Η πολιτική των ταυτοτήτων, ο Φουκό και η λογοτεχνία της αναπηρίας

Η πολιτική των ταυτοτήτων, ο Φουκό και η λογοτεχνία της αναπηρίας

Η πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics) εντάσσεται στο «τρίτο κύμα» του φεμινισμού, αν και γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος, στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και αναπτύχθηκε κυρίως στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90. Εστιάζει στον αυτοπροσδιορισμό των ομάδων με την ανάδειξη των βιωμάτων τους, στοχεύει στην καταπολέμηση των διακρίσεων και την ενδυνάμωση μειονοτήτων. Αναφέρεται επομένως σε πολιτικής υφής στάσεις και δράσεις που βασίζονται σε κοινές εμπειρίες αδικίας ή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κοινωνικών ομάδων (φυλή, φύλο, σεξουαλικότητα, θρησκεία, κουλτούρα, παρουσία αναπηρίας). Στόχος της είναι η διεκδίκηση δικαιωμάτων, η αναγνώριση και η κοινωνική αλλαγή για καταπιεσμένες ομάδες.
Η πολιτική των ταυτοτήτων συνδέεται και με τη θεωρία των προνομίων, σύμφωνα με την οποία όσες ομάδες/άτομα δεν βιώνουν κάποια καταπίεση (φυλετική, έμφυλη κ.λπ.), απολαμβάνουν προνόμια και αδυνατούν να αντιληφθούν την καταπίεση (αφού δεν έχουν ανάλογα βιώματα).* Με την αφύπνιση ως προς μια άλλη ταυτότητα, μπορούν επιτέλους να δουν τα μέλη της κοινωνίας που έχουν τα άγνωστά τους βιώματα, να αναγνωρίσουν την ύπαρξή τους, τις συνθήκες και τις δυσκολίες που βιώνουν, αλλά και τις υπο-κουλτούρες μέσα στις οποίες κινούνται (π.χ. gay κοινότητα ή αφροαμερικάνικη κοινότητα με τα κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία που τις διακρίνουν).
Θα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αν η πολιτική ταυτοτήτων δεν σταματούσε εκεί. Γιατί η συγκεκριμένη πολιτική μπορεί να αναλύει την κοινωνία υπό το πρίσμα της απολαβής προνομίων από τη μία και της καταπάτησης δικαιωμάτων από την άλλη, αποτυγχάνει όμως να αναζητήσει τις ριζικές αιτίες που δημιουργούν τις διακρίσεις. Έτσι, μοιάζει να ενισχύει τον κοινωνικό κατακερματισμό, δίνοντας έμφαση στις διαφορές παρά στις κοινές αξίες.
Και εδώ έρχεται ο Φουκό και υποστηρίζει ότι οι επιμέρους ταυτότητες είναι συχνά προϊόντα διαφοροποίησης από κάποια κέντρα ή θεσμούς εξουσίας (ιατρικά, νομικά ή απλώς γραφειοκρατικά). Επομένως, είναι σαν οι άνθρωποι να ωθούνται να υιοθετήσουν για τους εαυτούς τους ταυτότητες που τους επιβάλλονται ουσιαστικά από έξω, θεωρώντας τες «αληθινή τους φύση». Για τον Φουκό, οι ταυτότητες αυτές δεν έχουν φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι προϊόντα του πλέγματος εξουσίας-γνώσης και αποτελούν κοινωνικές κατασκευές. Δεν εδράζονται σε αντικειμενικά δεδομένα, αλλά σε διαδικασίες που μετατρέπουν το άτομο σε «υποκείμενο» (subjectification), το οποίο διαμορφώνει την ταυτότητά του μέσα από κοινωνικές νόρμες, εξουσία και λόγο (discourse). Μάλιστα, στο έργο του Ιστορία της σεξουαλικότητας,** δείχνει επακριβώς πώς η έννοια του ομοφυλόφιλου ατόμου ως ταυτότητα (και όχι ως βίωμα) κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα από την ιατρική και την ψυχιατρική.
Αντί της πολιτικής ταυτοτήτων, ο Φουκό, με την περίφημη φράση του «Μη με ρωτάτε ποιος είμαι και μη μου ζητάτε να παραμείνω ο ίδιος», αντιτάσσει μια πολιτική της διαφοροποίησης και της δημιουργίας. Προτείνει δηλαδή, αντί για μια πολιτική που διεκδικεί αναγνώριση με βάση μια ταυτότητα, μια πολιτική άρνησης της ταυτότητας προς όφελος μιας συνεχούς διαδικασίας αυτο-δημιουργίας, καθώς και την ανατροπή των διαδικασιών που μετατρέπουν τον άτομο σε «υποκείμενο». Αντιτάσσεται έτσι στον εσσενσιαλισμό (essentialism), δηλαδή την ιδέα ότι υπάρχουν σταθερά χαρακτηριστικά που ορίζουν μια ομάδα. Και, ενώ η πολιτική ταυτοτήτων διεκδικεί χώρο για μια συγκεκριμένη ταυτότητα, ο Φουκό στοχεύει στην αποδόμηση των κατηγοριών που ορίζουν αυτόν τον χώρο.
Οι σπουδές αναπηρίας έρχονται να γεφυρώσουν τις παραπάνω απόψεις. Διεκδικούν αφενός την ορατότητα του ανάπηρου σώματος που, απουσία κατάλληλων δομών, μένει συστηματικά κρυμμένο στο σπίτι του ή σε ιδρύματα, μακριά από την κοινή θέα και «ευλογείται» με λύσεις της αγοράς (προσθετικά μέλη, αμαξίδια, Π και πατερίτσες) που πωλούνται. Από την άλλη, κοιτούν συστηματικά στα κοινωνικά αίτια, στους ιατρικούς ορισμούς της αναπηρίας και στα ιστορικά ταμπού που οδήγησαν σε αυτήν ακριβώς την απόσυρση από την κοινή θέα. Και προτάσσουν τον αυτοπροσδιορισμό των αναπήρων υποστηρίζοντας παράλληλα πως, αντί για κάτι το στατικό, το σώμα οφείλει να γίνει αποδεκτό σαν κάτι το δυναμικό, μεταβαλλόμενο και μεταβλητό, μια ντελεζιανή (Deleuze) τροπικότητα όλων των πιθανών πολλαπλοτήτων της σωματικής υλικότητας.
Η λογοτεχνία της αναπηρίας έρχεται να ενδυναμώσει αυτή την προσέγγιση, φέρνοντας στην επιφάνεια λέξεις και εμπειρίες των ίδιων των αναπήρων, οι οποίες διεκδικούν όχι απλώς χώρο αλλά ουσιαστική ισότητα. Η λογοτεχνία της αναπηρίας, η οποία ως είδος δανείζεται από τη μαρτυρία και την αυτοβιογραφία, δίνει στα πάσχοντα άτομα τη δυνατότητα να μιλήσουν για τον εαυτό τους, τα προβλήματα και τις προσδοκίες τους, όταν όλες οι αποφάσεις για τους αναπήρους και τους νοσούντες λαμβάνονται από άτομα που δεν είναι ούτε ανάπηρα ούτε πάσχοντα. Επιπλέον, συνιστά μια ευκαιρία ο ανάπηρος/νοσών να ανταποδώσει το βλέμμα των άλλων, προσδιορίζοντας ο ίδιος τον εαυτό του. Ο κόσμος κοιτά τους αναπήρους παθολογικοποιητικά, μετατρέποντάς τους σε αξιοθέατο ή αντικείμενο παρατήρησης που ενισχύει τη διάκριση «κανονικό/μη κανονικό» και επιτρέπει στους υγιείς την ταύτιση με το πρώτο.
Μέσα από τη λογοτεχνία της αναπηρίας καλούμαστε να εξετάσουμε ξανά την κοινωνία και το κατεστημένο, να αναμετρηθούμε με τις αξίες που τα συγκροτούν και να στραφούμε κριτικά προς τον ίδιο μας τον εαυτό, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια διαφορετική πορεία προς έναν πιο δίκαιο, ανθρώπινο και συμπεριληπτικό, κόσμο.


Ο Μισέλ Φουκό




* Μαρίνα Κονταρά, «Γιατί οι “πολιτικές ταυτότητας” δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία», 10.12.2021, διαθέσιμο στο: https://xekinima.org/giati-oi-politikes-taytotitas-den-mporoyn-na-allaxoyn-tin-koinonia/ (τελευταία πρόσβαση: 19.2.2026).
** Κυκλοφόρησε δίτομη στα ελληνικά, σε μετάφραση Τάσου Μπετζέλου, από τις εκδ. Πλέθρον (2011).

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: