
Έχω μπροστά μου κάτι τουλάχιστον ασυνήθιστο για τα ποιητικά δεδομένα: μια ποιητική συλλογή που μαζί με τα περικείμενά της φτάνει τις διακόσιες ογδόντα περίπου σελίδες. Έναν τόμο εκατόν εβδομήντα επτά, αν μέτρησα σωστά, ποιημάτων. Μη φανταστείτε, ωστόσο, ότι αναφέρομαι σε σκόρπια ποιήματα, γραμμένα κατά καιρούς, που συγκεντρώθηκαν τώρα προκειμένου να εκδοθεί ένα βιβλίο. Απεναντίας, πρόκειται για ένα οργανωμένο έργο, κατανεμημένο σε εννέα ενότητες, στο οποίο ο ποιητής αναπτύσσει προβολές για το πώς αντιλαμβάνεται και προσμετρά τον χρόνο και πώς τον εγγράφει ως ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή του.
Και παρά το ότι, σχεδόν μηχανικά, απαντάμε, όταν μας ρωτούν σχετικά, ότι οι κυρίαρχες θεματικές της ποίησης είναι αυτές που συνομολογούν την ανθρώπινη συνθήκη, δηλαδή ο έρωτας−γέννηση και ο θάνατος, ένας ποιητής γράφοντας, συνειδητοποιεί ότι το πραγματικό θέμα τής ποίησης είναι ο χρόνος. Επειδή ο χρόνος δεν είναι μόνο μια διάσταση μέσω της οποίας θεματοποιείται και κοινωνείται ως γεγονός η δική μας ―η ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο― διάσταση, αλλά είναι το καθαυτό υποστασιακό στοιχείο του ίδιου του ποιήματος, είναι ο προϋπόθετος χώρος μέσα στον οποίο γεννιέται το ποίημα και που δίχως αυτόν το ποίημα δεν υπάρχει.
Ήδη ο τίτλος, «Ο χρόνος ο επιούσιος», μας δείχνει μέσα από ποια οπτική ο Θανάσης Χατζόπουλος προτίθεται να αναμετρηθεί με τον χρόνο και να πραγματευτεί τη θεματική του. «Επιούσιος», δηλαδή καθημερινός, δηλαδή χρόνος οριοθετημένος στη σύμβαση της καθημερινής μας αναγκαιότητας, χρόνος ανθρώπινος, εξαρτημένος από ένα σύστημα μετρήσιμων αναφορών, όπως για παράδειγμα στην εναλλαγή των εποχών, στον μαρασμό και την αναγέννηση της φύσης. Και ας μην μας διαφεύγει ότι ο προσδιορισμός «επιούσιος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με ευαγγελικές εκφορές: «τὀν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», λέει ο Ματθαίος και κάτι ανάλογο: «τὀν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν τὸ καθ’ ἡμέραν» ο Λουκάς. Και ασφαλώς, δεν υπονοώ θρησκευτικά νεύματα του ποιητή αλλά την ιερότητα που αυτός επιθυμεί να προσδώσει στο καθημερινό.
Αυτή τη συλλογιστική τού οριοθετημένου χρόνου ενισχύουν και οι τίτλοι των επιμέρους ενοτήτων:
ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ
ΕΑΡΙΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ
ΘΕΡΙΝΟ ΚΑΜΑ
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΖΩΝΗ
ΚΛΗΜΑΤΙ ΚΛΙΜΑΞ
ΑΙΩΝ ΠΑΙΣ ΕΣΤΙ ΠΑΙΖΩΝ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
ΜΥΘΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο ΚΑΙΡΟΣ, ΑΠΟ ΜΕΡΑ ΣΕ ΜΕΡΑ
Και με βάση πάλι αυτή τη συλλογιστική θα υποστήριζα ότι ο Χατζόπουλος βρίσκεται εξίσου κοντά στον ανακτημένο από τη μνήμη χρόνο του Προυστ, και στον κυκλικό χρόνο των «Τεσσάρων κουαρτέτων» του Έλιοτ.
Είναι βέβαια αδύνατη η κατά ποίημα προσέγγιση αυτού του βιβλίου, τουλάχιστον στα όρια ενός απλού κειμένου. Και μπορεί μεν οι ενότητες να οργανώνουν, μέχρι σ’ ένα βαθμό, το περιεχόμενο, αλλά και πάλι οι εσωτερικές τους εξακτινώσεις ή οι νοηματικές συνδέσεις, διασταυρώσεις και ακολουθίες, απαιτούν εργασία μιας συστηματικής μελέτης. Άρα, εξ ανάγκης περιορίζομαι σε επιλογές, έχοντας ως κριτήριο τον τρόπο που διάβασα εγώ το βιβλίο και θεώρησα ως δεσπόζοντα κάποια σημεία του.
Αν ανατρέξει κάποιος στο ποιητικό έργο του Χατζόπουλου, θα διαπιστώσει ότι κινείται στο πεδίο ενός ιδιότυπου μοντερνισμού· και λέω «ιδιότυπου», επειδή βασικά στοιχεία τού μοντερνισμού, όπως η υποκειμενικότητα και η εσωτερική ματιά τού βιώματος, λόγω και της ιδιότητάς του ως ψυχαναλυτή, επανακαθορίζονται, με το ατομικό «εγώ» να διευρύνεται σε συλλογικό «εμείς», και η εμβάθυνση στον ψυχισμό τού άλλου να γίνεται μια οικειοποιημένη, κατά κάποιο τρόπο, πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα, που στον ορίζοντα της ποίησης μεταφέρεται ως πλήθος συναισθηματικών αποχρώσεων, μέσω και συνδηλωτικών εξωτερικών εικόνων, εντυπώσεων και μετωνυμιών. Γιατί, πώς αλλιώς να διαβάσεις τους στίχους της «Αμυγδαλιάς» του από την ενότητα «ΘΕΡΙΝΟ ΚΑΜΑ»;
Αφού ωρίμασε στην εντέλεια τους καρπούς της
Στο γέρμα του θέρους
Μέσα σε μια μέρα αιφνίδια έριξε
Γερασμένο σύνολο το φύλλωμά της
Κι έμεινε ξόανο, κλαδιά και κορμί,
Να δηλώνει τις εποχές και τα πάθη της
Με τραγικό αντίπαλο, που κάποτε
Την ελεούσε, τον ουρανό.
όπου το τραγικό νόημα της ύπαρξης και της ακολουθίας: γέννηση-άνθηση-φθορά-τελευτή, αναζητάται σε προβολές τής φύσης ή, για να το πω με μια δική μου μεταφορά, προεκτείνεται από το σκήνωμα του επιταφίου και την αγωνία που προηγήθηκε, στα άνθη που συμβολίζουν το πένθος και τη θνητότητα.
Προπάντων όμως ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι ο Θανάσης Χατζόπουλος είναι ένας γνήσια λυρικός ποιητής, μ’ έναν, ωστόσο, ελεγειακό, γήινο θα έλεγα, λυρισμό, στον αντίποδα του ηλιόφωτου, για παράδειγμα, και δοξαστικού λυρισμού του Ελύτη. Επειδή στα ποιήματά του δεν στήνουνε τρελό χορό τα μελισσόπουλα ούτε ο ήλιος σπαρταράει κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι, αλλά
Ιβίσκοι και τριανταφυλλιές, αγιόκλημα και γιασεμιά
Πλεγμένα σε κληματαριές με τα τσαμπιά στη βράση τους
Να ξεχειλίζουν δίνοντας άνιση μάχη με τα σμήνη
Σφήκες που πολιορκούν τον ώριμο χυμό στις ρώγες
Κι οι λίθοι ακόμη να ρουφάνε τα τριξίματα της νύχτας
Να διαστέλλονται μαζί μες στις δεσιές, ξύλα κι αρμοί
Πορτοπαράθυρα να λείχουνε τη σκόνη στις γρίλιες
Και να φωλιάζουν στις γλυφές τους αυγά σε θερμή επώαση
Από της εμποροπανήγυρης το βουητό, σαν άλλοτε παράσιτα
Όλοι χαμένοι· […]
Πώς φτάσαμε ώς εδώ
Σε μια συνάντηση που άλλη ο χρόνος δεν θα δεξιωθεί
Θα ήθελα να παραθέσω ολόκληρο αυτό το ποίημα, τον «Δεκαπενταύγουστο», από την ενότητα «ΘΕΡΙΝΟ ΚΑΜΑ», αφενός για να μεταφερθώ από τις γενικές παρατηρήσεις στο καθαυτό περιεχόμενο και αφετέρου για να δείξω πώς οι παραστάσεις της φύσης ―ηγεμονικό στοιχείο στο παρόν βιβλίο― γίνονται παραστάσεις του χρόνου, και πώς πλάθεται η γλώσσα, που ως σημαίνουσα ενέργεια δομεί και συστήνει το ποίημα.
Επειδή βέβαια πάνω απ’ όλα η ποίηση είναι γλώσσα και ο Χατζόπουλος ―γι’ αυτό είναι ποιητής― μας δίνει ευφάνταστες γλωσσικές συλλήψεις: Κάνει ξερό κουράγιο· μας δίνει μεταφορές που ξαφνιάζουν: Σάβανο γύψου / Επίχρισμα στο πρόσωπο της
τραγωδού ή εικόνες και ήχους: Το χώμα επωάζει για το άλλο καλοκαίρι γόνους τζιτζικιών / Ακούγονται τεττιγοφόροι τριγμοί.
Θα ήθελα επίσης να παραθέσω ολόκληρες τις «Εαρινές αγγελίες» από την ενότητα «ΕΑΡΙΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ», αυτά τα ποιήματα στο μεταίχμιο, θα έλεγα, μιας σωματικής−αισθητηριακής και μιας ανεστραμμένα πνευματικής προσέγγισης της Μεγάλης Βδομάδας, αφού από τη μια όλα είναι αισθητά και αντιληπτά και από την άλλη οι αισθήσεις συνδέονται με την εντός εαυτού υπέρβασή τους, όπως συνδέεται το ουκ έστιν ώδε με την ανάσταση της σάρκας στη σάρκα. Θὰ περιοριστῶ ὅμως στὴν Πρώτη Ανάσταση και σε λίγους στίχους από το Πάσχα:
ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Εκείνες έλαβαν το μήνυμα για ό,τι δεν συνέβη
Αλλά το μετέδωσαν σαν να είχε συμβεί
«Οὐκ ἔστιν ὧδε», άρα
Έκτοτε το Σάββατο λάμπει μέσα του
Εαρινά αρώματα, λευκή σινδόνη στο υπόλευκο φως
Και η ανάμνηση του πάθους νωπή
Σαν να μην επρόκειτο ποτέ να ξημερώσει
Από το πένθος του
ΠΑΣΧΑ
Εκεί όπου η άνοιξη καλά καθούμενη
Καλείται από το χώμα να υψωθεί μια στάλα
Προς το καλοκαίρι
Προς την ανάσταση
Της σάρκας στη σάρκα
Προσπαθώντας να οργανώσω και τον δικό μου λόγο, στέκομαι στην ενότητα «ΚΛΗΜΑΤΙ ΚΛΙΜΑΞ».
Εκεί όπου «Η αγάπη κι ο χρόνος αθροίζονται σε γραφτό / Σε ερμάριο κρυμμένο πολλαπλών εγγραφών», εκεί όπου η συνθήκη του χρόνου γίνεται συνθήκη του έρωτα που ριζώνει ώς την αγάπη, σε έναν δραματικό στην ουσία του ύμνο προς την αγάπη−έρωτα −ή μήπως ύμνο στη μάχη που δίνει η αγάπη για να μη νικηθεί από τη φθορά κι από τον χρόνο; Έναν ύμνο, πράγματι «πολλαπλών εγγραφών», που μοιάζει να προστίθεται ―αν αυτό που λέω δεν θεωρείται βλάσφημο― στην Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή του Απόστολου Παύλου, αναβαπτίζοντας την ἀγάπη από χριστιανική αρετή σε ανάγκη «επανεφεύρεσης», όπως λέει ο Χατζόπουλος, του έρωτα, φέρνοντάς την πιο κοντά στους δυό, στο «γεννιέται ο κόσμος ―ή μήπως αναγεννιέται;― όταν φιλιούνται δύο» του Οκτάβιο Πας, ή στην εκμηδένιση, στο «Σε σένα περνώ, κι από σένα σε μένα / Κι από μέρα σε μέρα / Σαν σε πάλης αφρισμένο αγρό», σὲ δικούς του στίχους, και παρακάτω:
Η αγάπη αρχίζει εκεί που υπάρχει ένας άλλος
Ο δίχως εσύ μες στα χώματα και μες στη σιωπή
Και τελειώνει εκεί όπου χάνεσαι εσύ
Για να υπάρξει ένας άλλος
Και τελειώνει εκεί όπου χάνεται ο άλλος
Και γίνεται εσύ μες στα χώματα και μες στη σιωπή
Υπάρχει ακόμη ο «ΑΙΩΝ ΠΑΙΣ ΕΣΤΙ ΠΑΙΖΩΝ», αυτή η Προσωκρατική, η Ηρακλείτεια, φυσική αντίληψη του χρόνου, που σαν φράση αποκτά βέβαια πληρέστερα το νόημά της στη συνέχειά της, στο «πεσσεύων» και στο «παιδὸς ἡ βασιλίη», προσομοιάζοντας τον χρόνο με ένα παιδί που παίζει, και μάλιστα παίζει ένα τυχερό παιχνίδι, ρίχνοντας ζάρια. Και είναι αυτή η τύχη, η τυχαιότητα, και όχι κάποια άλλη δύναμη, λέει ο Ηράκλειτος, που κινεί τα νήματα του κόσμου, και είναι ο χρόνος-παιδί αυτός που χάριν του παιχνιδιού βασιλεύει. Ο Χατζόπουλος χωρίς να απομακρύνεται από το πνεύμα αυτής της οντολογίας, το μεταφέρει στον οριοθετημένο επιούσιο χρόνο, όπως σημείωσα στην αρχή, και στον κόσμο μιας επίσης οριοθετημένης εμπειρίας, που ναι μεν έχει αρχή και τέλος, από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και στο γήρας, όμως ο ποιητής προσδιορίζει εδώ τον χρόνο και τη ζαριά τού χρόνου ως χρόνο παιδιού. Και είναι το παιδί που «παίζει κάτω από το τραπέζι», «παίζει στην άκρη του νερού», «παίζει στην άκρη του δρόμου», «παίζει στη μέση της αλάνας», «παίζει στην άκρη του γκρεμού», ένα παιχνίδι σημαινόντων και σημαινομένων, και είναι ο χρόνος-παιδί που «παίζει πεντόβολα, σχεδιάζοντας το σύμπαν».
Και εντέλει είναι το παιδί που
Ανακαλύπτει το βάθος των πραγμάτων
Σε απλές αλήθειες
Γεννήθηκε για να ζήσει
Ζει για ν’ αγαπήσει
Αγαπά για να δώσει τράτο στη ζωή
όπως είναι και το «εξαφανισμένο παιδί», αυτό που μας κοιτά απ’ τις αφίσες αναζήτησης, και είναι «ο Όλιβερ Τουίστ» κι «ο Κοντρορεβυθούλης», και είναι «τα παιδιά που θυσιάζουν οι ενήλικες και οι θεοί».
Υπάρχουν οι «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ», όπου το ποιητικό βλέμμα εστιάζει στον «απογυμνωμένο από κανόνες κόσμο», έναν κόσμο που «γλιστράει υπνωτισμένος προς την καταστροφή», ενώ «Η Ελλάδα ομοιοκαταληκτεί / με τον Καιάδα / Όταν τρώει τα παιδιά της». Εδώ ο Χατζόπουλος, έχοντας συνείδηση ότι η ποίηση είναι ούτως ή άλλως μια πολιτική πράξη και ότι ο ποιητής οφείλει να μετέχει του καιρού του, γίνεται καταγραφέας και έμμεσος κριτής μιας σειράς αρνητικών ή σκοτεινών, διαχρονικών και επικαιρικών πραγματικοτήτων, από τον πόλεμο και τα εγκλήματά του μέχρι την προσφυγιά, από τη διαφθορά, τη συσσώρευση του πλούτου και την κρίση των ανθρώπινων αξιών μέχρι την οπαδική βία, χωρίς, ωστόσο να πάψει να ονειρεύεται τον ήλιο και το φως:
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ
όχι χρόνια, όχι μήνες
Αλλά ίσα μέρες, ίσα-ίσα η επόμενη μέρα
Είναι στο χέρι μας να την ονειρευτούμε
Με μια ελάχιστη γέφυρα ανάμεσα
Σε αυτό που θα γίνουμε
Από αυτό που είμαστε
Όχι μια εκδρομή
Αλλά μονάχα μια στιγμή
Που θα σηκώσουμε το βλέμμα
Για να κοιτάξουμε τον ήλιο και το φως του
Και να τον βρούμε εκεί που ήταν
Εκεί που είναι, αυτός για πάντα εικάζουμε εκεί.
Ακόμη πιο συνοπτικά θα αναφερθώ στα «ΜΥΘΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ», τη μικρότερη σε έκταση ενότητα, όπου «στη βία της Τέχνης ανασαίνουν οι πυλώνες / κι ο αγώνας ανθρώπων και θεού» και όπου στοιχεία της αρχαιοελληνικής μυθολογίας εναλλάσσονται με ιστορίες της Βίβλου, ἐν είδει σύνδεσης και κοινής καταγωγής της μυθολογίας του κόσμου, με κοινό παρονομαστή την αιρετική και σε σημεία παιγνιώδη ποιητική διάθεση.
Για να φτάσουμε στην τελευταία ενότητα, «Ο ΚΑΙΡΟΣ, ΑΠΟ ΜΕΡΑ ΣΕ ΜΕΡΑ» όπου η ούτως ή άλλως πυκνή μεταφορικὴ γλώσσα του Χατζόπουλου, πυκνώνει ακόμη περισσότερο, μετατωπίζει το έξω προς τα μέσα και μετουσιώνει την περιγραφή σε στοχασμό, οικειώνεται το αποφατικό και κομματιάζει το ακέραιο, ακούγοντας τη σιωπή σαν φωνή που δεν ακούστηκε ποτέ, ενώ η λέξη «ψυχή», ως ψυχή, έρχεται κι επανέρχεται: «Μόνο η ψυχή δεν παραιτείται ποτέ από την επικράτειά της», «Η ζωντάνια το σώμα κατοικεί / Συγκαταλέγεται σ’ όσα στεγάζει η ψυχή». Και αναδιατυπώνει τον επιούσιο χρόνο του τίτλου, ταυτολογώντας τις δύο έννοιες:
Ο ΕΠΙΟΥΣΙΟΣ
Τον τρώμε σαν ψωμί, τον μασουλάμε
Υγραίνοντάς τον
Από τα σάλια τού νηπίου στου γέροντα τη σιελόρροια
Τον λιώνουμε μαζί με την κόρα του
Κάθε φορά γίνεται ψίχα και ζυμάρι εξαρχής
Ιδρώτας λαμπαδιάζει, η ψυχή πνίγεται στα νερά του
Για μια Ανάσταση
Ο Θανάσης Χατζόπουλος είναι ένας αφοσιωμένος τής ποίησης και για την αξία τής ποίησής του έχω απλώς να προσθέσω. Θεωρώ κοινοτοπία το να λέμε για κάθε νέο βιβλίο ότι είναι το πιο ώριμο έργο ενός δημιουργού. Γι’ αυτό θα πω ότι Ο χρόνος ο επιούσιος είναι ένα βιβλίο εξίσου σημαντικό με το Κελί, με το Πρόσωπο με τη γη, με το Φιλί της ζωής, με το Υπό κατασκευήν σημαίες. Η διαφορά είναι ότι από βιβλίο σε βιβλίο ανακαλύπτεις έναν καινούριο Χατζόπουλο, που δεν έχει, ωστόσο, απεμπολήσει τις βεβαιότητες και τις αβεβαιότητές του για τον άνθρωπο, που δεν έχει πάψει να χτίζει τον ποιητικό του λόγο στο ανάμεσά τους.