
Το πρώτο πρόβλημα: Τα πράγματα καθ’ εαυτά. Ο καντιανός κόσμος ο υφιστάμενος an sich. Έτσι ξεκινά η αγωνία. Από τη συνειδητοποίηση του ορίου, πέρα από το οποίο βρίσκεται η ανερμήνευτη πραγματικότητα και η γλώσσα δεν έχει ισχύ. Τότε επεμβαίνει ο μεταμοντερνισμός ο οποίος μετατρέπει το συναίσθημα της αγωνίας σε ειρωνία και την άναυδη στάση του αδιέξοδου σε θάρρος ή και θράσος. Το μεταμοντέρνο, λοιπόν, επαγγέλλεται τη συνέχεια της ομιλίας και της γραφής, πέρα από το όριο από όπου ο κόσμος ξεδιπλώνεται μέσα στην ανερμήνευτή του ολότητα. Και δρομολογεί αυτή τη συνέχεια χάρη σε ένα τέχνασμα: Μετατοπίζοντας, στο διαλεκτικό δίπολο ποίησις – μίμησις, όλο το βάρος στον πρώτο πόλο. Ώστε η γλώσσα καθίσταται ικανή να δημιουργεί ένα πλήθος από κειμενικές πραγματικότητες στη θέση του ενός και ανερμήνευτου κόσμου.
Το δεύτερο πρόβλημα: Το καθ’ εαυτό κείμενο. Ως μια καντιανή, πάλι, επικράτεια υφιστάμενη an sich. Πέρα από τη δυνατότητα οριστικής αποτύπωσής του από τη γραφή. Έτσι διπλασιάζεται η αγωνία. Όταν ανακαλύπτεις ότι το κείμενο το οποίο, με το μεταμοντέρνο σου τέχνασμα, θα αντικαθιστούσε την πραγματικότητα, υπόκειται, με τη σειρά του, στη συνθήκη μιας αυτόνομης σφαίρας του πραγματικού. Αυτονομία, βέβαια, η οποία έλκει την καταγωγή και από τον μεταμοντερνισμό, από την αποδομιστική απόληξή του.
Η λύση που δίνει η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη στα παραπάνω προβλήματα, στα τέσσερα μέχρι τώρα βιβλία της, την αρμενόπετρα, την ηλιοτυπία, τη χαρτογραφία και την ανεράδα
(2021, 2022, 2023, 2024, αντίστοιχα, όλα από τις εκδόσεις Μανδραγόρας), βασίζεται στην οντολογία. Στην οντολογία των λέξεων και σε αυτήν του ποιήματος. Τι είναι το ποίημα; Τι είναι οι λέξεις; Εδώ, βέβαια, παραμονεύει ο κίνδυνος της μεταφυσικής. Ιδιαίτερα, σε μια κουλτούρα όπως η ελληνική, η οποία χαρακτηρίζεται από τον ιδεολογικοποιημένο κοινό νου και τη συναφή απουσία του ορθολογισμού. Η Χρηστάκη δεν αποφεύγει, ακριβώς, τη μεταφυσική. Τη γειώνει, όμως, θέτοντάς την σε ένα πραγματιστικό πλαίσιο: Μεταφράζοντας το οντολογικό αίτημα, το οποίο ανακύπτει, σε αισθητικό πρόγραμμα. Σε ένα σύνολο τεχνικών, από το οποίο απαρτίζεται μια μέθοδος με κύρια γνωρίσματα την αυτοαναφορικότητα και τον αναστοχασμό.
Ο πυρήνας αυτής της μεθόδου έγκειται στο γεγονός ότι στα ποιήματα προβάλλεται η διαδικασία η οποία προηγείται της δημιουργίας ενός τέλειου ποιήματος. Μοτίβα όπως το ανοιχτό ή το παλίμψηστο ή το αθέατο κείμενο χρησιμοποιούνται, συστηματικά, για να επισημανθεί ότι, εδώ, η ποιητική επικεντρώνεται στο να στοχάζεται το άρτιο τελικό αποτέλεσμα και, ταυτόχρονα, να αναβάλλει, διαρκώς, την επίτευξή του. Συνακόλουθα, τα ποιήματα συνιστούν θραύσματα και φευγαλέες προαπεικονίσεις ενός ακεραιωμένου ποιήματος το οποίο δεν προορίζεται να ακεραιωθεί. Παραμένουν, συνειδητά, στη φάση της προετοιμασίας του. Αποτελούν διαφορετικές εκδοχές του προστάδιου πριν από αυτήν τη μονίμως αναβαλλόμενη τέλεια μορφή. Σε σύμβολο της προηγούμενης πρακτικής ανάγεται το υφαντό της Πηνελόπης, το οποίο, συνεχώς, υφαίνεται και ξηλώνεται.
Το συγκεκριμένο αισθητικό πρόγραμμα θα μπορούσε να φέρει ένα θεωρητικό φορτίο και να καταλήξει σε τεχνικές πειραματικές. Εάν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει είναι επειδή οι συλλογές της Χρηστάκη λαμβάνουν τον χαρακτήρα μιας τελετουργίας. Στη σύλληψη των ποιημάτων ως στιγμιοτύπων ενός ritual οφείλεται και η επιλογή ενός ορισμένου λυρικού ύφους. Πρόκειται για έναν τύπο λυρισμού ο οποίος θα μπορούσε να ονομαστεί «προποιητικός», αφού αναφέρεται στην τελετουργία όπου αναδεικνύεται η διαρκής προσδοκία ενός τέλειου ποιήματος.
Καλείς γύρω από μια φωτιά.
Να πεις την ιστορία.
Ψάχνεις το μαγικό συστατικό.
Να προκαλέσεις το θαύμα·
να τους κρατήσεις όλους ακίνητους
για μια μικρή στιγμή.
Και παίρνεις τη χύτρα.
Της θεογνωσίας.
Ανακατεύεις τον χυλό
του προποιητικού υλικού.
Ακροβατείς κι ακροβατείς.
Αλλάζοντας γωνίες οπτικές.
Απέναντι στο ποίημα.
Θάλασσα σκοτεινή η διαδικασία.
Και παίρνεις το δίχτυ ασφαλείας.
Το ρίχνεις.
Πάνω στο ποίημα.
Κι εκείνο σώζεται.
(Ηλιοτυπία, σελ. 39)
Η Ηλιοτυπία δεν αποτελεί μια απλή συλλογή αλλά μια ενιαία σύνθεση. Το χαϊντεγκεριανό ρίξιμο του ανθρώπου στον κόσμο μετατρέπεται, εδώ, στο βύθισμα της ενδοκειμενικής ποιήτριας μέσα στην πραγματικότητα. Ο προποιητικός λυρισμός επιστρατεύεται για την παρακολούθηση των αναβαθμών της πορείας της. Περιγράφονται διεργασίες όπως η ένταξή της μέσα στην ιστορική συνέχεια των ομοτέχνων της και ο εφήμερος, κάθε φορά, καθορισμός της στάσης της απέναντι στους άλλους και τα πράγματα.
Αναλυτικότερα: Μέσα από την εκτύλιξης μιας τελετουργικής διαδικασίας, κατά την οποία η γυναίκα αποκτά την επίγνωση της ρευστής, έστω, ταυτότητάς της ως ποιήτριας, αντιμετωπίζονται, προσωρινά, τόσο η απροσδιοριστία του εαυτού όσο και η μη ερμηνεύσιμη πραγματικότητα. Υπογραμμίζεται η αντιστοιχία ανάμεσα στον επανεπινοούμενο, κάθε τόσο, εαυτό και σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται συνεχώς, που διαμορφώνεται εκ νέου, ξανά και ξανά, μέσω της τέχνης. Τα ποιήματα της Ηλιοτυπίας συνιστούν, επίσης, εκδοχές του προστάδιου πριν από τη δημιουργία ενός τέλειου ποιήματος. Θραύσματα και φευγαλέες προαπεικονίσεις του. Η σχεδόν γένεσή του, η οποία αναφέρεται στο πιο πάνω παρατιθέμενο ποίημα, λίγο πριν το κλείσιμο της συγκεκριμένης σύνθεσης, παραμένει ανολοκλήρωτη. Η οριστική και ακέραιη μορφή δεν εμφανίζεται. Σε όλη την έκταση της σύνθεσης αναπτύσσεται μόνο η φάση που την προετοιμάζει. Έτσι, η Ηλιοτυπία, το δεύτερο κατά σειράν ποιητικό βιβλίο της Μαρίνας Μιχαήλ Χρηστάκη, προσέχει, με κλιμακούμενη ένταση, σε αυτήν την εσαεί αναμενόμενη ιδανική ολοκλήρωση.