
Η ποιητική συλλογή Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών της Ιφιγένειας Σιαφάκα, συνιστά μια ιδιότυπη και απαιτητική κατάδυση σ’ έναν ποιητικό κόσμο, στον οποίο η γλώσσα λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο αποδόμησης, ανασύνθεσης και εν τέλει αναψηλάφησης του ίδιου του υπαρξιακού βιώματος παρά ως μέσο αναπαράστασης της πραγματικότητας. Η Ιφιγένεια Σιαφάκα επιλέγει μια συνειρμική και θραυσματική γραφή η οποία απορρίπτει τη γραμμικότητα και τη συμβατική αφηγηματική συνοχή, προκειμένου να αποδώσει την αποσπασματικότητα της σύγχρονης εμπειρίας και την αστάθεια του υποκειμένου.
Ο τίτλος της συλλογής, Φλούδια από το ήπαρ των βυθών, αντλείται από το ποίημα «Αραίωση» (σ. 53) και συμπυκνώνει με ιδιαίτερη ένταση τη βασική ποιητική της Σιαφάκα, λειτουργώντας ως κεντρικός ερμηνευτικός πυρήνας και προϊδεάζοντας τον/την αναγνώστη/στρια για το εσωτερικό τοπίο της συλλογής:
Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί
Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης
Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής
Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά
Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό
Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό―
Φλούδια απ' το ήπαρ των βυθών
Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει
Βουλιάζω ως τ' άκρα μου θολός
Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα
Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό
Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή
Κι ο θάνατος πινέλο κυανό
Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους
Η εικόνα των «φλουδιών» αναδύεται μέσα από ένα έντονα θαλάσσιο και αισθητηριακά φορτισμένο τοπίο, στο οποίο οι «αχινοί», τα «μαύρα αγκάθια» και το «γαλακτώδες κυανό» συγκροτούν έναν κόσμο ρευστό, οργανικό και ταυτόχρονα απειλητικό. Τα «φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών» δεν αποτελούν απλώς ποιητική μεταφορά, αλλά δηλώνουν τα αποσπασμένα θραύσματα ενός βαθύτερου, ενσώματου πυρήνα· ενός «ήπατος» που παραπέμπει τόσο στη βιολογική όσο και στη συμβολική έδρα του συναισθήματος και του πάθους. Η σύνδεσή τους με τους «βυθούς» ενισχύει τη διάσταση του ασυνείδητου και της αβύσσου, ενός χώρου όπου η εμπειρία διαλύεται και επανασυντίθεται. Η παρουσία του «ήλιου» ως δύναμης που «γρυλίζει» και του θανάτου ως «πινέλο κυανό» προσδίδει έντονη εικαστικότητα, μετατρέποντας τη φθορά σε δημιουργική διαδικασία. Το ποιητικό υποκείμενο «βουλιάζει» όχι μόνο προς τον θάνατο, αλλά και προς μια πρωταρχική, σχεδόν μητρική κατάσταση, όπου η διάλυση συνδέεται με μια μορφή αναγέννησης. Έτσι, ο τίτλος αποκτά πολυεπίπεδη σημασία, δηλώνοντας τόσο τη διάσπαση της ύπαρξης όσο και την ποιητική ανασύνθεσή της μέσα από θραύσματα εμπειρίας.
Η διάρθρωση της συλλογής σε δύο ενότητες, «Το παιχνίδι της τυφλόμυγας» και «Φλούδια από το ήπαρ των βυθών», συγκροτεί έναν ουσιαστικό ερμηνευτικό άξονα της ποιητικής της ανάπτυξης. Η πρώτη ενότητα, μέσω της μεταφοράς του παιχνιδιού της τυφλόμυγας, εισάγει ένα ποιητικό σύμπαν, στο οποίο η απώλεια της όρασης λειτουργεί συμβολικά, υποδηλώνοντας την αδυναμία πλήρους πρόσληψης της πραγματικότητας και την αναγκαστική κίνηση μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας. Το υποκείμενο κινείται ψηλαφητά, σε μια διαρκή κατάσταση αναζήτησης και αποπροσανατολισμού, καθώς η εμπειρία συγκροτείται αποσπασματικά και η γνώση παραμένει ατελής. Αντιθέτως, η δεύτερη ενότητα σηματοδοτεί μια στροφή προς το εσωτερικό βάθος και την ενδοσκόπηση. Ο ήδη φορτισμένος συμβολισμός του τίτλου υποδηλώνει μια διαδικασία «ανασκαφής» στα σκοτεινά στρώματα της ύπαρξης, απ’ όπου αναδύονται όχι ακέραιες εμπειρίες, αλλά «φλούδια», δηλαδή απομεινάρια, ίχνη και θραύσματα βιωμάτων που έχουν υποστεί τη φθορά του χρόνου και της μνήμης. Η μετάβαση από την εξωτερική περιπλάνηση στην εσωτερική κατάδυση δεν οδηγεί σε λύτρωση, αλλά σε μια πιο οξεία συνειδητοποίηση της απώλειας και της υπαρξιακής ρωγμής: «Γαζώνανε πληγές στις εκπνοές και στρίφωμα από θαύματα στη γλώσσα, αλλά δεν αποδέχτηκαν την τύφλωση ποτέˑ μιλούν μόνον για κάποια, προσοδοφόρα σήμερα, τουριστική υπόμνηση – τη μυθική εκτροπή ενός χαρταετού σ’ ένα κομμένο χέρι με μαρμάρινο φτερό, αφού το δίχως άλλο ήταν η ανάγκη που έγινε τοπίο, για ν’ αποκτήσουν υπόσταση οι ρωγμές» (σ. 31). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δομή της συλλογής συγκροτεί μια πορεία από την αβεβαιότητα της αισθητηριακής εμπειρίας προς την επώδυνη αλλά ουσιαστική αποκάλυψη των εσωτερικών τοπίων του υποκειμένου, αναδεικνύοντας τη βαθμιαία εμβάθυνση της ποιητικής φωνής.
Θεματικά, η συλλογή πραγματεύεται καίρια ζητήματα της σύγχρονης ανθρώπινης πραγματικότητας, όπως η μοναξιά και η αλλοτρίωση του ατόμου στο αστικό περιβάλλον, η αδήριτη δύναμη του χρόνου, η εμπειρία της απώλειας και του θανάτου, καθώς και η σύνθετη και συχνά αποδιοργανωμένη λειτουργία της μνήμης. Η πόλη αναδύεται ως ένας τόπος ασφυκτικός και αποπροσωποποιημένος, ένα πεδίο στο οποίο η υλικότητα των κτισμάτων αντανακλά τη φθορά και την εσωτερική ερήμωση των κατοίκων της. Το ποιητικό υποκείμενο περιπλανιέται μέσα σε ένα τοπίο διαρκούς μεταβολής και υπαρξιακής αβεβαιότητας, όπου ο χρόνος όχι μόνο διαβρώνει αλλά και αποδυναμώνει κάθε αίσθηση σταθερότητας: «Σ’ ένα οικοσύστημα βουβό/Όταν και τα παλιά παραθυρόφυλλα/Ορθώνουν αντίσταση στον άνεμο/Βαριανασαίνει ο χρόνος ατονεί/Σαν τα ξεθυμασμένα πλέον χρώματα/Στις πολυκατοικίες τού Εβδομήντα/Με πρόσφορους ακάλυπτους/Για πράξεις όταν ρίχνονται γκρεμίσματα/[….] Αν και χτιστήκαμε λοιπόν/Νιώθουμε ακατοίκητοι//Χιροσίμες ακόμη ανανούριστες» (σ. 11), με τη συν-υποδηλωτική χρήση της γλώσσας να εντείνει την αίσθηση ενός συλλογικού τραύματος, που παραμένει αθεράπευτο και υπόγειο.
Παράλληλα, η μνήμη δεν λειτουργεί ως συνεκτικός μηχανισμός ανασύνθεσης του παρελθόντος, αλλά ως μια κατακερματισμένη και ρευστή διεργασία, όπου τα βιώματα επιστρέφουν αποσπασματικά, μέσα από εικόνες, αντικείμενα και ηχητικά ίχνη. Στο πεζόμορφο ποίημα «Το Χέρι» (σ. 31), η μνημονική εμπειρία αποδίδεται με όρους σχεδόν υλικούς και σωματοποιημένους: «Ημερολόγια ξεκούρδιστα από μνήμη στριφογυρνούν με γάζες γύρω απ’ το γυμνό σώμα σ’ ένα παλιό ντιβάνι με βερεσέ στο σκέπασμα απ’ το καφεκοπτείο “Η Νίκη”ˑ εκεί ένα αγαλμάτινο δεξί φτερό ανάμεσα σε μπρίκια ξαπλώνει μες σε νυφικό κιτρινισμένο από την κάπνα». Εδώ, η μνήμη προβάλλεται ως ένα πεδίο συνάθροισης ετερόκλητων στοιχείων, όπου το οικείο και το ανοίκειο συνυπάρχουν, συγκροτώντας μια ποιητική τοπογραφία του τραύματος και της απώλειας.
Η απώλεια και ο θάνατος μεταπλάθονται δημιουργικά μέσα από λεπτομερείς, υπερρεαλιστικές εικόνες στο ποίημα «Φολέγανδρος» (σ. 44). Ο θάνατος απογυμνώνεται από τη συνήθη του τραγικότητα και αποκτά μια παράδοξη, σχεδόν παιγνιώδη διάσταση, αναδεικνύοντας μια αισθητική που μετασχηματίζει τη βία και την απώλεια σε ομορφιά και ποιητική ύλη:
Στο κάστρο ανοχύρωτος ο θάνατος
Βρέφος ασαραντάριστο ακόμη στα φασκιά
Κρεμιέται απ’ το τσιγκέλι του ήλιου
Και γελάει στα πλατάνια
Είναι που η Φολέγανδρος ρίχνει
Τα παραμύθια στους γκρεμούς
Και ράβει τα αίματα ρουμπίνια
Στα σανδάλια
Η ποίηση της Σιαφάκα συνδιαλέγεται δημιουργικά με την παράδοση και συγκεκριμένα με την ποίηση του Καρυωτάκη, όπως υποδηλώνεται στο ποίημα «Νηπενθές» (σ. 52), σε έναν σαφή διακειμενικό απόηχο της συλλογής Νηπενθή (1921). Η αναφορά αυτή δεν περιορίζεται σε έναν απλό τίτλο, αλλά ενεργοποιεί ένα ευρύτερο ποιητικό και υπαρξιακό πλαίσιο, στο οποίο η μνήμη, η φθορά και η υπαρξιακή μελαγχολία διασταυρώνονται με το θρησκευτικό στοιχείο:
Τα ψυχοσάββατα με μία ψίχα από ελιά
Ένα γινάτι ή ένα σύκο γινωμένο
Σε τόπους και λόγους χλοερούς
Μάνταλα ανεμοδαρμένων ίσκιων
Με λάδι απ’ τα γρανάζια των φωνών
Πυξίδες στη μνήμη ξετρυπώνουν
Για τα θαμμένα σώματα, όπου πουλιά λιγνά
Ραμφίζουν μ’ άριες σκουλήκια
Η συλλογή Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών μέσα από τη θραυσματική γραφή, την έντονη εικονοποιία και τη διαρκή μετατόπιση ανάμεσα στο σώμα, τον χώρο και τον χρόνο, η Ιφιγένεια Σιαφάκα μετασχηματίζει τη φθορά, το τραύμα και την απώλεια σε δυναμικά στοιχεία ποιητικής δημιουργίας. Πρόκειται για μια ποίηση που δεν επιδιώκει να εξηγήσει, αλλά να υποβάλει, να ταράξει και να ενεργοποιήσει τον/την αναγνώστη/στρια, προσκαλώντας τον σε μια βαθιά, συχνά ανησυχητική, αλλά ουσιαστική εμπειρία εσωτερικής κατάδυσης.