Το σπίτι




Πάει καιρός τώρα που σαν τις ξωθιές στα ρουμάνια τις νύχτες, ξωθιά κι εγώ πλανιέμαι σε σπίτια εγκαταλελειμμένα πια από ανθρώπους αλλά έμπλεα σκιών, σκιών που κάποτε ενδεδυμένες την φθορά της ανθρώπινης υπόστασης τους έζησαν από τη μέσα μεριά των πέτρινων τοίχων τους.

Τις ασέληνες νύχτες, μπαινοβγαίνω στις σκοτεινές κάμαρες αυτών των σπιτιών, ψαύοντας τους φαινομενικά άψυχους τοίχους τους, στήνοντας αυτί στους ψιθύρους, όμοια με εξομολογήσεις μιας ζωής που σκόνταφτε στο διάβα της πάνω σε χαρές, ―λιγότερες αυτές―  και λύπες επαναλαμβανόμενες. Σε υποσχέσεις που κρατήθηκαν κι άλλες που πέρασαν για πάντα στη λήθη.

Εγώ προτιμώ εκείνα τα σπίτια που  μοιάζουν να έχουν βυθιστεί έξω από τον χρόνο.

Συνοδοιπόροι του ονείρου αν θελήσετε να γίνετε, μπορώ να σας οδηγήσω σ’ αυτόν τον κόσμο των ίσκιων, των αναχωρητών της ζωής.  Μα πρέπει να έρθετε νύχτα.

Την ημέρα αυτά τα σπίτια κρύβονται.

Παριστάνουν τα ερείπια.

Στέκονται ακίνητα στον ήλιο, στη βροχή, στον αέρα. Κι αφήνουν τους περαστικούς να τα προσπερνάνε άφοβα, σίγουροι πως δεν απέμεινε τίποτε ζωντανό εντός τους.

Τις νύχτες ―και κυρίως τις ασέληνες― όμως αλλάζουν.  Αποβάλουν το παραπλανητικό χιλιομπαλωμένο ρούχο του σήμερα και ενδύονται εκείνο το άλλο, το βαρύ των απροσδιόριστων χαμένων ή κερδισμένων αναμνήσεων. 

Ελάτε.  Αφεθείτε μαζί μου σε μια ξενάγηση του ονείρου και της πραγματικότητας. Μη φοβηθείτε την ανεπαίσθητη ανάσα των τοίχων τους. Το τρίξιμο των ξύλινων πατωμάτων από το βάρος βημάτων που έσβησαν στο διάβα του χρόνου.

Οι πόρτες τους ανοίγουν ελάχιστα, όσο χρειάζεται να περάσει στο άνοιγμα τους ένας ψίθυρος.

Κι αν σταθείτε αρκετή ώρα ακίνητοι, θα καταλάβετε πως τα σπίτια έχουν τις δικές τους θύμησες.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν γρήγορα. Ή, το συνηθέστερο, προδίδουν οι ίδιοι τη μνήμη τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν.

Τα σπίτια όχι.

Οι τοίχοι των σπιτιών ανάμεσα στις ρωγμές τους έχουν κλείσει κάθε λέξη που ειπώθηκε, κάθε φόβο, κάθε νύχτα αρρώστιας, κάθε βλέμμα που έμεινε μετέωρο μπροστά σε μια κλειστή πόρτα.

Σκέφτομαι καθώς μπαινοβγαίνω στα δωμάτια πως ολόκληρες ζωές συνεχίζουν να περιφέρονται εκεί μέσα σαν επίμονες αναμνήσεις που αρνούνται να σβήσουν.

Γι’ αυτό κι εγώ τρυπώνω τις νύχτες σ’ αυτά τα σπίτια.

Όχι από περιέργεια.

Μα από μια ιδιότυπη υποχρέωση.

Κάποιος πρέπει ν’ ακούσει όσα εκείνα εξακολουθούν να ψιθυρίζουν.

Ελάτε, λοιπόν, συνοδοιπόροι μου.      

Ήρθε η ώρα να σας δείξω ένα σπίτι διαφορετικό από τα άλλα.

Ένα σπίτι κρυμμένο πίσω από θεόρατες καρυδιές και αγριοσυκιές που έχουν σχεδόν καταπιεί την αυλή του. Τον χειμώνα η ομίχλη κατεβαίνει χαμηλά και το σκεπάζει τόσο βαθιά ώστε μοιάζει να επιπλέει έξω από τον κόσμο τούτο.

Κανείς δεν πηγαίνει πια εκεί.

Ακόμα κι αυτοί που γεννήθηκαν στον ίδιο μ’ αυτό τόπο αποφεύγουν να προφέρουν ακόμα και το όνομά του.

Εγώ… Όχι, βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που στέκομαι μπροστά του.

Κι όμως, κάθε φορά που το αντικρίζω, έχω την ίδια αίσθηση  πως το σπίτι με περιμένει.

Όχι σαν τόπος.

Σαν παρουσία.

Σαν κάτι που είχε αποκτήσει μέσα στα χρόνια τη δική του βούληση και που, πίσω από τα θαμπά τζάμια και τους ξεφτισμένους σοβάδες, παρακολούθησε σιωπηλά όσους έφυγαν από τα σπλάχνα του, βέβαιο πως αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζαν κοντά του.

Ίσως, γιατί κατά πως λένε, κάποια σπίτια δεν χτίζονται μόνο με πέτρες.

Χτίζονται με φόβους, με σιωπές και με ζωές που έμειναν ανολοκλήρωτες.

Η εξώπορτα πάντα ξεκλείδωτη.

Ελάτε, λοιπόν, ας μπούμε μέσα…  Θα νοιώσετε. σίγουρα, εκείνη τη μυρωδιά που έχουν μόνο εκείνα τα σπίτια όπου τα κατοίκησε για χρόνια η δυστυχία. Υγρασία, κλεισούρα, παλιά υφάσματα, λιβάνι, και κάτι άλλο — κάτι πιο βαθύ και άρρητο, σαν ανάσες ανθρώπων ανήσυχου ύπνου.

Στην τραπεζαρία υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο καρυδένιο τραπέζι.

Μια καρέκλα πεσμένη στο πλάι.

Ένα ποτήρι αναποδογυρισμένο.

Και στον τοίχο, μια φωτογραφία.

Δυο γυναίκες.

Η μία καθιστή. Η άλλη όρθια πίσω της, με το χέρι ακουμπισμένο στον ώμο της πρώτης.

Δεν χαμογελούν… Ποτέ δεν χαμογέλασε καμιά τους.

Αν, σταθείτε  πολλή ώρα μπροστά στη φωτογραφία,

θα δείτε κάτι παράξενο να πλανάτε στα πρόσωπά των δυο γυναικών. Δεν είναι λύπη. Μήτε φόβος.

Είναι κάτι χειρότερο…

Παραίτηση.

Σαν να γνώριζαν ήδη πως ο χρόνος αμείλικτος στο διάβα της ζωής τους δεν θα τις άφηνε ποτέ να φύγουν πραγματικά από εκεί μέσα.

Ρωτάτε αν έχουν όνομα αυτές οι γυναίκες.  Ναι έχουν!

Δέσπω και Πέτρα.

Αδελφές.

Όταν ήταν παιδιά, κοιμούνταν στο ίδιο πάντα κρεβάτι τους χειμώνες, γιατί η υγρασία κατέβαινε από τα σπασμένα κεραμίδια της στέγης και το σπίτι πάγωνε σαν εκκλησία εγκαταλελειμμένη. Η Δέσπω φοβόταν πάντα το σκοτάδι και ζητούσε από την Πέτρα να της λέει ιστορίες ώσπου να αποκοιμηθεί.

Κι η Πέτρα της έλεγε ιστορίες επινοήσεις της στιγμής — για καράβια που χάνονταν σε θάλασσες δίχως όνομα, για γυναίκες που δραπέτευαν νύχτα από πέτρινους πύργους, για πόλεις όπου κανείς δεν έκλαιγε ποτέ.

Η Δέσπω την άκουγε πάντα με μάτια ορθάνοιχτα.

«Θα φύγουμε κάποτε κι εμείς;» τη ρωτούσε κάποιες φορές.

Μα η Πέτρα δεν απαντούσε αμέσως.

Γιατί ήξερε πως υπήρχαν άνθρωποι που γεννιούνταν ήδη δεμένοι μ’ έναν τόπο. Με ένα σπίτι.  Κι όσο κι αν απομακρύνονταν από αυτόν, ένα κομμάτι τους έμενε για πάντα εκεί.

Μεγαλώνοντας η Δέσπω έγινε όμορφη μ’ έναν τρόπο εύθραυστο και σχεδόν θλιμμένο. Περπατούσε στις μύτες μέσα στο σπίτι σαν να φοβόταν πως θα ξυπνήσει κάτι που σίγουρα κοιμόταν στους ξεφτισμένους σοβάδες των τοίχων.

Η Πέτρα τη θαύμαζε και ταυτόχρονα τη λυπόταν.

Ήξερε πως ―όπως εκείνη έτσι και η αδελφή της€ είχαν γεννηθεί με το βάρος μιας ζωής διαφορετικής από εκείνη που λάχαινε σε άλλες γυναίκες.

Το σπίτι ―πάντα αυτό και από τότε― ήταν η στάμπα και οι μοίρα της οικογένειας.

Μα όταν εμφανίστηκε ο άντρας του αρραβώνα, η Πέτρα πίστεψε πως ίσως το σπίτι θα άφηνε επιτέλους μία από τις δυο τους να σωθεί.

Κι η  Δέσπω εκείνες τις μέρες…

Άνοιγε τα παράθυρα.

Άφηνε το φως να μπει στα δωμάτια.

Και σιγοτραγουδούσε καθώς χτένιζε τα μαλλιά της.

Το σπίτι έμοιαζε να μικραίνει μπροστά στην επιθυμία της να φύγει.

Μα όταν τα σπίτια ασφυκτιούν πεισμώνουν.

Κι αυτό αντέδρασε. Έδιωξε τον άντρα τού αρραβώνα… Τον έδιωξε όπως ξέρουν να διώχνουν τους άντρες τα σπίτια που θέλουν μόνο γυναικεία μυρωδιά να ποτίζει τις γωνιές τους.

Το σπίτι κέρδισε, μα  η Δέσπω δεν έκλαψε.

Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό.

Άρχισε απλώς να σωπαίνει όλο και περισσότερο.

Καθόταν ώρες ακίνητη κοιτάζοντας την αυλή τους σαν να περίμενε κάποιον που δεν θα ερχόταν ποτέ. Τα βράδια πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο κρατώντας ένα κερί, λες και έψαχνε κάτι που είχε χαθεί πολύ πριν γεννηθεί.

Κι ήταν τότε που η Πέτρα ένιωσε πως η αδελφή της δεν φοβόταν πια τη μοναξιά.

Μόνο φοβόταν το ίδιο το σπίτι.

Μα ήταν ήδη αργά.

Γιατί η Πέτρα, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, είχε αρχίσει να ζει κι εκείνη μόνο μέσα από την αγωνία της Δέσπως. Οι φόβοι της  γίνηκαν και δικοί της φόβοι.

Άκουγαν μαζί τους νυχτερινούς τριγμούς.

Πεταγόταν μαζί από τον ύπνο.

Αφήνανε ανοιχτές τις πόρτες τα στους διαδρόμους για να καθησυχάζουν η μια την άλλη.

Σιγά σιγά οι δυο αδελφές έμοιαζαν να βυθίζονται σε έναν κοινό ύπνο.

Ή σε μια κοινή παραίσθηση.

Το σπίτι τις κατάπινε.

Υπήρχαν νύχτες που η Πέτρα ξυπνούσε και έβλεπε τη Δέσπω να στέκεται ακίνητη δίπλα στο παράθυρο.

«Ακούς;» τη ρωτούσε.

Κι η Πέτρα, παρότι δεν άκουγε τίποτε, απαντούσε ψιθυριστά:

«Ακούω».

Όχι για να μην την τρομάξει.

Αλλά γιατί δεν ήταν πια βέβαιη πως πράγματι δεν υπήρχε τίποτε ν’ ακούσει.

Και… Ναι, τα χρόνια περνούσαν.

Έξω άλλαζαν κυβερνήσεις, πέθαιναν άνθρωποι, γεννιούνταν παιδιά, μα μέσα σ’ εκείνο το σπίτι ο χρόνος έμοιαζε να μένει ακίνητος.

Τα βράδια οι δυο αδελφές άκουγαν βήματα από το πάνω πάτωμα.  Καρέκλες να σέρνονται. Ψίθυρους πίσω από κλειστές πόρτες.

Μερικές φορές η Δέσπω ξυπνούσε και στεκόταν ακίνητη στον διάδρομο.

«Μας κοιτάζουν οι τοίχοι», έλεγε.

Η Πέτρα δεν απαντούσε.

Μονάχα άνοιγε ένα παράθυρο.

Έτσι πέρασαν σχεδόν ολόκληρη η ζωή τους.

Μέσα σε δωμάτια μισοσκότεινα, ανάμεσα σε εικονίσματα, κουφωτά παντζούρια και φόβους που με τον καιρό έπαψαν να χρειάζονται αιτία για να υπάρχουν.

Κάποια νύχτα η Δέσπω πέθανε.

Ή ίσως εξαφανίστηκε.

Οι ιστορίες διαφέρουν.

Σε τέτοια σπίτια η αλήθεια χαλάει εύκολα, όπως τα υφάσματα που μένουν χρόνια στην υγρασία.

Η Πέτρα έμεινε μόνη.

Και τότε κατάλαβε πως το σπίτι δεν πενθούσε τη Δέσπω.

Του αρκούσε που υπήρχε εκείνη… Που χρόνια ολόκληρα τριγυρνούσε μέσα στα ίδια δωμάτια σαν να είχε γίνει κι η ίδια ένα από τα έπιπλα.

Ώσπου ένα βράδυ, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, άγγιξε το μάνταλο της εξώπορτας και ένιωσε ξαφνικά πως, αν δεν έφευγε εκείνη τη στιγμή, δεν θα έφευγε ποτέ.

Έξω δεν υπήρχε φως.

Μονάχα ένας άνεμος ψυχρός και μυρωδιά βρεγμένης γης.

Θυμάμαι ακόμη το τρίξιμο της πόρτας.

Το σπίτι αντιστάθηκε.

Όχι σαν ζωντανός οργανισμός — αυτό θα ήταν απλούστερο. Αντιστάθηκε όπως αντιστέκεται η μνήμη όταν προσπαθείς να την εγκαταλείψεις.

Οι σανίδες έτριζαν πίσω μου.

Οι τοίχοι αναστέναζαν.

Και για μια στιγμή πίστεψα πως άκουσα τη φωνή της Δέσπως.

Όχι φοβισμένη.

Γαλήνια.

«Φύγε τώρα», μου είπε.

Κι εγώ έφυγα.

Δεν ξαναγύρισα ποτέ.

Μα καμιά φορά, τις ασέληνες νύχτες, συνεχίζω να περπατώ ανάμεσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια και να οδηγώ ανθρώπους σαν κι εσάς μέσα στα σκοτεινά δωμάτιά τους.

Ίσως γιατί φοβάμαι πως αν πάψω να μιλώ γι’ αυτά, θα χαθούν οριστικά.

Ίσως γιατί τα σπίτια θυμούνται καλύτερα από τους ανθρώπους.

Ή ίσως γιατί κάποτε υπήρξα κι εγώ μία από τις σκιές τους.

Εγώ η Πέτρα.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: