Αυτές οι πρώιμες καλοκαιρινές νύχτες έχουν ένα βάρος παράξενο.
Το «εμείς» σκληραίνει μέσα τους, γίνεται πέτρα. Όταν περνάς από μέσα του, ραγίζει. Ο πληθυντικός διαπερνάται και ακυρώνεται. Τίποτα δε μένει ολόκληρο.
Οι μοναχικοί περπατούν στα λιγοστά πάρκα των μεγαλουπόλεων. Δεν έχουν σκοπό. Μόνο κίνηση. Από μακριά, το βουητό των σπιτιών ακούγεται σαν τραγούδι που δεν θυμάσαι πια. Σαν ραδιοκύματα. Οι φωνές μπερδεύονται με την ανεξέλεγκτη βλάστηση και το σκοτάδι, ζεστό, τις απορροφά.
Η πρασινάδα μοιάζει με νησίδα.
Αντανακλάται στα ακίνητα νερά των λιμνών.
Τίποτα δεν ταράζεται.
Το καρναβάλι έχει τελειώσει.
Το πετροποιημένο «εμείς» απομακρύνει. Η σύζευξη αποφεύγεται, όπως αποφεύγεται το «ίσως» ανάμεσα στο ναι και το όχι. Οι μάσκες έγιναν τέφρα. Όχι θεαματικά· αθόρυβα, μέσα στην αλύγιστη καθημερινότητα.
Ο κόσμος έξω από τα θερινά πάρκα είναι άλλος.
Εκεί η παροδικότητα επιμένει χωρίς υπόσχεση διάρκειας. Τα βήματα χαράζουν κάτι ανεπαίσθητο, έναν μυστικισμό χωρίς τελετουργία, μέσα στο υφάδι του χρόνου.
Η σύζευξη γεννήθηκε κάποτε στο «εμείς». Τώρα περνά και αφήνει πίσω της μόνο τη στιγμή της παράστασης. Ο κύκλος μοιάζει να κλείνει. Πάνω στο κοινό τραπέζι μένει μια αδρή μελαγχολία ― για την ατολμία.
Φοβούνται μήπως απολιθωθούν.
Μήπως γίνουν μάρμαρα μιας σκέψης που δηλητηριάζει, καθώς βαδίζουν μόνοι στα άδεια πάρκα.
Κι όμως,
επιστρέφουν ξανά
στην πλήξη
του πετροποιημένου «εμείς».