Η Ποίηση ως Ιερό Ατύχημα

Η Ποίηση ως Ιερό Ατύχημα
Σώμα, βλασφημία και γοτθική μνήμη στο έργο του Γιώργου Αλισάνογλου



Η ποίηση του Γιώργου Αλισάνογλου δεν επιδιώκει να ερμηνευτεί· επιδιώκει να εκτεθεί. Δεν προτείνει ένα σύστημα ιδεών ούτε μια αισθητική στάση, τουναντίον εγκαθιστά μια συνθήκη κινδύνου. Από Το παντζάρι και ο διάβολος έως το Jesu Christiana και τα Ποιήματα μιας γοτθικής βραδιάς, η γραφή του κινείται σταθερά προς εκείνο το σημείο όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως μέσο αναπαράστασης και μετατρέπεται σε πράξη που κοστίζει — σωματικά, ηθικά, υπαρξιακά.
Η ποίηση εδώ δεν προσφέρει απόσταση. Προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής και κοινωνίας.


Ι. Το ποίημα ενάντια στον εαυτό του.

Στο Jesu Christiana δηλώνεται ρητά η άρνηση της ποιητικής αυθεντίας:
«This is not a work of poetry / not yet of one man».1 Ο στίχος, διατυπωμένος στα αγγλικά στο πρωτότυπο, δεν λειτουργεί ως μεταγλωσσικό σχόλιο αλλά ως καταστατική ρωγμή. Το ποίημα αποσύρεται από τον εαυτό του. Δεν ανήκει σε έναν συγγραφέα, δεν οργανώνεται γύρω από ένα υποκείμενο· συμβαίνει ως γεγονός:

Γιατί η ποίηση δεν είναι/ η ποίηση είναι το κακό/ που θαυμάζεται σε χρόνο ακριβό/ σε κενό χρόνο/ εκείνον που αγαπιέται– Στην οθόνη των ουράνιων διαστροφών δαμάζεται ετερογλωσσία ανέμου / αφή πουλιών κοντά στον Απρίλιο υπνοφόρος καιρός πάνω απ’ τα κεφάλια του όχλου Και μετά το σύννεφο πάλι – τέσσερα σύννεφα πάνω απ’ τον δρόμο που σέρνει το φαλακρό φίδι μέσα στο ξεραμένο άχυρο και στα κέρινα καλαμπόκια – το σκιάχτρο φυσάει την φωτιά που άναψε ο τζίτζικας με της Κίρκης το πέτρινο τσακμάκι – Θεά λαξεμένη από βροχή μέσ’ στην ορμή της νιότης/ σαν ρεύμα βραδινής ηλεκτροπληξίας
Θεά δραπετεύουμε απ’ τις κλωστές της φυλακής– εκείνη και ’γω μαζί εγώ σχεδόν εκείνη/
(στην αυγή της πόλης η ήπειρος (color di Luce)
και σαν Μαντόνα μισή ½ σχεδόν γυμνή στο κάτω πάτωμα
συνθέτοντας τους νέους δρόμους –
μονοπάτια νεογέννητων παιδιών
μήτρες αγγέλων βαλσαμωμένες στην λεωφόρο – τα βατράχια
κοάζουν τρεις φορές
Η άρνηση! Η άρνηση! Η άρνηση!
Το πρωινό στον βάλτο σαν παλάτι ορθωμένο στο πολύ φως–
λέξη στρόγγυλη προηγείται/ άδοξη νύχτα.2

Η ποίηση παρουσιάζεται έτσι όχι ως αισθητικό αντικείμενο αλλά ως δύναμη αποσταθεροποίησης. «Η ποίηση είναι το κακό / που θαυμάζεται», γράφει ο Αλισάνογλου, σε στίχους κοφτούς, απογυμνωμένους από κάθε ρητορική έξαρση.Το κακό εδώ δεν έχει ηθικό περιεχόμενο· είναι εκείνο που διαλύει τη μορφή, που δεν επιδέχεται εξαγνισμό.

ΙΙ. Το σώμα ως τόπος του ιερού

Η Jesu Christiana δεν είναι αλληγορία. Είναι ενσώματη παρουσία. Στα ποιήματα όπου η προσευχή συγχωνεύεται με τη γυναικεία αιμορραγία, το ιερό επιστρέφει βίαια στην ύλη. Το αίμα δεν σημαίνει μαρτύριο αλλά λειτουργία, γίνεται υλικό της προσευχής, όχι σύμβολο:

Jesu Christiana να ελευθερώσουμε τους άγιους από τις φυλακές– να πάρουν τα ηνία τα σκουλήκια, το αίμα των τρελών να κυλάει στις θάλασσες και στα ενυδρεία– να αφυπνίσουμε το ξύπνημα, να νομιμοποιήσουμε το πράσινο έγκλημα– τους άγιους υπηρέτες να κάνουμε ποιητές– θλιμμένοι ήρωες, όλοι τους μια παρεξήγηση. Ο μικρός τυμπανιστής– ο μικρός πρίγκιπας– ο μικρός νικολά– «θλιμμένε πρίγκιπα της Δανιμαρκίας»– «στο καλό πικρή βασίλισσα»–
Jesu Christiana φανερώσου στους παρεξηγημένους αυριανούς ήρωες των δρόμων– δείξε τους τα κοφτερά σου δόντια, κάνε τους να χαμογελούν με μια ώρα μαγείας – ελάτε όλες εσείς οι γυμνές νύμφες της αμαρτίας, ευνουχίστε επιτέλους τους προφήτες που κακαρίζουν στις κορυφές των πολυτελών ξενοδοχείων– κόρες των στρειδιών με τα λευκά σας μαργαριτάρια σφηνωμένα στα δόντια φτύστε προς το πληγωμένο φεγγάρι για να φωτίσει λίγη νίκη– και χορέψτε τρελά ένα βαλς με τον αυριανό σας φονιά– σαν δανεικοί ηθοποιοί τούτου του λυτρωτικού θρήνου.
3

Η αγιότητα εδώ δεν ανυψώνεται πάνω από το σώμα, αλλά συνθλίβεται μέσα του. Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο βέβηλο και το ιερό· το ένα γεννά το άλλο. Ο αναγνώστης δεν καλείται να πιστέψει, αλλά να παραστεί — ως μάρτυρας μιας τελετουργίας που δεν εξαγνίζει.

ΙΙΙ. Έρως, απώλεια και η θυσία της μούσας

Στη Δαμασκηνί προσευχή διατυπώνεται με απόλυτη καθαρότητα η οικονομία της επιθυμίας που διαπερνά όλο το έργο του Αλισάνογλου: «για να υπάρξει ο έρωτας έπρεπε να πεθάνει / έπρεπε να χάσει η μούσα».4 Η μούσα δεν εμπνέει, θυσιάζεται. Το ποίημα δεν γεννιέται από πληρότητα αλλά από στέρηση. Η γραφή προκύπτει όχι ως χάρη, αλλά ως συνέπεια απώλειας. Έτσι ακυρώνεται κάθε ρομαντική σύλληψη της δημιουργίας: η ποίηση είναι πράξη που αφήνει πίσω της νεκρά σώματα — έστω και συμβολικά:

οι λέξεις του θανάτου πάντα είναι 
και μόνον όταν η μούσα νεκρή – νοήματα αρχίζουν ν’ αποκτούν–
οι λέξεις ντύνονται τους ακριβούς τους μανδύες να θρηνήσουν το τέλος / το άδειο κουφάρι να· τα σάπια δόντια-μαργαρίτες την αρχή/ δοξαστικά κραυγάζουν – χαϊδεύουν τον θρήνο περιπαικτικά τον θρήνο χαϊδεύουν– οι λέξεις ελατήρια εκτοξευμένα από το κεφάλι– μικροσκοπικά σώματα λικνίζονται να τα χορτάσει ο αέρας τελικά αναγκάζεται να γεννηθεί ο έρωτας με τις δύσαρθρες ιαχές του μέσα από βλέννες ξένου ύπνου– ασχημάτιστος κι αμίλητος και προτού γεννηθεί θαρρείς πως τέλειωνε– δεν θυμόταν πώς όχι με το σώμα πια – άγραφος και έκρυθμος να προσπαθεί αβοήθητος να ξεπροβάλει μέσ’ απ’ τα σπλαχνικά υγρά πόσες φορές να νομίζει ότι είναι και να μην τόσες φορές κι άλλες τόσες να πιστεύει πως/ αλλά δεν κι άλλος χώρος στον κόσμο δεν έμεινε και ούτε σε κόσμο άλλον χώρος κανένας δεν υπήρχε –ήταν η ώρα– εδώ και πολύ καιρό ήταν η ώρα μα εκεινος τ’ αγνοούσε – ο έρωτας δεν είν’ του έρωτα – του έρωτα δεν/ μα ήταν του θανάτου
για να υπάρξει ο έρωτας έπρεπε να πεθάνει έπρεπε να χάσει η μούσα– για να δικαιωθεί για ό,τι προοριζόταν έπρεπε να μην είναι αφού στο τέλος της μούσας αρχίζει το ποίημα και ο έρωτας τότε μόνον υπάρχει και τότε βαφτίζεται και λάμπει.5

ΙV. Η ύλη πριν από την προσευχή: Το παντζάρι και ο διάβολος

Στο Το παντζάρι και ο διάβολος διαμορφώνεται η πρώτη, αποφασιστική ρήξη της ποίησης του Γιώργου Αλισάνογλου με κάθε ιδέα αισθητικής αυτάρκειας. Εδώ η γραφή δεν αναζητά ακόμη τη μυσταγωγία ούτε τη θεολογική ένταση που θα κορυφωθεί στο Jesu Christiana· αντιθέτως, βυθίζεται στην ύλη, στην ειρωνεία, στο καθημερινό, στο γελοίο. Πρόκειται για μια ποίηση που δεν προσεύχεται — εκτίθεται. Ο διάβολος του τίτλου δεν λειτουργεί ως μεταφυσική φιγούρα ούτε ως αλληγορικό σύμβολο του κακού. Εμφανίζεται ως ενεργή αρχή της πραγματικότητας, ως εκείνη η δύναμη που αποκαλύπτει τη φθορά των αξιών, την ευθραυστότητα των ηθικών στάσεων και την αδυναμία της γλώσσας να σταθεί αθώα. Το κακό εδώ δεν εισβάλλει στον κόσμο· κατοικεί ήδη μέσα του. Δεν είναι εξαίρεση, αλλά κανονικότητα. Η επιλογή του παντζαριού ως αντιστικτικής μορφής στον τίτλο δεν είναι τυχαία. Το παντζάρι, γήινο, ταπεινό, αιμορραγικό στην κοπή του, λειτουργεί ως σύμβολο καθαρής υλικότητας. Δεν εξιδανικεύεται, δεν μεταφορικοποιείται πλήρως· παραμένει πράγμα. Σε αυτή τη συνάντηση του ευτελούς με το διαβολικό διαγράφεται ήδη μια βασική ποιητική θέση: η ποίηση δεν γεννιέται από το υψηλό, αλλά από τη συντριβή του υψηλού μέσα στο καθημερινό. Η γλώσσα του βιβλίου κινείται ανάμεσα στην ειρωνεία και στην υπόγεια απειλή. Δεν επιδιώκει τη βλασφημία ως πρόκληση, αλλά ως αποκάλυψη της κενότητας. Η πίστη, η ηθική, ακόμη και η ίδια η ποιητική στάση εμφανίζονται απογυμνωμένες από κύρος. Αυτό που απομένει είναι ένα υποκείμενο εκτεθειμένο, χωρίς εγγυήσεις, το οποίο δεν μπορεί πλέον να μιλήσει από θέση ασφάλειας:

[μη με πλησιάζετε· μισώ– ξέρω όλα τα τερτίπια του μίσους το μίσος ανακουφίζει, θεραπεύει από το κάψιμο της ζωής– επιστρέφοντας κάποτε στη ζωή θα συναντηθούμε ξανά όπως αφή με αφή […] το μίσος ξέρει–μας καθοδηγεί– ας προσευχηθούμε σ’ αυτό].6

Εδώ διαμορφώνεται και η πρώτη, καθοριστική απομάκρυνση του Αλισάνογλου από κάθε μορφή «καθαρής» λογοτεχνίας. Η ποίηση δεν στοχεύει στην ωραιοποίηση ούτε στη σωτηρία. Δεν προσφέρει διέξοδο. Αντίθετα, λειτουργεί ως κατάφαση της πτώσης. Ο κόσμος δεν διορθώνεται μέσω της γλώσσας· απλώς εκτίθεται στη γύμνια του:

[ας μην βλαστημούμε τη σιωπή–θα μπορούσα να ‘χα πεθάνει εδώ–
μα εγώ συνεχίζω κόλαση οικοδομώ–τα μαλλιά ασπρίζουνε-–τα χείλη βρεμένα από γάλα μαύρο μητρικό– έτσι συμβαίνε–-η σιωπή αντικαθιστά την ανάγκη
].7

Ακριβώς γι’ αυτό το Το παντζάρι και ο διάβολος δεν πρέπει να διαβαστεί ως προοίμιο που ξεπεράστηκε, αλλά ως θεμέλιο. Εκεί χαράσσεται η βασική ηθική της γραφής του Αλισάνογλου: η άρνηση της παρηγοριάς, η δυσπιστία απέναντι στην εξύψωση, η ανάγκη-για-την-ποίηση να παραμείνει μολυσμένη από τον κόσμο που τη γεννά. Το Jesu Christiana δεν έρχεται να αναιρέσει αυτή τη στάση· έρχεται να την μεταστοιχειώσει. Η προσευχή που θα εμφανιστεί αργότερα δεν είναι επιστροφή στο ιερό, αλλά συνέπεια αυτής της αρχικής βύθισης στην ύλη. Η τελετουργία δεν θα είχε καμία ισχύ χωρίς αυτή την προηγούμενη αποδοχή της φθοράς. Πριν από κάθε μυσταγωγία, υπάρχει το παντζάρι. Και πριν από κάθε Θεά, ο διάβολος.


V. Η γοτθική βραδιά: έρωτας υπό το βλέμμα του θανάτου

Τα Ποιήματα μιας Γοτθικής βραδιάς του Γιώργου Αλισάνογλου είναι μια ποιητική συλλογή, η οποία προσκαλεί τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι μέσα στην ομίχλη της νύχτας και στα σκοτεινά σοκάκια της μνήμης, όπως του Πόε. Αποτελώντας μια αναθεωρημένη κι επαυξημένη έκδοση της αρχικής του δουλειάς, η συλλογή αποδεικνύει την ικανότητα του Αλισάνογλου να εμβαθύνει σε θεματικές που αντηχούν στο σκοτάδι αλλά και στη βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία.
Από την πρώτη λέξη, ο ποιητής θέτει τους όρους του παιχνιδιού: μια ατμόσφαιρα που ενσωματώνει την παρακμή και την αιώνια γοητεία της γοτθικής παράδοσης, ή αυτό που λέμε πλέον «γκόθικ». Σαν ένας ρομαντικός περιπλανώμενος μέσα σ’ έναν εκποιημένο και φθηνό κόσμο, ο Αλισάνογλου αναζητά στα ερείπια του αστικού χώρου και του ανθρώπινου ψυχισμού τη χόβολη της ομορφιάς.8 Τα ποιήματα του είναι σύντομα, αλλά πυκνά: σαν μικρές, σκοτεινές πολαρόιντ φωτογραφίες μιας πραγματικότητας που παίζει με την ψευδαίσθηση και τ’ όνειρο:

Είχα σκεφτεί πως πριν γεράσω θα συναντηθούμε πάλι Νεκροί στους ζωντανούς Ζώντας για τους νεκρούς Η αγάπη το κάνει αυτό, οπότε μην φοβάσαι.9

Παρά την αισθητική πολυπλοκότητα της συλλογής, οι εικόνες του είναι πάντα ακριβείς, με την κάθε λεπτομέρεια να συμβάλλει στην αίσθηση του ανεξήγητου. Η χρήση του χώρου και του χρόνου στη συλλογή είναι αξιοθαύμαστη: κάθε ποίημα μοιάζει να υπάρχει σε μια στιγμή που εκτείνεται πέρα από τον γραμμικό χρόνο, ανακαλώντας έναν «άχρονο» κόσμο γεμάτο σκιές, ομίχλες και φως που σβήνει:

Φτιάξαμε λεξιλόγιο αστραπής και λαμπρότητα βροντής– Κώδικα δικής μας φυσικής Έδωσαν ραντεβού οι κόνδορες σε ξαφνική βροχή Φύτρωσαν χρυσά τριαντάφυλλα στο σμίξιμο των κορμιών μας Μάθαμε της αλήθειας να στοιχηματίζει στην ομορφιά, Το Σεϊχ Σου χαμένο στην ομίχλη την αυγή, στα σκοτεινά Έγινες η Ιέρεια των βαθιών ματιών, κι εγώ, Ο Κήρυκας του ποιητικού σου πόνου Ήμασταν θαύμα– […].10

Του αρέσει η Πόλη του με τις σκοτεινές γωνιές της, με τη δηλητηριώδη βροχή που καίει ακόμα και το δέρμα του Διαβόλου, με τη μυθολογία των μπαρ που γεμίζει τα ποτήρια των κατεστραμμένων, των «σπασμένων» ανθρώπων κάτω από το μεταφυσικό δυναμό της Νύχτας.

VI. Η ποίηση ως μη αναστρέψιμο γεγονός

Όπως ο έρωτας και ο θάνατος, έτσι και η ποίηση δεν αφήνει τον κόσμο αλώβητο. Η ποίηση αυτή δεν ζητά κατανόηση. Ζητά συνενοχή. Δεν απευθύνεται σε αναγνώστες αλλά σε σώματα πρόθυμα να εκτεθούν. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο του έργου του Γιώργου Αλισάνογλου: ότι επιμένει να παραμένει ατύχημα — ιερό, γοτθικό, αιματηρό, αναγκαίο. Η ποίηση αυτή δεν ολοκληρώνεται ούτε κλείνει σε ένα συμπέρασμα. Όπως κάθε γνήσια εμπειρία του ιερού, αφήνει πίσω της ένα ανυπόφορο υπόλειμμα: μια γνώση που δεν μεταφράζεται και ένα σώμα που δεν επιστρέφει ακέραιο. Ό,τι προηγήθηκε δεν ζητά δικαίωση ούτε αναγνώριση, αλλά προϋποθέτει απώλεια, την απώλεια εκείνου που την πλησιάζει και δεν μπορεί πια να παραμείνει αλώβητος. Διότι η ποίηση, όταν παύει να λειτουργεί ως αισθητικό συμπλήρωμα και μετατρέπεται σε γεγονός, δεν υπηρετεί τη ζωή αλλά τη διαρρηγνύει. Ανοίγει στον πυρήνα της μια σχισμή όπου η έννοια καταρρέει και το νόημα καίγεται, και εκεί ακριβώς, στο σημείο όπου η γλώσσα παύει να εξηγεί και εκτίθεται ως πληγή, αναδύεται η μόνη δυνατή αλήθεια: όχι ως φως ή αποκάλυψη, αλλά ως εμπειρία έκθεσης, όχι ως σωτηρία, αλλά ως υπέρβαση που συντελείται μέσω της πτώσης. Το έργο του Γιώργου Αλισάνογλου επιμένει σταθερά σε αυτή την ακραία περιοχή. Δεν συμφιλιώνει τον αναγνώστη με τον κόσμο ούτε του προσφέρει παρηγοριά· αντίθετα, τον βυθίζει μέσα του, μέχρι το σημείο όπου το ιερό και το βέβηλο παύουν να διακρίνονται ως διακριτές κατηγορίες. Εκεί, η προσευχή δεν απευθύνεται πλέον σε έναν υπερβατικό Θεό αλλά στην ίδια την πληγή, ενώ ο έρωτας δεν υπόσχεται διάρκεια ή πληρότητα, παρά μόνο ένταση, ένταση ισοδύναμη με τον αφανισμό. Αν μπορεί να εντοπιστεί εδώ μια μορφή ηθικής, αυτή δεν ταυτίζεται με την ηθική της τάξης, της μέτρησης ή της λύτρωσης. Πρόκειται για μια ηθική της σπατάλης, για την κατάφαση σε εκείνο που δεν ωφελεί, δεν σώζει και δεν επανορθώνει. Πρόκειται για την αποδοχή ότι το ανθρώπινο ολοκληρώνεται μόνον όταν αγγίζει τα όριά του και διαλύεται, και ότι το ποίημα, όπως και ο έρωτας, αξίζει στον βαθμό που καταστρέφει εκείνον που το φέρει. Με αυτή την έννοια, η ποίηση αυτή παραμένει ανοιχτή σαν τραύμα. Δεν αφήνει τον αναγνώστη καλύτερο, αλλά πιο εκτεθειμένο. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο που μπορεί ακόμη να σημαίνει το ιερό: όχι μια υπόσχεση υπερβατικού νοήματος, αλλά η αδυναμία επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση, αφού, έστω και για μια στιγμή, το βλέμμα έχει συναντήσει το πρόσωπο της Nύχτας.



1. Γιώργος Αλισάνογλου, «Άδοξη Νύχτα– Στον Παράδεισο» στο Jesu Christiana. Μια μελλοντική προσευχή (Αθήνα: Το Μαγικό Κουτί, 2011), σ. 38.
2. Στο ίδιο, σσ. 38-39.
3. Αλισάνογλου, «Οι Άγιοι», στο ίδιο, σελ. 21.
4. Αλισάνογλου, «Η δαμασκηνί προσευχή», στο ίδιο, σ. 66.
5. Στο ίδιο.
6. Γιώργος Αλισάνογλου, «Love will Tear us Upart―Again( ή το μίσος θα μας ενώσει ξανά» στο Ο διάβολος και το παντζάρι (Gutenberg 2009), σ.19.
7. Αλισάνογλου, «From Here to Eternity (ή από την αιωνιότητα στη σιωπή»,  στο ίδιο, σσ. 57-58
8. Βλ. το ποίημα [Στο πλάι σου πεθαμένος, να ακούω την άνοιξη, να είμαι στιγμή, να σέρνομαι μέσα από σένα, σε σένα, καθώς το κοίλωμα στην γαλήνη του ουρανού με οδηγεί στην μέσα μεριά του ύπνου– σου μιλώ σαν ζώο που σπαρταρά σαν ροή αδρεναλίνης στην φλέβα σου], σσ. 31-33. Ο τίτλος από μόνος του είναι ένα ποίημα. Σ.τ.Σ.
9. Γιώργος Αλισάνογλου, Ποιήματα μιας γοτθικής βραδιάς (Θεσσαλονίκη: Σαιξπηρικόν, 2024), σ. 11.
10. Στο ίδιο, σ. 13.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: