Ένα σκοτεινό παραμύθι

Ένα σκοτεινό παραμύθι

Ελένη Στελλάτου, «Καιρός των κρυστάλλων», Πόλις 2025


Μια παράξενη ασθένεια προσβάλλει τους κατοίκους μιας μικρής παραθαλάσσιας πόλης, με τον έναν μετά τον άλλον να γίνονται θανατερά λευκοί, ψυχροί και άκαμπτοι, ενώ μαύρες γραμμές εμφανίζονται στο δέρμα τους, γραμμές ακτινωτά γύρω από την καρδιά τους. Οι ασθενείς βρίσκουν τον θάνατο όταν τελικά θρυμματίζονται σε χίλια κομμάτια, σαν να μετατράπηκαν σταδιακά σε γυαλί. Ο ντρογκερίστας της μικρής πόλης, απρόθυμα στην αρχή αλλά με ζήλο και προσήλωση στην πορεία, θα προσπαθήσει να λύσει το μυστήριο και να βρει το φάρμακο που θα αντιστρέψει την πορεία της ασθένειας. Το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Στελλάτου με τίτλο Καιρός των Κρυστάλλων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, αποφεύγει να τοποθετηθεί σε τόπο και χρόνο: τα ονόματα είναι ένα ετερογενές μείγμα ισπανικών και γερμανικών, και κανένα ιστορικό πλαίσιο δεν δίνεται· μπορεί κάποιος μόνο να συναγάγει ότι η ιστορία εκτυλίσσεται πριν την επέλαση των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων όπως η τηλεόραση ή το τηλέφωνο. Όπως γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό, η συγγραφέας κατασκευάζει σχεδόν από το μηδέν έναν μικρόκοσμο, μια σύνθεση από πρώτες ύλες οικείες και αναγνωρίσιμες, που όλες μαζί δίνουν κάτι ολότελα καινούριο, το οποίο εντούτοις συμπληρώνεται και εμπλουτίζεται από πλήθος διακειμενικών αναφορών και συμβολισμών, που μ’ αυτόν τον τρόπο αναπνέουν ελεύθερα και λειτουργούν χωρίς τους περισπασμούς της “πραγματικής” ή και ιστορικής πραγματικότητας.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα περίπου ισομεγέθη μέρη, καθένα εκ των οποίων σε μικρότερα αριθμημένα κεφάλαια, δίνοντας έτσι στην ανάγνωση ισορροπία, ρυθμό και ανάσα. Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο ντρογκερίστας ονόματι Εμανουέλ Περόν, αν και η η αφήγηση δεν μένει αυστηρά πάντα στο δικό του βλέμμα. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άντρας, μάλλον λίγο πριν τα τριάντα, τρίτη γενιά ντρογκερίστας – η επιλογή της ιδιαίτερης αυτής λέξης, αντί της πιο πεζής και καθημερινής “φαρμακοποιός”, δημιουργεί από μόνη της ατμόσφαιρα. Ο Εμανουέλ κληρονόμησε τη ντρογκερία από τον πατέρα του, που κι εκείνος την είχε κληρονομήσει από τον δικό του πατέρα, και συνεχίζει το επάγγελμα, μάλλον απομονωμένος από την υπόλοιπη κοινότητα, παρότι η εργασία του τον φέρνει σε καθημερινή επαφή με τους συμπολίτες του. Η διαφορετικότητά του –είναι αλμπίνος– τον αναγκάζει να αποφεύγει το έντονο φως, ενώ ακόμα και όταν κυκλοφορεί στην πόλη τραβάει συνήθως ανεπιθύμητα βλέμματα. Η ιστορία ξεκινά μετά τον θάνατο και των δύο γονιών του, με τον Εμανουέλ να ζει μόνος, με μοναδική συντροφιά την ηλικιωμένη οικιακή βοηθό, τη Νένα, που είναι περισσότερο μέλος της οικογένειας παρά απλή εργαζόμενη.
Όταν τα κρούσματα της μυστηριώδους ασθένειας ξεκινούν και πολλαπλασιάζονται, ο Εμανουέλ, σαν άλλος ντετέκτιβ, θα προσπαθήσει να εντοπίσει το αρχικό αίτιο, τον τρόπο μετάδοσης, αλλά και κάποιον τρόπο αντιμετώπισης, έναν τρόπο αντιστροφής της πορείας προς τον θάνατο που μοιάζει αναπότρεπτη. Η προσπάθειά του, όμως, αυτή μοιάζει απρόθυμη. Φαίνεται περισσότερο να πυροδοτείται από το επιστημονικό του ενδιαφέρον, από την αγανάκτησή του για τους αγύρτες που προσπαθούν να επωφεληθούν από αυτή την κρίση. Ο ίδιος δεν θρησκεύεται, ούτε επιδίδεται σε μεταφυσικές ανησυχίες: είναι πιστός μόνο της επιστήμης του. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη διάδοση αυτής της ασθένειας, ο Εμανουέλ θα γνωρίσει μια νεαρή κοπέλα, τη Μαρία Λουίζα. Πρόκειται για τον μόνο άνθρωπο που όχι μόνο δεν απέστρεψε το βλέμμα όταν τον πρωτοείδε, αντιθέτως το άφησε να ξεκουραστεί πάνω του με τρυφερότητα κι ενδιαφέρον. Η Μαρία Λουίζα μόλις ήρθε στη μικρή πόλη από την πρωτεύουσα για να εργαστεί μαζί με τον ιερέα θείο της ώστε να βοηθήσουν ορφανά κορίτσια διδάσκοντάς τους κέντημα. Είναι για ένα πλάσμα γεμάτο ζωή και αγάπη, που θέλει να προσφέρει στην κοινότητα, ενώ ο Εμανουέλ, απογοητευμένος από αυτούς ακριβώς τους συμπολίτες που τώρα καλείται να βοηθήσει, θα προτιμούσε να μείνει στην ησυχία του.
Και όμως, δεν θα το κάνει. Έστω απρόθυμα, παρότι νιώθει ότι δεν τον συνδέει τίποτα με τους ανθρώπους που μέχρι τότε τον είχαν στο περιθώριο παρεκτός αν τους ήταν απολύτως απαραίτητος, ο Εμανουέλ θα προσπαθήσει να βρει τη λύση στον γρίφο, να αναζητήσει τρόπους ανακούφισης και θεραπείας, θα εξαντλήσει την επιστήμη του αλλά και τις βιολογικές αντοχές του, θα υψώσει στεντόρεια τη φωνή του δημοσίως ενώ θα προτιμούσε να μείνει κρυμμένος στο προστατευτικό ημίφως της ντρογκερίας του. Αντίπαλός του δεν είναι μόνο η ασθένεια αλλά και όσοι φαντασιοκοπούν και παραπλανούν το κοινό, διαδίδοντας αβάσιμες εικασίες και προωθώντας θεραπείες εμφανώς ανυπόστατες, με κίνητρο είτε την κερδοσκοπία είτε τις προσωπικές τους εμπάθειες. Οι τυχοδιώκτες που εμφανίζονται σαν κοράκια να καπηλευτούν τον ανθρώπινο πόνο, εκτός από ψεύτικες θεραπείες, θα διαδώσουν και προλήψεις, δεισιδαιμονίες, εντέλει καθαρό μίσος απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε όποιον στέκεται απέναντι στον σκοταδισμό.
Η Στελλάτου παραδίδει ένα μυθιστόρημα που κρύβει ανάμεσα στις γραμμές του πλήθος από αναφορές, μνήμες, βιώματα από την πολύ πρόσφατη ιστορία, αλλά και παραπομπές σε μερικές από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ανθρωπότητας – όλα υπαινικτικά, άρρητα, και ταυτόχρονα εκκωφαντικά. Ξεκινώντας από τον τίτλο και μόνο, δεν μπορεί κανείς παρά να ανακαλέσει στη μνήμη του τη Νύχτα των Κρυστάλλων, μια από τις μαύρες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, παγκόσμιο σύμβολο του τυφλού και καταστροφικού μίσους απέναντι στο διαφορετικό. Η παράξενη ασθένεια που μεταδίδεται στους κατοίκους της μικρής πόλης τοποθετεί αμέσως το μυθιστόρημα στην παράδοση του μαγικού ρεαλισμού, τον οποίον έχουν κατ’ εξοχήν υπηρετήσει οι μεγάλοι συγγραφείς-παραμυθάδες της Λατινικής Αμερικής ― τα ισπανικά ονόματα κάποιων από τους ήρωες και οι αναφορές στην καθολική εκκλησία είναι άλλο ένα κλείσιμο του ματιού προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, η Στελλάτου διαφοροποιείται από άλλους Έλληνες πεζογράφους που έχουν υπηρετήσει το συγκεκριμένο είδος ―πρώτη και καλύτερη έρχεται στον νου η Ζυράννα Ζατέλη―, αφού ο Καιρός των κρυστάλλων αποκτά μ’ αυτές της τις επιλογές έναν διεθνή χαρακτήρα, που δεν περιορίζεται ούτε δεσμεύεται από την ελληνική πραγματικότητα.
Το ανά χείρας βιβλίο, όμως, μπορεί να αναγνωστεί και ως αστυνομικό. Ο Εμανουέλ, σαν άλλος ερευνητής, ψάχνει, ρωτά, ανακρίνει, προκειμένου αφενός να εντοπίσει πώς μεταδίδεται η ασθένεια, και αφετέρου πώς μπορεί να θεραπευθεί. Είναι μόνος σ’ αυτήν την προσπάθεια, χωρίς κάποιον γιατρό ή κάποιον από την κεντρική κυβέρνηση να έχει έρθει να βοηθήσει. Στον δρόμο προς την εύρεση απαντήσεων αντιμετωπίζει την παραπληροφόρηση και τη διασπορά εικασιών και υποθετικών σεναρίων τα οποία δημιουργούν πανικό και σύγχυση. Σύντομα εμφανίζονται στο εμπόριο σκευάσματα τα οποία υποτίθεται ότι θεραπεύουν την ασθένεια, σκευάσματα που περισσότερο παραπέμπουν σε κομπογιαννίτικα μαντζούνια, με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Ο Εμανουέλ έχει, λοιπόν, να αντιμετωπίσει εκτός από το πραγματικό πρόβλημα ―την ασθένεια― τα μέσα ενημέρωσης που ποδηγετούν την κοινή γνώμη διαδίδοντας ανυπόστατες ειδήσεις, τους εμπόρους που βρίσκουν ευκαιρία να πλουτίσουν, και τελικά την ετοιμότητα των συμπολιτών του να συμπαραταχθούν όχι με την επιστήμη, αλλά με το μίσος και με την προκατάληψη. 
Οι αντηχήσεις της πανδημίας του κορωνοϊού που ταλάνισε την ανθρωπότητα πριν λίγα χρόνια είναι παραπάνω από εμφανείς, τόσο ως προς τη μεταδοτική ασθένεια όσο και ως προς τον ανορθολογισμό και τη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη που φαίνεται πάντα να υφέρπουν και να κάνουν την αισθητή εμφάνισή τους σε τέτοιες τεταμένες περιόδους κρίσης. Κάποιοι χαρακτήρες του βιβλίου που προσπάθησαν να καπηλευτούν αυτές τις αντιδράσεις μού θύμισαν τον αντίστοιχο χαρακτήρα στην ταινία Contagion (2011) του Στήβεν Σόντερμπεργκ, ο οποίος εν πλήρη επιγνώσει παραπλανούσε την κοινή γνώμη.
Το κομμάτι της υγειονομικής κρίσης, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη, είναι το μίσος για το διαφορετικό. Ο πρωταγωνιστής είναι αλμπίνος, και αυτή η ιδιαιτερότητα τον έχει καταδικάσει σε απομόνωση, εχθρικά βλέμματα, και την αγωνία των γονιών του μην τυχόν επόμενο παιδί τους του μοιάσει, ακόμα και φόβο για τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα – στο βιβλίο γίνεται αναφορά στην απάνθρωπη παράδοση σε χώρες της Αφρικής να ακρωτηριάζουν αλμπίνους και να διατηρούν μέλη τους ως φυλαχτά για καλή τύχη, και στο βιβλίο θα βρεθούν κάποιοι με τέτοιες αντιλήψεις. Η μοναξιά του Εμανουέλ απαλύνεται μόνο από την παρουσία της Νένα, της υπέργηρης οικονόμου, ενώ μαγεύεται από τη Μαρία Λουίζα με αρχικό έναυσμα το γεγονός ότι όταν τον πρωταντίκρισε δεν τράβηξε αποτροπιασμένη το βλέμμα, όπως οι περισσότεροι. Το μίσος στην πορεία του βιβλίου θα φανεί με γλαφυρό τρόπο πόσο μπορεί να ραγίσει μια καρδιά, και πόσο μεταδοτικό μπορεί να γίνει.

Στο σύνολό του, το βιβλίο διέπεται από μια ατμοσφαιρικότητα, η οποία επιτυγχάνεται ευθύς εξαρχής με τους όρους “ντρογκερίστας” και “ντρογκερία”, που παραπέμπουν σε άλλες εποχές και άλλα μέρη. Έπειτα, ο αναγνώστης μπαίνει στο κλίμα του βιβλίου με τις περιγραφές του καιρού και της φύσης έξω και μέσα στην πόλη: ο άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα, οι καταιγίδες, τα θαλασσοπούλια, η λίμνη έξω από την πόλη... Τα ισπανικά ονόματα των ηρώων, ανάμικτα με γερμανικά, οι καθολικοί άγιοι και ο ρωμαιοκαθολικός ναός, ο οποίος κρύβει στα ενδότερα μια κρύπτη, ο σεβάσμιος “πάδρε”, οι λατινικοί όροι για τις ονομασίες των φαρμάκων και οι ευφάνταστοι συνδυασμοί βοτάνων για τα αφεψήματα που ετοιμάζει ο Εμανουέλ φέρνουν στον νου αλχημιστές του Μεσαίωνα. Το μόνο μεταφυσικό στοιχείο στο βιβλίο είναι η παράξενη ασθένεια, κι αυτή η προσεκτική επιλογή, ενώ ο αφηγητής είναι απολύτως ορθολογικός και σκεπτόμενος ως επιστήμονας, καταφέρνει να βυθίσει τον αναγνώστη σ’ αυτό το σύμπαν που φαίνεται ότι φιλοτεχνήθηκε εξαιρετικά προσεκτικά, σαν τα κεντήματα που μαθαίνουν να κάνουν οι μικρές μαθήτριες της Μαρία-Λουίζα.

Τελικά, ο Καιρός των κρυστάλλων φέρει ευδιάκριτες τις αναφορές στο ιστορικό αλλά και λογοτεχνικό παρελθόν, καθώς και στο συχνά ζοφερό παρόν. Ωστόσο, καταφέρνει να υπερβεί τα στεγανά του τόπου και του χρόνου, και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια αλληγορία, μια σκοτεινή παραβολή για το μίσος, τη δεισιδαιμονία, τον φόβο για το διαφορετικό, τα συμφέροντα και τις προσωπικές σκοπιμότητες που για μερικούς υπερισχύουν όλων. Τέλος, δείχνει πώς μπορεί να μεταχειριστεί η κοινή γνώμη, δηλητηριασμένη από την παραπληροφόρηση, αυτούς που πράγματι και με αποδείξεις προσέφεραν ουσιαστικά και χωρίς φανφάρες στο κοινωνικό σύνολο. Ο Εμανουέλ, ο ντρογκερίστας του βιβλίου, είναι ένας πραγματικός ήρωας, σε ένα παραμύθι που όμως παραμένει σκοτεινό, όπως ίσως και η πραγματικότητα.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: