριες πυραμίδες τα μαύρα, παραδοξότατα γλυκίσματα που κανένα ζωντανό πλάσμα δεν έφαγε ποτέ ούτε θα φάει. Κομμένα, αποκαλύπτουν τη σύνθετη, σχεδόν ορυκτολογική ανατομία του εσωτερικού τους».
Σε μια ζωγραφική του σύνθεση του 1916 υπό τον τίτλο “Il pomeriggio soave” («Το γλυκό απομεσήμερο») παρατηρεί κανείς μπισκότα σχεδόν να αιωρούνται γραμμικά μέσα σ’ ένα πλαίσιο έντονου μπλε χρώματος —σαν κάδρο μέσα σε κάδρο. Τα μπισκότα —που επιδεικνύονται κάτω από μια κυλινδρική ράβδο-γλύκισμα και είναι αραιοπασπαλισμένα με κρυσταλλική ζάχαρη— παρουσιάζονται σαν κοσμήματα ή σαν πετρώματα, άψογα στοιχισμένα και ευθυγραμμισμένα, εκτεθειμένα σαν ανώμαλα ευρήματα εντός έρημου αστικού τοπίου απογυμνωμένου από οποιοδήποτε παραπληρωματικό θέμα. Μοιάζουν σαν να αντιπαρατίθενται με τη φρεσκάδα και τη τραχιά υφή τους στο λείο οργανωμένο σύστημα από γωνίες και γραμμές που ρίχνει μακρές και απότομες σκιές πάνω στα επίπεδα —μια υπέρκομψη υπερρεαλιστική και γεωμετρική εικόνα όπου τα μπισκότα καθίστανται οπτικά σύμβολα κρυφών νοημάτων.
Σε μια ζωγραφική του σύνθεση (και πάλι του 1916) με τίτλο “La rivolta del saggio” («Η εξέγερση του σοφού») ο De Chirico δημιουργεί ένα μεταφυσικό, σχεδόν εσωτερικό, τοπίο γεμάτο αντικείμενα που δεν έχουν εμφανώς λογική σχέση μεταξύ τους (αλληγορία της αποσύνδεσης των σκέψεων εν καιρώ πολέμου) και είναι τοποθετημένα σε χώρο με αποπροσανατολιστική προοπτική: πλαίσια, μετρητικά εργαλεία και μπισκότα. Να είναι άραγε η επανεμφάνιση των μπισκότων ένα άθροισμα ονείρων, η προβολή των (λαχταριστών) επιθυμιών του καλλιτέχνη;