
Το καλό, σου είπε μια μέρα, θέλει θυσίες. Η προσευχή τότε μόνο ξεπερνά τον εαυτό σου αν βάλεις στην καρδιά σου τον πόνο του άλλου. Η νοερά προσευχή είναι θείος έρωτας».
Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο πιο σύντομος δρόμος.
Μια εκτενέστερη ανάγνωση του Ο πιο σύντομος δρόμος του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου αποκαλύπτει ένα έργο που δεν λειτουργεί απλώς ως πολιτική ή πολιτισμική παρέμβαση, αλλά ως μια σύνθετη σκηνοθεσία αντιθέσεων. Το βιβλίο δεν περιγράφει μόνο έναν «δρόμο»· τον περιδιαβαίνει. Και στην περιδιάβαση αυτή, η γλώσσα γίνεται το κύριο πεδίο όπου η υπόσχεση της συντομίας συγκρούεται με την αναπόφευκτη επιμήκυνση του νοήματος. Ο τίτλος δεν είναι απλή μεταφορά· είναι υπόσχεση σωτηρίας. Η έννοια του «σύντομου δρόμου» εγγράφεται σε μια παράδοση που επιζητεί την έξοδο από τη σύγχυση της πολλαπλότητας προς μια ενότητα καθαρή, ίσως και πνευματικά αρραγή. Όμως κάθε συντόμευση προϋποθέτει παράκαμψη. Και κάθε παράκαμψη αφήνει πίσω της ένα ίχνος — μια σκιά του παρακαμφθέντος. Το βιβλίο επιχειρεί να κινηθεί ταχέως προς μια θέση διαύγειας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εύκολο. Απαιτείται συνενοχή με το κείμενο από πλευράς του αναγνώστη, να αποδυναμώσει το εγώ του, ώστε να μυηθεί σ’ αυτόν τον δρόμο. Όσον αφορά την ανθρωπογεωγραφία του βιβλίου, η αντιπαράθεση κέντρου και περιφέρειας αποκτά μεταφυσικές αποχρώσεις. Η περιφέρεια — και ειδικότερα η Θεσσαλονίκη ως συμβολικός τόπος — αναδεικνύεται σε φορέα μιας άλλης παράδοσης, πιο εσωτερικής, λιγότερο εκκοσμικευμένης. Εδώ, η πόλη γίνεται αλληγορία.Όμως κάθε αλληγορία λειτουργεί μέσω μετατόπισης. Η πόλη δεν είναι ποτέ μόνο πόλη· είναι κείμενο που γράφεται πάνω σε άλλο κείμενο. Και έτσι, η «άλλη» ταυτότητα που προβάλλεται δεν αποσπάται πλήρως από την κυρίαρχη αφήγηση, αλλά την αντικατοπτρίζει ανεστραμμένα. Η περιφέρεια γίνεται νέο κέντρο — η ησυχία νέο σημείο αναφοράς:
«Στη Θεσσαλονίκη δεν υφίσταται ο ορίζοντας της εξουσίας και της πολιτικής όπως στην Αθήνα, όπου πιστεύουν ότι πρέπει να υπηρετούν τα γεγονότα που παράγουν ή νομίζουν πως παράγουν και διαμορφώνουν. […] [Υ]πάρχει η παράδοση του Ησυχασμού, ανεξάρτητα κατά πόσο ή κάτω από ποιες μορφές επιβιώνει στις μέρες μας. Και ησυχασμός σημαίνει παραίτηση από κάθε μορφής εξουσίας. Δεν υπάρχει πεδίο για να δικαιώνεται η δράση και ο άνθρωπος της θείας ανησυχίας [...] δεν μπορεί παρά να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση, να ανοιχτεί προς άλλον κόσμο, εξιχνιάζοντας, κατά το δυνατόν, και αναζητώντας την παρουσία του Πνεύματος. Και όπως λέγει ο Έλιοτ: Το μέλλον είναι στα χέρια του Θεού και όχι στα χέρια των πολιτικών που κάνουν καλό ή κακό με σχέδια και προβλέψεις(σελ. 70-71).
Παρά τη βεβαιότητα του τόνου, το κείμενο διαρρηγνύεται από στιγμές όπου η γλώσσα του αποκαλύπτει ρωγμές. Οι έννοιες «αλήθεια», «παράδοση», «πνευματικότητα» λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς, αλλά η σημασία τους δεν παύει να μετατοπίζεται ανάλογα με το συμφραζόμενο. Η υπόσχεση της καθαρής εξόδου αναβάλλεται μέσα στις ίδιες τις λέξεις που την προφέρουν.
Ο «σύντομος δρόμος» αποδεικνύεται έτσι μια διαδρομή γεμάτη εσωτερικές αναδιπλώσεις. Όσο περισσότερο επιδιώκεται η σαφήνεια, τόσο περισσότερο εμφανίζεται η πολυσημία.Και όμως, ακριβώς αυτή η ένταση καθιστά το έργο ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς μια διακήρυξη εναντίον μιας πολιτισμικής ηγεμονίας. Είναι ένα κείμενο που, άθελά του ίσως, φανερώνει πόσο δύσκολο είναι να αρθρώσεις λόγο υπέρβασης χωρίς να εμπλακείς στις δομές που κρίνεις.Η πιο γόνιμη ανάγνωση του βιβλίου δεν είναι εκείνη που το αποδέχεται ή το απορρίπτει συνολικά, αλλά εκείνη που εντοπίζει τα σημεία όπου το ίδιο υπονομεύει τη βεβαιότητά του. Εκεί όπου η επιθυμία για ενότητα συγκρούεται με την αδυναμία της γλώσσας να παραγάγει αδιαμφισβήτητο νόημα. Στο τέλος, ο «πιο σύντομος δρόμος» δεν είναι γεωγραφική ή πολιτική πρόταση· είναι φιλοσοφική απορία. Μπορεί άραγε να υπάρξει συντομία σε έναν κόσμο όπου κάθε νόημα γεννιέται από τη διαφορά και την καθυστέρηση; Το βιβλίο δεν δίνει οριστική απάντηση — και ίσως σε αυτή την αδυναμία του να κλείσει τον κύκλο να βρίσκεται η βαθύτερη σημασία του.