
Στις Περιπλανήσεις στο Λονδίνο της Βιρτζίνια Γουλφ (μτφρ. Βασίλη Παπαγεωργίου ―πρωτοδημοσιεύτηκε στον Χάρτη#92) η λογοτεχνία μοιάζει να επιστρέφει στη μοντέρνα περιπατητική: κάποια που περπατά μόνη μέσα σε μια πόλη και στοχάζεται πάνω στον περιβάλλοντα χώρο. Κι όμως, ελάχιστοι συγγραφείς κατόρθωσαν να μετατρέψουν αυτή την απλή χειρονομία σε τόσο ακριβή ανατομία της συνείδησης όσο η Γουλφ. Η αφορμή είναι σχεδόν γελοία —η αγορά ενός μολυβιού— όμως οι μεγάλες εσωτερικές μετατοπίσεις ξεκινούν πάντοτε από κάτι ασήμαντο. Το Λονδίνο ανοίγεται μπροστά της όχι ως πόλη αλλά ως ρεύμα αισθήσεων, αντανακλάσεων και φευγαλέων ανθρώπινων παρουσιών. Οι περαστικοί δεν γίνονται χαρακτήρες· γίνονται στιγμιαίοι κόσμοι σημείων, νοημάτων και προταγμάτων για τη ζωή. Η πρόζα της Γουλφ διαθέτει μια σχεδόν υδάτινη κίνηση. Οι προτάσεις προχωρούν όπως το βλέμμα μιας περιπλάνησης: χωρίς προορισμό αλλά με απόλυτη ακρίβεια. Ένα αντικείμενο σε μια βιτρίνα, ένας ηλικιωμένος άντρας, μιαν αχτίδα φωτός πάνω σε γυαλί — όλα αποκτούν για λίγες γραμμές τη βαρύτητα της αποκάλυψης πριν χαθούν ξανά μέσα στην ανωνυμία της πόλης. Αυτό είναι ίσως το μεγάλο μοντερνιστικό της επίτευγμα: η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν συγκροτείται από γεγονότα αλλά από περάσματα.Η μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου αποφεύγει σοφά τον εξωραϊσμό. Διατηρεί τη λεπτή παλμική αστάθεια της γλώσσας, εκεί όπου η σκέψη δεν ολοκληρώνεται ποτέ πλήρως αλλά μετακινείται αδιάκοπα από εικόνα σε εικόνα, όπως το βήμα της περιπλάνησης. Διαβάζοντας σήμερα αυτές τις σελίδες, γίνεται φανερό πόσο βαθιά η Γουλφ κατανόησε τη νεωτερική μοναξιά: όχι ως δράμα, αλλά ως τρόπο κίνησης μέσα στον κόσμο. Οι άνθρωποι στις Περιπλανησεις του Λονδίνου συνυπάρχουν χωρίς να αγγίζονται πραγματικά. Η πόλη τούς ενώνει μόνο για να τους διαλύσει ξανά μέσα στο πλήθος.Και ίσως αυτή να είναι η πιο συγκλονιστική ιδέα του κειμένου: ότι ο περίπατος δεν είναι μια απόδραση από τον εαυτό, αλλά ένας τρόπος να τον χάσεις προσωρινά μέσα στους άλλους.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
«Αυτή είναι η αλήθεια: οι αποδράσεις είναι η μεγαλύτερη απόλαυση· η περιπλάνηση στους δρόμους τον χειμώνα η μεγαλύτερη περιπέτεια. Και όμως, καθώς πλησιάζουμε ξανά το κατώφλι μας, είναι παρήγορο να νιώθουμε τα παλιά μας πράγματα, τις παλιές μας προκαταλήψεις να μας αγκαλιάζουν· και ο εαυτός μας που είχε σκορπίσει σε τόσες γωνιές δρόμων, που είχε πεταρίσει σαν νυχτοπεταλούδα στη φλόγα τόσων δυσπρόσιτων φανών, είναι προφυλαγμένος και περιφραγμένος. Εδώ είναι πάλι η γνωστή πόρτα· εδώ η καρέκλα στραμμένη όπως την αφήσαμε και το πορσελάνινο μπολ και ο καφετής κύκλος στο χαλί. Και εδώ – ας το περιεργαστούμε τρυφερά, ας το αγγίξουμε μ’ ευλάβεια – είναι το μόνο λάφυρο απ’ όλους τους θησαυρούς της πόλης που έχουμε φέρει σπίτι, το μολύβι» (σελ.159-160).