
Η Χριστίνα Οικονομίδου ανήκει στις ποιητικές φωνές που διαμορφώνονται αργά, με επιμονή και με μια αξιοπρόσεκτη εμπιστοσύνη στη σιωπή. Από την πρώτη της εμφάνιση στην Απόπειρα, το 1994, με το Μύθοι και ωδίνες / Η γυναίκα και το δέντρο της σιωπής, έως το Μ’ έναν χορό στο στόμα τού 2019, η ποίησή της κινείται γύρω από έναν σταθερό, αναγνωρίσιμο πυρήνα: σώμα, μνήμη, απώλεια, συγγένεια, θάνατος, έρωτας, μυθολογικό υπόστρωμα. Το νέο της βιβλίο, Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, που εκδίδεται το 2026, έρχεται ύστερα από μια επταετή σχεδόν παύση.
Αυτή την παύση τη διαβάζω ως περίοδο ωρίμανσης. Ως χρόνο κατά τον οποίο η ποιητική φωνή επεξεργάζεται εκ νέου τα υλικά της, μετακινεί το βλέμμα της και επιστρέφει με μια συνολική πρόταση ποιητικής οργάνωσης. Το Πραγματικότητα και άλλες εικασίες διαθέτει αρχιτεκτονική, διαδοχή και εσωτερικούς αρμούς. Η διάρθρωσή του σε τρεις ενότητες —Μυθολογίες, Εργατικές κατοικίες, Παραλειπόμενα — δημιουργεί μια κίνηση από το μυθικό σώμα προς το κοινωνικό σώμα και, τελικά, προς όσα μοιάζουν περιφερειακά, ενώ λειτουργούν ως βαθύτερος πυρήνας του βιβλίου.
Το προοίμιο, «Ο διάβολος της ιστορίας μας [μπορεί και διαπασών]», θέτει από την αρχή το βασικό ερώτημα: πώς διασχίζει κανείς την πραγματικότητα όταν το σώμα του έχει ήδη σημαδευτεί από την Ιστορία; Η πραγματικότητα εγγράφεται στο σώμα, στη μνήμη, στη γλώσσα, στα όνειρα. Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από την αίσθηση μιας ύπαρξης λειψής, μιας ύπαρξης που φέρει απώλειες παλαιότερες από την προσωπική της βιογραφία. Οι στίχοι «Ας μην ξεχνάμε, αλίμονο, πως είμαστε λειψοί / κι ως τέτοιοι περισσεύουμε απ’ το σύμπαν» εισάγουν, σχεδόν προγραμματικά, την ανθρωπολογία της συλλογής.
Από αυτό το σημείο ξεκινά η παρουσία των Κενταύρων. Οι Κένταυροι αποτελούν τον κεντρικό ποιητικό μηχανισμό του βιβλίου. Η Οικονομίδου τους ανασύρει ως μορφή που συμπυκνώνει το ατελές, το μεικτό, το τραυματισμένο, το ιστορικά παραχαραγμένο σώμα. Ο Κένταυρος είναι σώμα διττό: ανθρώπινο και ζωώδες, πολιτισμένο και άγριο, όρθιο και τετράποδο, εντός και εκτός κανονικότητας. Στο «Λειψός στα σκέλη», οι στίχοι «Κένταυρος σε κρεβάτι νοσοκομείου / δίχως οπλές / έρμαιο των νοσηλευτριών» κατεβάζουν τον μύθο στον χώρο της φροντίδας, της έκθεσης και της ανάγκης. Το μυθικό σώμα χάνει την αυτάρκειά του και παραδίδεται στην ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Στους «Κενταύρους Ι», η ποιήτρια αναπτύσσει μια ιδιότυπη ανθρωπολογία. Οι στίχοι «Λέγεται πως μετά την απεξάρτηση του ανθρώπου / απ’ τα ζωώδη μέλη του» μεταφέρουν την εξέλιξη στο πεδίο της απώλειας. Η Ιστορία γράφεται επάνω στο σώμα. Η εξέλιξη αποκτά τη μορφή μιας αφήγησης κανονικότητας. Όταν γεννιέται ένα παιδί «μ’ οπλές αλόγου, πάλι», η αναζήτηση των «αρχαίων πετάλων» γίνεται εικόνα μιας χαμένης σωματικής μνήμης.
Ο στίχος «μήπως και αποκαλυφθούν τ’ αρχαία πέταλά μας» μου φαίνεται από τις κεντρικές εικόνες του βιβλίου. Το σώμα κουβαλά ένα προγενέστερο ίχνος, μια καταγωγή που έχει αποκρυβεί, λησμονηθεί ή διαψευστεί. Η Οικονομίδου θέτει ένα ερώτημα που υπερβαίνει τη μυθολογική του αφορμή: τι αφαιρέθηκε από το σώμα μας ώστε να μπορέσει να γίνει κοινωνικά αποδεκτό; Ποια μορφή βίας κρύβεται πίσω από κάθε επιτυχημένη κανονικοποίηση;
Εδώ αρχίζει και η συνέχεια με τα προηγούμενα βιβλία της. Στις 4 εποχές στον δρόμο, είχα διαβάσει τη Μάριον ως νεκρή φιγούρα, ως κατατρεγμένη σκιά, ως άλλο μισό της ποιήτριας. Εκεί υπήρχε και ο Άγγελος: κουτσός, χαρισματικός, παρών στα σώματα και στα περιθώρια του βιβλίου. Στο Μ’ έναν χορό στο στόμα, η Οικονομίδου είχε προχωρήσει στην κατάργηση των ονοματισμένων υποκειμένων και στην είσοδο σε αόριστες προσωπικές αντωνυμίες, σαν να αναδιπλωνόταν προς ένα ευρύτερο Όλον. Στο Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, το υποκείμενο μετακινείται σε κάτι ευρύτερο από το πρόσωπο και αυστηρότερο από την αντωνυμία: γίνεται είδος, γένος τραυματισμένων υπάρξεων. Γίνεται Κένταυρος.
Αυτή η μετακίνηση έχει σημασία. Η Οικονομίδου περνά από το ιδιωτικό φάντασμα, στο απρόσωπο Όλον, και τώρα στο πληγωμένο συλλογικό σώμα. Η Μάριον υπήρξε νεκρή σκιά. Ο Άγγελος υπήρξε μεταφυσική συνοδεία. Οι Κένταυροι γίνονται η ιστορική παραμόρφωση του ανθρώπου. Σε αυτό το βιβλίο η ποιήτρια συνομιλεί με ένα είδος που έχει ξεχάσει τη μορφή του.
Από εδώ μπορεί να διαβαστεί και η έμφυλη διάσταση του βιβλίου. Το έμφυλο στην Οικονομίδου αναδύεται μέσα από τη διαρκή μεταβολή του σώματος. Η Κενταυρίνα, η Μαντόνα των Κενταύρων, οι Παν-αγίες των Κενταύρων, η μητέρα, η τρανς γυναίκα από την Κούβα, η Λάουρα, συγκροτούν μια αλυσίδα μορφών όπου φύλο, σώμα, όνομα και καταγωγή παραμένουν ανοιχτά. Η ποιητική της Οικονομίδου επιμένει στο σώμα ως τόπο ιστορικών και συμβολικών εγγραφών, ως πεδίο όπου η ταυτότητα δοκιμάζεται μέσα στον χρόνο, στην πόλη, στην απώλεια, στη μνήμη.
Η «Ενημέρωση καθηγητών» μεταφέρει αυτή την ανθρωπολογία στο πεδίο της Ιστορίας. Γνωρίζω, από προσωπική αφήγηση της Οικονομίδου, ότι το ποίημα συνομιλεί με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η ποιήτρια επιλέγει την παιδική μορφή ως τόπο εγγραφής της ιστορικής βίας. Οι στίχοι «Οι γόνοι των Κενταύρων είναι τα παιδιά / που παίζουν εναλλάξ με τους βομβαρδισμούς / κρυφτό» μεταφέρουν τον πόλεμο στο παιχνίδι, και οι στίχοι «είτε κουτσό καταμεσής πυρών / επάνω στον παγκόσμιο χάρτη» κάνουν τον χάρτη τετράγωνο για κουτσό. Η ενηλικίωση αρχίζει μέσα σε μια συνθήκη όπου οι κανόνες έχουν τεθεί από άλλους.
Η πολιτικότητα του βιβλίου προκύπτει από αυτή ακριβώς τη σωματική εγκατάσταση της Ιστορίας. Ο πατέρας που πεθαίνει, το παιδί που παίζει κουτσό μέσα στους βομβαρδισμούς, ο οδηγός του λεωφορείου, η τρανς γυναίκα από την Κούβα, ο άρρωστος, η μητέρα, η καλή γριά, ο λύκος, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Κένταυρος, όλοι φέρουν μια κοινή παραμόρφωση. Λειτουργούν ως σώματα που έχουν δεχθεί το βάρος του κόσμου. Η Ιστορία, στην ποίηση της Οικονομίδου, κατοικεί μέσα τους.
Η μετάβαση από τις Μυθολογίες στις Εργατικές κατοικίες αποτελεί κρίσιμο σημείο του βιβλίου. Εκεί η μυθολογία οδηγείται σε δοκιμασία. Ο μύθος περνά από την κουζίνα, το νοσοκομείο, τα ΜΜΜ, το λαϊκό διαμέρισμα, το μπαλκόνι, το απέναντι παράθυρο, το πικ απ, τη νυχτερινή βάρδια. Στις Εργατικές κατοικίες ο μύθος υφίσταται την ταπείνωση που χρειάζεται για να αποκτήσει αλήθεια. Κάθε μύθος που αντέχει το βούτυρο, τα ζυμαρικά, τα αυγά, τα σεντόνια, το λεωφορείο και το γηροκομείο, έχει περάσει από την ύλη της ζωής. Εκεί ακριβώς η ποίηση κρίνεται.
Η «Άνοιξη 2020» είναι καθοριστική για να κατανοήσουμε και τη σιωπή της ποιήτριας. Η πανδημία εμφανίζεται ως πρωθύλη: ένα γεγονός που χρειάζεται χρόνο για να εγκλειστεί στο ποιητικό σύμπαν. Οι στίχοι «Ετούτη η άνοιξη ενδεχομένως και ν’ αποδειχτεί για μας / μία τεράστια αποτυχία» καταγράφουν την αποτυχία της εποχής να καταδεχθεί τη μικρότητά της. Ο στίχος «με την ανικανότητά μας να καταδεχτούμε» γίνεται ηθικό και υπαρξιακό κέντρο του ποιήματος. Αμέσως μετά, το βούτυρο, τα ζυμαρικά, η σοκολάτα, τα αυγά, το μπαλκόνι και οι στίχοι «[Όμως, κυρίως,/ το ανάγλυφο μιας αγκαλιάς στα πρωινά σεντόνια.]» μετατρέπουν την καθημερινή λεπτομέρεια σε υπαρξιακή ύλη. Η εποχή εισέρχεται στο ποίημα χωρίς εντυπωσιασμό, χωρίς βιασύνη, χωρίς τα εύκολα εύσημα της επικαιρότητας. Η σιωπή πριν από το βιβλίο μοιάζει, από αυτή την άποψη, με χρόνο εσωτερικής καθίζησης των γεγονότων.

Η «Οικογένεια Ι» αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους κόμβους της συλλογής. Οι στίχοι «Έχω τουλάχιστον δυο δέντρα που οι ρίζες τους / μπερδεύονται: / εκείνο που πιστοποιείται βιολογικά / κι εκείνο που επέλεξα ως γονιδίωμά μου» ανοίγουν την οικογένεια πέρα από τη γενεαλογική πιστοποίηση. Η συγγένεια γίνεται μνήμη, επιλογή, πνευματική κληρονομιά, απώλεια, φροντίδα, χρέος, ξένο σώμα και καταφύγιο μαζί. Το σώμα κατάγεται από όσους το γέννησαν, αλλά και από όσους του έμαθαν να αντέχει. Από φίλους, νεκρούς, ποιητές, ξένους, ανθρώπους που παραχώρησαν για λίγο ένα δωμάτιο μέσα τους.
Στο τρίτο μέρος της «Οικογένειας Ι», η παρουσία της τρανς γυναίκας από την Κούβα, στην Πλατεία Βικτωρίας, εισάγει ακαριαία το πεδίο της «διαφυλ[ετ]ικότητας». Ο όρος είναι θαυμάσια ακριβής, γιατί σπάει στο σημείο όπου φύλο και φυλή αρχίζουν να συμπίπτουν, να συγκρούονται, να αλληλοφωτίζονται. Οι στίχοι «υπάρχουνε λογής λογής αστερισμοί / που κατοικούμε» μεταφέρουν το έμφυλο και το φυλετικό από τη θεωρία στην εγκατοίκηση. Η Πλατεία Βικτωρίας λειτουργεί ως αστικός τόπος διέλευσης, έκθεσης και αναγνώρισης. Η τρανς γυναίκα από την Κούβα εμφανίζεται ως σώμα που διδάσκει στην ποιητική φωνή έναν άλλο τρόπο να κατοικείται η μνήμη και ο βασανισμός.
Η μητρότητα στην ίδια σύνθεση μετακινείται σε κοσμολογική κλίμακα. Στο υστερόγραφο της «Οικογένειας Ι», οι στίχοι «Μα δες, μαμά, / η θλίψη μας δεν είναι εντέλει τόσο αβάσταχτη˙/ αν και ημιτελής, αντέχει πιο πολύ/ το βάρος των ιστοριών μας/ από εμάς τους ίδιους» ανοίγουν έναν χώρο τρυφερότητας χωρίς ευκολία. Και ο στίχος «από σένα βύζαξα τους γαλαξίες» μεταφέρει τη μητέρα από το πεδίο της οικογενειακής ανάμνησης στο πεδίο μιας κοσμικής γενεαλογίας. Η μητέρα γίνεται πηγή κόσμων. Η θλίψη αποκτά αντοχή μεγαλύτερη από τα ίδια τα υποκείμενα που τη φέρουν. Η οικογένεια, στην Οικονομίδου, γίνεται τόπος μετάδοσης βάρους, γλώσσας, τρόμου και δυνατότητας.
Εξίσου σημαντικά είναι τα υστερόγραφα. Παλαιότερα είχα θεωρήσει πως οι αγκύλες και τα υστερόγραφα στην ποίηση της Οικονομίδου λειτουργούν ως νησίδες, ως αναπνευστικές στάσεις, ως σημεία όπου ο αναγνώστης βρίσκει τον εξάντα του μέσα στο ποιητικό της σύμπαν. Στο Πραγματικότητα και άλλες εικασίες τα υστερόγραφα αποκτούν αυστηρότερη λειτουργία. Γίνονται μικρά δικαστήρια. Γίνονται η δεύτερη συνείδηση του ποιήματος. Έρχονται μετά το ποίημα και το ελέγχουν. Του απαγορεύουν να κλείσει εύκολα, να εξωραΐσει, να θεωρήσει ότι τελείωσε με το τραύμα επειδή βρήκε έναν ισχυρό στίχο.
Στις «Καλές γριές», αυτή η λειτουργία φτάνει στο πιο αιχμηρό της σημείο. Οι Παν-αγίες των Κενταύρων είναι μάνες για άπορα και ορφανά παιδιά, παίζουν παιδικά παιχνίδια και, σε καιρό πολέμου, στρατιωτάκια «ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα». Οι στίχοι «οι καρδιές τους εγκαθίστανται / —όχι άφοβα, μα αποφασισμένα— / στη Λωρίδα της Γάζας» μεταφέρουν τη φροντίδα στον τόπο της ιστορικής συντριβής. Το υστερόγραφο κορυφώνει την αυτοελεγκτική λειτουργία του βιβλίου: «Αυτό δεν είναι ένα ποίημα, / είναι μια μαρτυρία εξ ακοής / μια (προσ)ευχή / μια έκκληση / —αλλά και μία σφαίρα». Η ποιητική πράξη βάζει το μαχαίρι στον ίδιο της τον αισθητικό μηχανισμό. Η Οικονομίδου γνωρίζει τον κίνδυνο της ηθικής αυταρέσκειας όταν η ποίηση αγγίζει τη Γάζα, τον πόλεμο, τα παιδιά, τους αδύναμους. Γι’ αυτό τον εγγράφει μέσα στο ίδιο το ποίημα. Η ποιητική πράξη γίνεται πιο αδέξια, πιο επικίνδυνη, πιο αναγκαία.
Μέσα στη σημερινή ελληνική ποιητική παραγωγή, η Οικονομίδου κατέχει μια θέση διακριτή. Συνομιλεί με τη σύγχρονη ποίηση του σώματος, της πόλης, της έμφυλης ταυτότητας, της επισφάλειας και της ιστορικής βίας, διατηρώντας ισχυρή σχέση με μια παλαιότερη αντίληψη της ποίησης, όπου ο μύθος, η απώλεια, ο θάνατος, η μεταφυσική και η οικογένεια έχουν ακόμη κεντρικό βάρος. Η αξία του βιβλίου βρίσκεται στη συνάντηση αυτών των δύο περιοχών. Η Οικονομίδου φέρνει τη μεγάλη ποιητική μνήμη μέσα στις σημερινές ρωγμές του σώματος.
Σε αυτό το σημείο θα διακινδυνεύσω μια αναλογία που με απασχολεί διαβάζοντας το βιβλίο. Η Οικονομίδου, παιδί ακόμη μιας αναλογικής εποχής, μοιάζει να παρατηρεί το ποιητικό της σύμπαν με την ακρίβεια ενός αστροφυσικού που γνωρίζει πως κάθε μέτρηση αποκαλύπτει και μια μεγαλύτερη άβυσσο. Σκέφτομαι εδώ τον Νομπελίστα Άνταμ Ρις και την επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος. Στην περίπτωση της Οικονομίδου, η ακρίβεια διασώζει την πυκνή ύλη του ποιητικού της σύμπαντος: τα σώματα που απομακρύνονται, τους νεκρούς που εξακολουθούν να ασκούν βαρύτητα, τις οικογένειες που δεν συμπίπτουν με το αίμα, τις έμφυλες μορφές που επιμένουν να γεννιούνται μέσα στη γλώσσα. Η Οικονομίδου μετρά για να δείξει πως το μυστήριο έχει μάζα. Πως η απώλεια είναι σώμα. Πως η συγγένεια είναι τροχιά. Πως το φύλο, η μνήμη και η Ιστορία λειτουργούν ως δυνάμεις διαστολής. Το ποιητικό της σύμπαν επεκτείνεται επειδή στο κέντρο του υπάρχει μια ακραία συμπύκνωση: η ύλη του τραύματος, της μητέρας, των Κενταύρων, της Λάουρα, των παιδιών, των νεκρών, των αδύναμων. Αυτή η πυκνή ύλη κρατά το βιβλίο ενωμένο και, ταυτόχρονα, το αναγκάζει να διαστέλλεται.
Τα Παραλειπόμενα
ολοκληρώνουν αυτή την κίνηση με έναν ιδιότυπο τρόπο. Ο τίτλος τους δηλώνει περιφέρεια, όμως η λειτουργία τους είναι κεντρική. Εκεί επιστρέφουν ο ύπνος, η οικογένεια, ο έρωτας, η Ιστορία, ο χρόνος, η μορφή της Λάουρας. Η ενότητα συγκεντρώνει όσα διατηρούν ακόμη μια ανυπότακτη θερμοκρασία.
Στην ίδια ενότητα, ιδιαίτερη θέση κατέχει το ποίημα «Το φύλλο, το πηγάδι και τ’ αγγέλιασμα», στη μνήμη του Βασίλη Βασιλικού. Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στην τριλογία του Βασιλικού Το Φύλλο. Το Πηγάδι. Τ’ Αγγέλιασμα, όμως η αναφορά δεν λειτουργεί ως απλή διακειμενική υπόμνηση. Η ίδια η Οικονομίδου σημειώνει πως το ποίημα αποτελεί ένα ελάχιστο αντίδωρο στον άνθρωπο που υπήρξε συνεργάτης, μέντορας, φίλος και δεύτερος πατέρας της· και πως η τριλογία αυτή αποτέλεσε την πρώτη άρρητη συνομιλία μαζί του, πολλά χρόνια πριν τον γνωρίσει προσωπικά. Εδώ η λογοτεχνική καταγωγή αποκτά πατρική βαρύτητα. Το φύλλο, το πηγάδι και το αγγέλιασμα δεν είναι μόνο τρεις τίτλοι που μεταφέρονται από τον Βασιλικό στην Οικονομίδου· είναι τρεις σταθμοί μύησης: το θρόισμα του ερωτήματος, το βάθος της απόκρισης και το μήνυμα που φτάνει πάντοτε λίγο πριν από την οριστική ανάσταση του δέντρου. Το υστερόγραφο του ποιήματος, «Κανείς δεν νοιάστηκε, άλλωστε, να μας ρωτήσει πώς βαδίσαμε προς την αγάπη», συμπυκνώνει αυτή την οφειλή χωρίς να την εξαντλεί σε συγκίνηση. Η Οικονομίδου δεν αποχαιρετά απλώς τον Βασίλη Βασιλικό· του επιστρέφει τον χρησμό μιας μαθητείας που προηγήθηκε της ίδιας της γνωριμίας τους.
Η «Λάουρα [Επιμύθιο]» έχει ξεχωριστό βάρος. Το μότο της Μάργκαρετ Άτγουντ αρχίζει με τους στίχους «Οι θεοί δεν ακούνε τη λογική, / θέλουν αυτό που θέλουν—». Η επιθυμία παρουσιάζεται ως δύναμη που υπερβαίνει τον συλλογισμό και επιστρέφει στο σώμα: στο σημάδι, στο δέρμα, στον ιδρώτα, στο στόμα. Η Οικονομίδου συνομιλεί με αυτή την ατγουντική ύλη της μεταμόρφωσης και της επιθυμίας, οδηγώντας τη Λάουρα σε μια γέννηση που έχει μέσα της αντίσταση, ελπίδα, αναβάπτιση και ομορφιά.
Οι στίχοι «Ακόμα κι αν ο κόσμος γέρνει άσχημα / πάνω στις πλάτες των κυμάτων» τοποθετούν τη Λάουρα σε έναν κόσμο ήδη κλονισμένο. Ωστόσο, αμέσως μετά, οι στίχοι «από τα δάχτυλα μου ανάμεσα πάλι περνούν / όλοι οι αστερισμοί κι όλα τα θαύματα» ανοίγουν μια δυνατότητα φωτός χωρίς εύκολη παρηγοριά. Η ομορφιά εδώ έχει περάσει από κύματα, αστερισμούς, θαύματα, φεγγάρι, τη Μεσόγειο, ξενότητα και πάθη. Ο τελικός στίχος, «Με λένε Λάουρα και γεννήθηκα απόψε», λειτουργεί ως ποιητική αυτογέννηση. Η αναβάπτιση της Χριστίνας Οικονομίδου δεν σβήνει την πληγή. Την ονοματίζει.
Μέσα σε αυτό το επιμύθιο, το βιβλίο επιστρέφει στο αρχικό του ερώτημα: με ποιο σώμα, με ποιο όνομα, με ποια μνήμη, με ποια γλώσσα συνεχίζει κανείς; Η συνέχεια δίνεται ως παραμονή μέσα στη ρωγμή. Εκεί όπου το εγώ δεν συμπίπτει απολύτως με το όνομά του, το σώμα δεν εξαντλείται στη βιολογία του, η συγγένεια δεν περιορίζεται στο αίμα, και η μνήμη λειτουργεί ως ενεργό τραύμα.
Προσωπικά, διαβάζω το Πραγματικότητα και άλλες εικασίες ως ένα από τα ώριμα βιβλία της πρόσφατης ποιητικής παραγωγής μας. Η ωριμότητά του βρίσκεται στην ικανότητά του να κρατά πολλά πεδία ανοιχτά ταυτόχρονα: το μυθολογικό και το καθημερινό, το προσωπικό και το ιστορικό, το έμφυλο και το οικογενειακό, το σωματικό και το μεταφυσικό. Η Οικονομίδου γράφει με επίγνωση της παράδοσης και τη χρησιμοποιεί ως υπόγεια ύλη για να μιλήσει για ένα παρόν εύθραυστο, βίαιο, συχνά ακατανόητο.
Το βιβλίο της έχει τη δύναμη να μιλά για την πραγματικότητα κρατώντας απόσταση από την επικαιρική ευκολία. Μιλά για την Ιστορία δίχως να μετατρέπει το ποίημα σε σχόλιο. Μιλά για το φύλο πέρα από το σύνθημα. Μιλά για την οικογένεια μακριά από τη νοσταλγική εξιδανίκευση. Μιλά για τον μύθο μέσα στην καθημερινή του δοκιμασία. Η Οικονομίδου γράφει ένα βιβλίο για την ανθρώπινη μορφή μετά τις αλλοιώσεις της. Για το σώμα που έχασε κάτι και εξακολουθεί να το αναζητά. Για την ταυτότητα που χρειάζεται μνήμη, αλλά και ρήξη. Για τη συγγένεια που ξεκινά από το αίμα και επεκτείνεται προς την επιλογή. Για την ποίηση που μπορεί να σταθεί μέσα στον καιρό της με ευθύνη μορφής, ακρίβεια και βάθος.
Στο τέλος, αυτό που μένει από το Πραγματικότητα και άλλες εικασίες είναι μια αίσθηση παλιά και σημερινή, αναλογική και ψηφιακή: ο άνθρωπος ως πλάσμα λειψό, το σώμα ως τόπος ιστορικής εγγραφής, η γλώσσα ως προσπάθεια ανασύστασης. Τα αρχαία πέταλα επιστρέφουν ως μνήμη μιας δυνατότητας. Ως υπενθύμιση ότι κάτω από το κανονικοποιημένο μας βάδισμα εξακολουθεί να υπάρχει ένα σώμα πιο σύνθετο, πιο σκοτεινό, πιο ελεύθερο από όσο επιτρέψαμε στον εαυτό μας να θυμάται.
Αυτή είναι, για μένα, η ιδιαίτερη συμβολή της Χριστίνας Οικονομίδου στη σημερινή ελληνική ποίηση: η επιμονή της να συνδέει το τραύμα με τη μορφή, το φύλο με τη μυθολογία, την καθημερινότητα με τη μεταφυσική, την απώλεια με την ευθύνη της γλώσσας. Και να το κάνει με έναν τρόπο απαιτητικό, προσωπικό, ήρεμα ριζοσπαστικό. Δηλαδή ποιητικό.