«Μαύρα Λιθάρια στον Καλαμά» Δύο Εξόδιες Ακολουθίες

Ο Χρήστος Μπράβος
Ο Χρήστος Μπράβος
Γιάννης Δάλλας, «Καισαριανή (Επί τύμβω)» (Αποθέτης, Συνέχεια, 1993) — για τον νεκρό Χρήστο Μπράβο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, «Εξόδιον» (Καθολικού ιππέας, Μελάνι, 2026) — για τον νεκρό Μιχάλη Γκανά




Ι. Η κοινή ρίζα: ο ποιητής Μπράβος που έφυγε νωρίς

Δύο ποιήματα, δύο νεκροί, δύο διαφορετικές εποχές· και όμως μια κοινή ρίζα: η θνητότητα του ποιητή ως θέμα αυτονόητο και ανυπέρβλητο, και η σύναξη των ζωντανών γύρω από τον τάφο ως τελετουργία που δοκιμάζει την ίδια την ποίηση. Το «Καισαριανή (Επί τύμβω)» του Γιάννη Δάλλακαι το «Εξόδιον» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη — ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του Μιχάλη Γκανά2 — συναντώνται στο ίδιο έδαφος: την κηδεία ενός αδελφού ποιητή ως αφορμή για μια ευρύτερη θεώρηση για τη ζωή, τον θάνατο και την ποίηση.
Η κεντρική φιγούρα που συνδέει τα δύο ποιήματα δεν είναι άλλη από τον Χρήστο Μπράβο.3 Στον Δάλλα, το ποίημα «Καισαριανή» γράφεται για την κηδεία του ίδιου του Μπράβου — φίλου καλού τού Δάλλα, τού Γκανά και τού Μίλτου Σαχτούρη. Στον Θεοχάρη, ο Μπράβος εμφανίζεται αιφνίδια ανάμεσα στους παρευρισκόμενους στην κηδεία τού Γκανά, σαν εκείνος που δεν έχει πάψει να είναι παρών στους θανάτους των φίλων ποιητών. Τα δύο ποιήματα, έτσι, συνομιλούν όχι μόνο θεματικά αλλά και πρόσωπο με πρόσωπο, σε μια ποιητική κληρονομιά που διαρρέει ανάμεσα από τους νεκρούς.


ΙΙ. Η τελετή: μαύρο χιόνι και πάχνη ψυχών

Ο Δάλλας στήνει ένα μεγάλο σκηνικό ποίημα: η κηδεία του Μπράβου στο παρεκκλήσι της Καισαριανής γίνεται η αφορμή για μια κοσμολογική, πολιτική και λυρική επέκταση. Η σκηνή είναι «υποβλητική και λιτή», ο θρήνος «ψιχάλισμα στις νοτισμένες ψυχές»· ο νεκρός «ανοιχτός», οι συγγενείς από τη μία, η πόλη και οι άνθρωποι των τεχνών από την άλλη. Κι από αυτό το «ειδικό» ξεκινά η κοσμολογία — η Καισαριανή της εκτέλεσης, ο δρόμος από τη Μονή ως το Σκοπευτήριο, ο «ξανθός Δρεπανηφόρος» που «θερίζει τα κορμιά και να τα ραίνει με άνθη».
Ο Θεοχάρης, αντίθετα, κινείται σε ριζικά διαφορετική ατμόσφαιρα. Η σκηνή είναι η κηδεία τού Γκανά, αλλά ο χώρος είναι ο κόσμος που ο ίδιος ο Γκανάς έχει οικοδομήσει ποιητικά επί δεκαετίες: η Ήπειρος,4 τα χωριά της Μουργκάνας, ο ποταμός Καλαμάς, ο Άη Γιώργης της Καμίτζιανης. Το «Εξόδιον» είναι συγκεντρωτικό, σφιχτό, με τη λιτότητα ενός ηπειρώτικου μοιρολογιού. Αν ο Δάλλας ανοίγεται σε κοσμολογικές εκτάσεις, ο Θεοχάρης συστέλλεται, βυθίζεται — και από αυτή τη βύθιση αναδύεται κάτι διαφορετικά συντριπτικό.

Στον Δάλλα, η ατμόσφαιρα σκηνογραφείται με πλούσια συμβολιστική φόρτιση:

Πάχνη ψυχών ανάμεσα στα κυπαρίσσια

Στον Θεοχάρη, το ίδιο απόκοσμο στοιχείο αποδίδεται με τη φυσική ευθύτητα της δημοτικής:

Έπεφτε μαύρο χιόνι στης Μουργκάνας τις κορφές
στο Τσεροβέσι, στη Φούρκα, στο Σιντιλί, στον Στάλο
απόκοσμη ησυχία· μονάχα κόχλαζε,
μαύρα λιθάρια ριζιμιά παρασέρνοντας,
ο Καλαμάς.

Το «μαύρο χιόνι» του Θεοχάρη και η «πάχνη ψυχών» του Δάλλα κάνουν αντίστοιχη δουλειά: μεταφέρουν τη σκηνή της κηδείας πέρα από τη βιογραφική της στιγμή, σε έναν χρόνο πιο αδυσώπητο.



ΙΙΙ. Η δομή του θρήνου: οι φωνές που αντηχούν (φούγκα και μοιρολόι)

Το ποίημα του Δάλλα είναι δομημένο σαν φούγκα: μιλά ο Μπράβος, απαντά ο Δάλλας, στρέφεται ο θρήνος κοσμολογικά, επιστρέφει στο ειδικό. «Μια διαδοχή στο μοιρολόι», όπου «λένε οι μεν και απαντούν οι δε, μια φούγκα σε αντήχηση. Ένα τρεμόσβησμα που διαπερνά το ποίημα.» Ο Μπράβος μιλά από το ίδιο του το ποίημα («Κι όμως το πιο γλυκό βιολί / το παίζει ο θάνατος»), κι ο Δάλλας «απαντά» με στίχους που θα μπορούσαν να ανήκουν στον ίδιο τον νεκρό.
Στον Θεοχάρη, η δομή είναι πιο γραμμική αλλά εξίσου πολύφωνη: το αφηγηματικό στρώμα (το χιόνι, η κωδωνοκρουσία, το κατέβασμα του φέρετρου) διακόπτεται από τη φωνή του Κρυστάλλη, έπειτα από την αιφνίδια εμφάνιση του Μπράβου, και τέλος συγκροτείται από τη σιωπή — «η Πόπη κι η Ερμιόνη, αμίλητες». Η Ερμιόνη5 σύντροφος του Μπράβου, παρούσα στην κηδεία του Θεοχάρη, γίνεται το σημείο σύνδεσης των δύο θανάτων: εκείνη που έχει ήδη θρηνήσει έναν ποιητή ξαναβρίσκεται να θρηνεί έναν άλλον. Τώρα πλάι στη γυναίκα τού Γκανά. Την Πόπη.
Αξίζει να σταθούμε στον ρόλο του Κρυστάλλη6 στο ποίημα του Θεοχάρη. Ο νεαρός Ηπειρώτης ποιητής, που πέθανε κι εκείνος νέος, εμφανίζεται «στο πέτρινο γιοφύρι του Κένου», στέκεται ανάμεσα στους κόσμους, και «λυγμοτραγουδά». Η φράση «λυγμοτραγουδούσε», όπως συναντάται στο ποίημα, είναι τυπικά γκανική, σολωμικής βεβαίως κοπής: ένα σύνθετο που ενώνει τον λυγμό με το τραγούδι, τον θρήνο με την ποίηση, σαν να λέει ότι η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα λυγμό που βρήκε μορφή.
Το μοτίβο αυτό — η ποίηση ως ανώτερος θρήνος — είναι κοινό και στα δύο ποιήματα, αλλά εκφράζεται αντίστροφα. Στον Δάλλα: «Χρστ... Χρστ... στις νοτισμένες ψυχές / ΧΡ... ΧΡ... και πάλι ΧΡΣΤ... ΧΡΣΤ... Φαγωμένα φωνήεντα / κι η λέξη σμπαράλιασμα Δεν σχηματίζεται όνομα». Το όνομα του νεκρού δεν λέγεται· η γλώσσα θρύβεται. Στον Θεοχάρη, το όνομα δεν αποσιωπάται — «ψέλλισε» ο Μπράβος «γεια σου, μωρέ Μιχάλη» — αλλά το ψέλλισμα είναι και αυτό μια μορφή σιωπής.


ΙV. Ο Μπράβος: ο τρίτος νεκρός που συνδέει

Ο Χρήστος Μπράβος είναι το κλειδί που ανοίγει τη σχέση ανάμεσα στα δύο ποιήματα. Στον Δάλλα είναι ο νεκρός, ο αποδέκτης του θρήνου, εκείνος που «άρπαξε τα λουριά και ουριοδρόμησε / στα πίσω χρόνια στους τουρκομαχαλάδες σπαθίζοντας / με των αλόγων τα φαντάσματα». Στον Θεοχάρη είναι ο παρών-απών, εκείνος που φανερώνεται «αίφνης» — «πώς, μα πώς;!» — κι αφήνει «ένα κλωνί βασιλικό πλατύφυλλης αποδημίας» στο φέρετρο του Γκανά.
Αυτή η αντίστροφη παρουσία — νεκρός εκεί, φάντασμα εδώ — είναι μια από τις πιο δυνατές πλευρές της διακειμενικής σχέσης των δύο ποιημάτων. Ο Μπράβος, αυτός που έφυγε πρώτος, γίνεται τελικά εκείνος που «ξέρει»: γνωρίζει τον θάνατο από μέσα, ψελλίζει το στίχο του — «το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος»7 — και φεύγει πάλι, αφήνοντας πίσω μια χούφτα χώμα, το κλωνί βασιλικού, και βέβαια τον ίδιο τον στίχο.
Η φράση «πλατύφυλλης αποδημίας» αξίζει ειδική προσοχή: ο βασιλικός της «αποδημίας» δεν είναι ο βασιλικός της επιστροφής — είναι ο βασιλικός εκείνου που δεν γυρίζει. Ο Θεοχάρης το ξέρει αυτό. Κι ο Μπράβος το ξέρει επίσης, αφού ο ίδιος έχει πάει εκεί όπου πάνε οι «απόδημοι» και δεν επιστρέφουν.


V. Η ποιητική της κηδείας: κατέβαινε το φέρετρο στον τάφο

Τόσο ο Δάλλας όσο και ο Θεοχάρης αντιμετωπίζουν την κηδεία ως ποιητική πρόκληση στο επίπεδο του ύφους. Ο Δάλλας επιλέγει το ύφος του μεγάλου ποιήματος — οραματικό, πολύπτυχο, κοσμολογικά φορτισμένο. Η «Καισαριανή» είναι ένα magnum opus, ένα ποίημα-πόλη, που ξεκινά από μια κηδεία και φτάνει ως τις εκτελέσεις του Σκοπευτηρίου, τον πολιτικό βίο της χώρας, τον ήλιο που «εκτροχιάστηκε».
Ο Θεοχάρης κινείται διαφορετικά: ένα ποίημα κλειστό, συμπαγές, όπου η συγκράτηση είναι το ύφος. Η Ήπειρος εισβάλλει ολόκληρη — τα χωριά, ο ποταμός, τα πουλιά — αλλά δεν υπερεκτείνεται σε κοσμολογία. Μένει εκεί όπου είναι: στον τάφο. «Κατέβαινε το φέρετρο στον τάφο». Η κατάβαση είναι η αλήθεια του ποιήματος.
Και στα δύο ποιήματα, οι παρευρισκόμενοι στην κηδεία δεν είναι ανώνυμοι. Στον Δάλλα: η Ερμιόνη με τα δύο της παιδιά, «δορυάλωτη», οι «πρώιμα μεταστάντες» που «ανασηκώνονται στους αγκώνες τους». Στον Θεοχάρη: η Πόπη κι η Ερμιόνη «αμίλητες»,ο Κρυστάλλης που λυγμοτραγουδά, ο Μπράβος που ψελλίζει. Η κηδεία γίνεται καταλόγιση των ζωντανών και των νεκρών, μια απογραφή της ποιητικής φατρίας.
Ιδιαίτερα ο Θεοχάρης αξιοποιεί μια λεπτή ποιητική αναφορά: ο Κρυστάλλης «λυγμοτραγουδούσε» τους στίχους «στο λείψανό σου ποιος θα 'ρθει / λουλούδια να σε ράνει;…» — ένα δημοτικό-λόγιο ερώτημα που απαντιέται αμέσως με την εμφάνιση του Μπράβου: εκείνος ήρθε. Αυτός που ήδη έφυγε ήρθε να ρανίσει τον νέο νεκρό. Η κυκλική αυτή λογική του θανάτου — οι νεκροί θάβουν τους νεκρούς τους — είναι ίσως το πιο φορτισμένο μέρος του ποιήματος.


VI. Θνητότητα και ποιητική ταυτότητα: το πιο γλυκό βιολί

Και τα δύο ποιήματα θέτουν, με διαφορετικό τρόπο, το ίδιο ερώτημα: τι σημαίνει να είσαι ποιητής μπροστά στον θάνατο; Ο Δάλλας απαντά με τη μνεία στο έργο του Μπράβου — τους στίχους του που εισβάλλουν μέσα στο ποίημα ζωντανοί — και με την ιδέα ότι η ποίηση εξακολουθεί να μιλά εκεί όπου το όνομα «δεν σχηματίζεται». Ο Θεοχάρης απαντά με τον ψιθυρισμό, τον βασιλικό, το χώμα: ό,τι μένει δεν είναι το έργο αλλά η χειρονομία του αποχαιρετισμού.
Εδώ βρίσκεται μια από τις βαθύτερες διαφορές ανάμεσα στους δύο ποιητές. Ο Δάλλας είναι ποιητής της κοσμολογικής υπέρβασης: η κηδεία γίνεται τελετουργία που υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο της, ανοίγει «ρωγμές» στο ον. Ο Θεοχάρης, όπως και ο Γκανάς, είναι ποιητής της επίγειας συγκράτησης: ο θάνατος δεν υπερβαίνεται — γίνεται στον τόπο, στη γλώσσα, στο σώμα.
Κι όμως, το σημείο σύγκλισής τους είναι ακριβώς ο Μπράβος και ο στίχος του: «το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος». Ο Μπράβος, ποιητής και φίλος, ο οικείος Χρήστος, είναι εκείνος που ξέρει από πρώτο χέρι. Κι αν ο Δάλλας και ο Θεοχάρης — ο ένας με τη φούγκα του, ο άλλος με το μοιρολόι του — φτάνουν στον ίδιο στίχο, τούτο σημαίνει ότι η ποίηση, στο τέλος, έχει μόνο μία αλήθεια να πει: ο θάνατος παίζει το γλυκύτερο βιολί, κι εμείς ακούμε.


VII. Απόηχος: οι νεκροί θάβουν τους νεκρούς τους

Διαβάζοντας παράλληλα τα δύο ποιήματα, συνειδητοποιείς πόσο μικρός είναι ο κόσμος της ελληνικής ποίησης του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα: οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια ονόματα, τα ίδια φέρετρα. Ο Μπράβος εμφανίζεται και στα δύο ποιήματα — νεκρός στο ένα, εμφανιζόμενος φάντασμα στο άλλο. Η Ερμιόνη παρίσταται και στα δύο, «δορυάλωτη» στον Δάλλα, «αμίλητη» στον Θεοχάρη. Ο Μάριος Χάκκας κι ο Δημήτρης Κακουλίδης, «Γεια σου Μ., Γεια χαρά Δ.», προβάλλουν μέσα από τη ρωγμή της κηδείας στον Δάλλα. Και η Πόπη Γκανά επίσης παρούσα: ως πρόσωπο, ως υποστύλωμα, ως μια ακίνητη-αμίλητη φιγούρα στην κηδεία του συντρόφου της.
Αυτή η «ποιητική οικογένεια», με τους ζωντανούς και τους νεκρούς της, είναι η αόρατη κοινότητα που και τα δύο ποιήματα προϋποθέτουν και εκφράζουν. Ο Δάλλας και ο Θεοχάρης δεν γράφουν μόνο για τον Μπράβο ή τον Γκανά: γράφουν για μια ολόκληρη «γενιά» που αντιμετώπισε τον θάνατο των δικών της ανθρώπων και έπρεπε, κάθε φορά, να βρει τα λόγια.
Η διαφορά στον τρόπο — η κοσμολογική φούγκα του Δάλλα απέναντι στο λιτό ηπειρώτικο μοιρολόι του Θεοχάρη — δεν ακυρώνει την ενότητα της απάντησης. Και στους δύο, η ποίηση αρνείται να σκύψει το κεφάλι αμίλητη. Και στους δύο, το ποίημα είναι η τελευταία χειρονομία αγάπης απέναντι στον νεκρό: το κλωνί βασιλικού που αφήνεις, ή η φράση του ίδιου του νεκρού που χαράζεις, ζωντανή, μέσα στον στίχο σου.
Το «Εξόδιον» δεν είναι μόνο ένας θρήνος. Είναι η πράξη με την οποία ο Θεοχάρης επιστρέφει τον Γκανά εκεί όπου ανήκει: στον Καλαμά, στα μαύρα λιθάρια, στη γλώσσα που ο ίδιος έπλασε. Αυτό είναι η πιο βαθιά μορφή αγάπης που μπορεί να προσφέρει ένας ποιητής σε έναν άλλον: να τον θάψει μέσα στα ποιήματά του.

1. Το ποίημα «Καισαριανή (Επί τύμβω)» ανήκει στην ποιητική σύνθεση Αποθέτης (εκδ. Συνέχεια, 1993, επανέκδοση-συμπληρωματική, Γαβριηλίδης, 2005, Ποιήματα 1988-2013 [συγκεντρωτική έκδοση], Νεφέλη 2014) του Γιάννη Δάλλα. Η ενότητα αυτή του δοκιμίου αντλεί από την ανάλυση που ανέπτυξα στο δοκίμιό μου «Επί Τύμβω» για τον Δάλλα και τον Μπράβο (βλ. Πέτρος Γκολίτσης Όροι και όρια της ποιητικής του Γιάννη Δάλλα, εκδ. Ρώμη, 2015).
2. 
Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (γ. 1951, Δεσφίνα Φωκίδος) είναι ποιητής με δέκα ποιητικά βιβλία, συγγενής με τη γενιά του '70 και με τη δημοτική ποιητική παράδοση. Ζει στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Ο Γκανάς αναφέρεται και στο ποίημα «Εκόμισαν…» του Θεοχάρη, όπου εμφανίζονται μυθολογούντες φίλοι ποιητές: Χρ. Μπράβος, Μ. Σουλιώτης, Β. Στεριάδης, Α. Χιόνης. Το ποίημα «Εξόδιον» ανήκει στη συλλογή Καθολικού ιππέας (Μελάνι 2026), που παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2026.
3. 
Ο Χρήστος Μπράβος (1948–1987) εξέδωσε τρεις συλλογές: Ορεινό καταφύγιο (Κείμενα 1983), Με των αλόγων τα φαντάσματα (Κείμενα 1985), και το μονόφυλλο «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου» (1986). Μεταθανάτια εκδόθηκε η συλλογή Μετά τα μυθικά (1996), σε πρόλογο Μιχάλη Γκανά και επιμέλεια Μισέλ Φάις.
4. Θεοχάρης: «Φάνηκεν αίφνης — πώς, μα πώς;! — / ο Χρήστος Μπράβος· / άφησ' ένα κλωνί βασιλικό πλατύφυλλης αποδημίας στο φέρετρο, / πήρε μια χούφτα χώμα, το 'ριξε.» Η φράση «πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» προέρχεται από τον ίδιο τον Μπράβο («Ήμερος ύπνος», Με των αλόγων τα φαντάσματα).
5. 
Δάλλας: «Κι όλα σβήνουνε, το φέρετρο του ποιητή συνέχεια ανοιχτό [...] Πάχνη ψυχών ανάμεσα στα κυπαρίσσια.» Η κίνηση αυτή της κηδείας — το φέρετρο που παραμένει ανοιχτό, ο κόσμος που περνά — είναι από τα πιο ισχυρά στοιχεία του ποιήματος «Καισαριανή».
6. 
Η Ηπειρωτική αναφορά (Μουργκάνα, Τσεροβέσι, Φούρκα, Σιντιλί, Στάλος, Λίστα, Λια, Πόβλα, Τσαμαντάς, Καλαμάς) συνδέει τον νεκρό στο ποίημα του Θεοχάρη με το ποιητικό σύμπαν που ο ίδιος ο Γκανάς έχει οικοδομήσει σε βάθος δεκαετιών.
7. 
Ο Κωστής Κρυστάλλης (1868-1894) ήταν Ηπειρώτης ποιητής. Η εμφάνισή του στο ποίημα του Θεοχάρη δεν είναι μόνο ιστορική: είναι η εικόνα της ίδιας της νεανικής, πρόωρης ποιητικής θνητότητας.
8. Ο στίχος «το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» επανέρχεται στο ποίημα του Θεοχάρη ως κατακλείδα της εμφάνισης του Μπράβου, και στον Δάλλα ως λυρικό υπόστρωμα ολόκληρης της «Καισαριανής».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: