Το πάσχον σώμα της ανθρωπότητας

Σχέδιο: Τελόν Νιγκά (1963)
Σχέδιο: Τελόν Νιγκά (1963)

Γιάννης Αντιόχου, «Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες», εκδ. Ίκαρος 2026

Μια προσέγγιση της ποιητικής σύνθεσης Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες του Γιάννη Αντιόχου



Στο σύνολο του ποιητικού έργου του ο Γιάννης Αντιόχου μοιάζει να διαπραγματεύεται επανειλημμένα την παρουσία του Θεού στον κόσμο. Άλλοτε επιβεβαιώνει την ύπαρξή του, ακόμη κι όταν διατείνεται πως είναι πια νεκρός ή έστω πως οι άνθρωποι τον έχουν ακρωτηριάσει ή πληγώσει ανεπανόρθωτα. Μήπως όμως τελικά πρόκειται για μια αέναη κυματοειδή πανταχού παρουσία που διάχυτη διέρχεται ανάμεσα στους ανθρώπους, ανήμπορη να θεραπεύσει τα πάθη τους; Μήπως εντέλει παραμένει στην ουσία πέτρινος, όπως το ποιητικό αντικείμενο στο ποίημα «Faith.zip», το οποίο θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε ενσάρκωση του Θεού στη γη ή απλώς ένα μαρμάρινο ταφικό μνημείο; Μήπως οι καθημερινές ήττες των ανθρώπων, ατομικές και συλλογικές, προκρίνουν την αδυναμία του Θεού να ανταποκριθεί στα αιτήματά τους; Εικάζω πάντως πως αυτές είναι οι συντέλειες που ονειρεύεται τις νύχτες ο ποιητής.
Οι ποιητές δεν είναι ούτε προφήτες, ούτε φέρουν το άγιο φωτοστέφανο, δεν έχουν τον ρόλο ούτε του Μεσσία ούτε του παρηγορητή. Γράφουν επειδή δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Και ευτυχώς ο Αντιόχου γράφει με μέτρο και σοφία, χωρίς να πέφτει στην παγίδα να δώσει απαντήσεις σε κανένα ερώτημα, χωρίς να αμύνεται υπέρ ή να καταφέρεται εναντίον καμιάς ιδεολογίας. Παρατηρεί και μεταφέρει μέσα από τις λέξεις του ό,τι συγκλονίζει τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος, ο μικρός ο μέγας, θα είναι και θα συντελείται εις τους αιώνας των αιώνων, διότι άξιος εστί. Ή μήπως το θαύμα έχει οριστικά ακυρωθεί και ο κόσμος είναι πλέον ανάξιος; Όπως και να το δει κανείς, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλά για τη συντέλεια του κόσμου, μα για τη διαρκώς αυξανόμενη φθορά και πτώση της ανθρωπότητας, για όλα αυτά που συντελούν στην εντροπία κι ωστόσο στη συντήρηση αυτού του κόσμου.
Η δομή του βιβλίου είναι συμμετρική και στημένη με αρχιτεκτονική ακρίβεια, όπως μας έχει συνηθίσει ο Αντιόχου. Ξεκινάει με δύο μότο από τους ποιητικούς του πατέρες· αυτό του Χαρτ Κρέιν, που δηλώνει τη σωματικότητα του λόγου του κι εκείνο του Γιώργου Σεφέρη, όπου σαν άλλος Οδυσσέας προχωράει στη νέκυια, στην επίκληση των νεκρών του, αφού οι ζωντανοί δεν μιλούν. Εμμέσως μας προετοιμάζει για τα προφανή διακείμενα που διατρέχουν τα ποιήματα της σύνθεσης και προέρχονται αποκλειστικά από νεκρούς ποιητές, με τους οποίους ο Αντιόχου συνομιλεί. Όλες αυτές οι πληροφορίες βρίσκονται στο παράρτημα των σημειώσεων, στο τέλος του βιβλίου. Ακολουθούν τα 17 ποιήματα της σύνθεσης, ένα εισαγωγικό, και, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες, τα υπόλοιπα ως εξής: (1) 3 ποιήματα στην ενότητα πυρ, που αναφέρεται στον πόλεμο, (2) 3 ποιήματα στην ενότητα οι νεκροί, που αφορά όσα διατηρούνται ζωντανά στη μνήμη· από τα σώματα και τα πρόσωπα έως τους πεθαμένους ποιητές, (3) 5 ποιήματα στην ενότητα ρωγμή, που αφενός αποτελεί το σημείο απ’ όπου φωτίζεται το σκοτάδι ή και συσκοτίζεται το φως, αφετέρου λειτουργεί ως το σημείο όπου σκοπίμως θα παραμείνουν κρυμμένα όσα δεν επιθυμεί ο ποιητής να μας αποκαλύψει και τέλος (4) 5 ποιήματα στην ενότητα syntax: [εσύ _ δεν _ υπάρχεις], όπου η γλώσσα πασχίζει να ανακτήσει έναν άνθρωπο σαν από κατεστραμμένο αρχείο στον υπολογιστή. Το εισαγωγικό ή προ-ποίημα –το «Proem» όπως παιγνιωδώς ο ποιητής τιτλοφορεί– αποτελεί άμεση αναφορά στο προηγούμενο βιβλίο, όπως θα το εξηγήσω περαιτέρω. Οι στίχοι […] Συμβαίνει·/ τους ενταφιάζουμε — όλους / όσο πιο βαθιά μπορούμε· / έπειτα προσπαθούμε / ν’ αγαπήσουμε κι άλλους / λέγοντας το ίδιο βολικό ψέμα: / πως είναι / η μόνη μας αγάπη […] στήνουν τη γέφυρα για να περάσει ο αναγνώστης από τον κάτω ουρανό στις συντέλειες.

Αυτά ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του βιβλίου. Ως προς τη θεματική, αυτή ποικίλλει, εστιάζοντας ωστόσο στη φθορά του σώματος, στην αρρώστια, στο τραύμα, στον έρωτα, στην απώλεια και στην ενοχή. Το βιβλίο διατρέχει έντονα ο πόλεμος ως η έσχατη κατάσταση της ανθρώπινης πτώσης, αλλά και ειδικότερα ως τραύμα που ξανανοίγει σε ευρωπαϊκό έδαφος με την εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία. Η σκιά αυτού του πολέμου σκεπάζει σαν αόριστη απειλή τον Πειραιά, όπου «προστατευμένος» βρίσκεται ο ποιητής, μα και βαραίνει σαν μολύβι τα ενοχικά χέρια του, που «εκ του ασφαλούς» γράφουν γι’ αυτόν δίχως την απειλή μιας βόμβας, ενός παιδομαζώματος, δίχως την κλοπή και την οικειοποίηση της Ιστορίας των μεν από τους δε.
Ο Γιάννης Αντιόχου έχει κατορθώσει να δημιουργήσει το ποιητικό σύμπαν του θεμελιώνοντας κάθε επόμενο βιβλίο στο αμέσως προηγούμενο. Αν στην προτελευταία ποιητική σύνθεση Αυτός, ο κάτω ουρανός (Ίκαρος, 2019) ο ποιητής ενστερνίζεται το νιτσεϊκό ο Θεός είναι νεκρός και καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτός συνεργεί στον θάνατο του Θεού, απομυζώντας ολοκληρωτικά το ποιητικό/ ερωτικό του αντικείμενο, ώστε εντέλει να το φυτέψει με το κεφάλι μες στο χώμα, στη σύνθεση Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες (Ίκαρος, 2026) επανεξετάζει το ζήτημα του Θεού, φανερώνοντας πρωτίστως τα πάθη της ανθρωπότητας, χωρίς να παρακάμπτει ουδεμία στιγμή το πάθος του ενός και μοναδικού ανθρώπου. Η σύνδεση αυτή γίνεται ρητή παραδοχή και διατρέχει το βιβλίο σε διάφορα σημεία, ξεκινώντας από το ατομικό που σταδιακά διευρύνεται στο συλλογικό, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Earendel»: […] Υποθέτω κι εσύ / παρότι είσαι νεκρός από το προηγούμενο βιβλίο / παραβιάζοντας όλους τους κανόνες / επιβιώνεις καταδικασμένος σε ένα αρχείο υπολογιστή / κατανοώντας τις ανησυχητικές εξελίξεις / που σημειώνω τηλεγραφικά / σε διπλό μοτίβο ― // πολέμους που υποστηρίζουμε / πολέμους που καταδικάζουμε […]. Με πόση αλήθεια μαεστρία ειρωνεύεται ο ποιητής τόσο το ποιητικό αντικείμενο του προηγούμενου βιβλίου, όσο κι εμάς τους αναγνώστες –του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, όπως άλλωστε έχει ήδη δηλώσει στο ποίημα «Κάιν και Άβελ» με τη δίστιχη κατακλείδα μιας παραποίησης των στίχων του Μπωντλαίρ «You! hypocrite lecteur! ― mon semblable, ― mon frère– που επιλέγουμε τους θύτες και τα θύματα ωσάν να επρόκειτο για προτίμηση σε αθλητικές αναμετρήσεις.
Αν έπρεπε πάντως να αναζητήσουμε τα βασικά σημεία της ποιητικής του Αντιόχου, ως κλειδιά για τη βαθύτερη κατανόηση αυτού του έργου, θα εστιάζαμε σε συγκεκριμένους στίχους, όπως θα τους παραθέσω στη συνέχεια.
Στο ποίημα «Θάνατος από πνιγμό» – αναφορά τόσο την Έρημη χώρα του Τ.Σ. Έλιοτ, όσο και στον αυτόχειρα Χαρτ Κρέιν, που πνίγηκε πηδώντας στη θάλασσα, στους παρακάτω στίχους, ο ποιητής δηλώνει με παρρησία πως το να γράφει κανείς στρατευμένα δεν αποτελεί ποίηση. Μόνο ο μέγας απατεώνας πνίγεται μέσα στην αφθονία των λέξεών του, καταπνίγοντας την ουσία της γραφής. Ο αληθινός ποιητής γράφει θέτοντας ερωτήματα στον αναγνώστη, κρατώντας έναν καθρέφτη, μες στον οποίο αντικατοπτρίζεται όση αλήθεια μπορεί ο καθένας μας να αντέξει.

[…] Τι πνίγει ένα έθνος;
    
Ο προφήτης
                
ο ποιητής
                        
και ο αρχιτέκτονάς του.

Θυμήσου
ο ποιητής σε έχει εξαπατήσει.

Μια θάλασσα γεμάτη στίχους
δεν είναι ποτέ μεταφορά·
φουσκώνει, επιστρέφει και σε πνίγει
αδιάκοπα. […]

Στο ποίημα «Time Loops», ο ποιητής προσευχόμενος αμήχανα σε κάποιον Θεό, πενθεί παράλληλα κάποια δική του απώλεια. Περίτεχνα πλέκει την προσωπική θλίψη με το συλλογικό δράμα του πολέμου. Εσκεμμένα το ποιητικό εγώ εγκολπώνεται την ενοχή του πολέμου, υποφέροντας ωστόσο για τον χαμένο χρόνο, τα γηρατειά και την απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου. Η γλώσσα είναι ελλιπής και δεν κατορθώνει να υπερβεί τον πόνο. Η ποίηση δεν είναι επαρκής παρηγοριά ούτε για εκείνον που τη γράφει. Η προσευχή ως ποίημα δεν μπορεί να σώσει ούτε τον ποιητή, ούτε τους ομόγλωσσους ανθρώπους του, τη φυλή του.

[…] Γέρασα
        
εσύ δεν υπάρχεις.

Χαμηλωμένος στην κοιλιά του γραφείου
υποφέρω κρυφά απ’ όλους·
δεν µού φτάνει η γλώσσα µου
και με πονάει που ’μαι εδώ
στο καταφύγιο του χαρτιού
συνθέτοντας την αμήχανη προσευχή μου —

Κύριε
μια βόμβα φωσφόρου
κατέκαψε την αρχαία φλαμουριά.

Γίνεται πόλεμος·
δεν ξέρω πολλά για τον πόλεμο —
μα όταν σωπαίνουν τα πουλιά
στα συντρίμμια των λέξεων
φυτεύω νεκρούς στρατιώτες.

Σβήνοντας ένα ένα
τα ορφανά μου άστρα
φυγαδεύω τη φυλή μου στο κενό.
Κύριε, δεν ήμουν ικανός.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα τολμηρή παραδοχή που αποτελεί εξίσου κλειδί στην ποιητική του Αντιόχου: η παντοδυναμία του ποιητή είναι μονάχα μια ψευδαίσθηση και άλλωστε, ήδη από τον τίτλο του παραπάνω ποιήματος αντιλαμβανόμαστε ότι το ποιητικό εγώ βυθίζεται σε μια περιδίνηση που το επαναφέρει διαρκώς στο βίωμα του ίδιου τραύματος, ενδεχομένως με αφορμή την προσθήκη ενός καινούργιου. Εξ ου και το πέρασμα από το ατομικό στο συλλογικό. Αυτή η διαπίστωση επαναλαμβάνεται και σε άλλα ποιήματα της σύνθεσης.

Ένα τελευταίο σημείο αφορά την τραγική ειρωνεία, όπως αυτή εκφράζεται στο ποίημα «Seyn», τίτλος γραμμένος κατά τον Χάιντεγκερ, δηλωτικός μιας προ-οντολογικής κατάστασης του Είναι, αυτής που σχετίζεται με το εσωτερικό, το αθέατο Είναι και φανερώνεται μόνο μέσω της ποίησης, της σιωπής και της εσωτερικής εμπειρίας. Εδώ ο Αντιόχου, αναφερόμενος στις επισκέψεις του Τσέλαν στην καλύβα του Χάιντεγκερ, στήνει έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στους δύο άντρες: […] Ήξερες, αγαπούσα μια γυναίκα / ― στη γλώσσα της πληγής μου. / Ήξερα, αγαπούσες μια γυναίκα / ― στη γλώσσα της εξορίας σου. // Δεν είχες λέξεις / δεν είχα σώμα / δεν είχαμε τίποτα / να / μοιρα- / στούμε. //// Μα ό,τι πονάει δεν σβήνει·/ παλινδρομεί και επιστρέφει. […]. Και είναι το βάρος όλων αυτών των ετεροτήτων που συνθέτουν ίσως τον κεντρικότερο άξονα της ποιητικής αυτού του βιβλίου. Ετερότητες που όταν εντείνονται οδηγούν σε εχθροπραξίες, ενώ όταν συγκλίνουν γεννούν τις πιο εκστατικές δημιουργίες. Η εποχή μας, η εποχή του βιβλίου αυτού δεν ευνοεί τις συγκλίσεις, μάλλον προάγει τις έντονες διαφοροποιήσεις. Μάλλον προτάσσει το στρατιωτικό πυρ, όπως σε ένα ιντερμέδιο γράφει ο Αντιόχου: Όσο για τον Θεό / κρατώ μια επιφύλαξη / αν το «γεννηθήτω φως» Του / ήταν στρατιωτικό πυρ / ή ο ακούσιος ψίθυρος / της εξορίας μας.

Το βιβλίο Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες είναι σκληρό, βρίθει αναφορών σε άρρωστα, διαμελισμένα σώματα, σε έναν κόσμο θανατερό που αποσυντίθεται, που κατατρώει τις ίδιες του τις σάρκες, είναι ένα βιβλίο πολέμου. Γραμμένο στη βαθιά ποιητική και αρμονική γλώσσα του Αντιόχου όμως αφήνει δειλά μια χαραμάδα φωτός να το διαπερνά. Στ’ άπλερο φως / μισοκρύβομαι για να ζήσω / –στη ζωή μου δεν πετώ–, γράφει ο ποιητής.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: