Ο Πυγμαλίων και ο Άλλος

Ο J.J. Rousseau και η Thérèse Levasseur
Ο J.J. Rousseau και η Thérèse Levasseur

O Ρουσό ακόμη και εξόριστος εμμένει να αντιτίθεται στον φαρισαϊκό αστικό κόσμο της εποχής του, να μεταμορφώνει τους μυθικούς ήρωες σε αυτόνομες οντότητες, καλλιεργώντας το έδαφος για την Γαλλική Επανάσταση που θα οδηγήσει τον άνθρωπο- καλλιτέχνη στην απόλυτη ελευθερία έκφρασης, στην ευτυχία.
Ο Ζαν-Ζακ Ρουσό το 1762 επιδιώκει να εξερευνήσει τα φιλοσοφικά ζητήματα της εποχής του και συνδυάζει τις απόψεις του για την τέχνη, συγγράφοντας τον Πυγμαλίωνα, το διακείμενο των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου, όπου ο μύθος του Πυγμαλίωνα αφηγείται την ιστορία ενός Κύπριου γλύπτη, που ερωτεύτηκε το δικό του δημιούργημα, το άγαλμα μιας γοητευτικής γυναίκας από φίλντισι, τη Γαλάτεια. Η θεά Αφροδίτη συγκινημένη από τον αγνό έρωτα και τη δυνατή αγάπη που ένοιωθε ο Πυγμαλίων για το δημιούργημά του, έδωσε ζωή στο άγαλμα, το οποίο έγινε σύζυγός του.[1] Ο Ρουσό επινοεί ένα ανατρεπτικό τέχνασμα στην πλοκή του δραματικού του έργου: Η δική του Γαλάτεια ζωντανεύει, όχι με την παρέμβαση των Θεών αλλά χάρη στην αγάπη του ίδιου της του δημιουργού.
Γνωρίζοντας την βιογραφία του φιλοσόφου και μελετώντας τον Πυγμαλίωνα ανακαλύπτουμε πολλές βιωματικές διδασκαλίες. Πίσω από τον ήρωα ίσως να κρύβεται ο ίδιος ο Ρουσό, ο οποίος συνομιλεί πάντα με τον Άλλο. Θα διακρίναμε όπως η Ζωή Σαμαρά «τρεις τύπους εσωτερικών διαλόγων με κυρίαρχο ομιλητή αλλά και παραλήπτη του μηνύματος το Εγώ του δραματικού ποιητή, καθώς συνομιλεί με τις λέξεις, τον Άλλο ή τον Εαυτό, ένα άλλο, κρυφό, Εγώ.[2] Το Εγώ, είναι σχεδόν πάντα ένας άλλος» θα ανακαλύψει ο Ρεμπό. «Εγώ είναι ο Άλλος». Στον Ρεμπό το Εγώ δεν αφομοιώνει τον Άλλο, δεν τον κάνει όμοιό του, δεν τον καταργεί, αντίθετα του δίνεται, γίνεται ο Άλλος. Με άλλα λόγια, ο Άλλος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο αλλά σαν υποκείμενο. Συνεπώς, εδώ έχουμε μία "δι-υποκειμενικότητα",[3] μια κοινή αντίληψη όπου η σύνδεση βασίζεται στην προσωπική αυτονομία και όχι σε κοινωνικά στερεότυπα. Γι’αυτό το λόγο στον Πυγμαλίωνα του Ρουσό θα αναφερθούμε στην «ομιλία με τον Άλλο σε διαλεκτική μορφή του κρυφού και του φανερού, η οποία συγκροτεί μερικές από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές ιδιαίτερα στην θεατρική γραφή.»[4] Κατά συνέπεια ο Poυσό καταφέρνει να συνομιλεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, επιδιώκοντας να υποδείξει το ρόλο του, να αφυπνίσει στη συνείδηση του αναγνώστη την πραγματικότητα συνδέοντάς την με τη διαχρονικότητα, και να επιβεβαιώσει την αστείρευτη δύναμη των τεχνών.
Στον Πυγμαλίωνα ο Άλλος θα μπορούσε να είναι ο μοναχικός καλλιτέχνης, ο απαξιωμένος που αναζητά την αναγνώριση του αδιάφορου κοινού. Ο Άλλος στο έργο του Ρουσό αποτελεί το υπόδειγμα του ορθού καλλιτέχνη που υπερβαίνει τον ναρκισσισμό του, επιτυγχάνοντας την αυτογνωσία και την αληθινή αγάπη, μετατρέποντας το άψυχο υλικό σε ζωντανή σχέση μιας πραγματικής ζωής προωθώντας την αυτονομία της τέχνης. Το έργο είναι η συνέχεια του ίδιου του δημιουργού και είναι μια σχέση αλληλένδετη. Ο Πυγμαλίων-Ρουσό, είναι ο Άλλος, ο ερωτευμένος δημιουργός με το έργο του, που αναζητά την αυθεντικότητα και την αγάπη μέσα από την τέχνη του, φέρνοντας το άγαλμα στη ζωή με τα ίδια του τα χέρια, υποδεικνύοντας τη δύναμη του καλλιτέχνη να ζωντανεύει την ύλη, ανεξάρτητα από θεϊκές δυνάμεις.
Ο Άλλος είναι ο καλλιτέχνης που έχει αυτογνωσία: Όταν η Γαλάτεια ζωντανεύει, αναγνωρίζει τον εαυτό της και στη συνέχεια τον δημιουργό της, σε μια διαδικασία αυτογνωσίας και αναγνώρισης του Άλλου.

Ο ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ: […] Τι θέλεις να αλλάξεις; Κοίτα, τι νέες γοητείες θέλεις να του δώσεις;... Αχ! Είναι η τελειότητά του που είναι το ελάττωμά του.... Θεϊκή Γαλάτεια! Λιγότερο τέλεια, δεν θα σου έλειπε τίποτα...!
        Τρυφερά.
Αλλά σου λείπει η ψυχή: το πρόσωπό σου δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτήν.
                Με ακόμα περισσότερη τρυφερότητα.
Πόσο όμορφη πρέπει να είναι η ψυχή που φτιάχτηκε για να ζωντανέψει ένα τέτοιο σώμα!
                Σταματάει για πολλή ώρα. Έπειτα, επιστρέφοντας στη θέση του, λέει με αργή και αλλαγμένη φωνή.
Τι επιθυμίες τολμώ να σχηματίσω; Τι παράλογους όρκους! Τι νιώθω;... Ω ουρανοί! Το πέπλο της ψευδαίσθησης πέφτει, και δεν τολμώ να κοιτάξω μέσα στην καρδιά μου: θα είχα πάρα πολλούς λόγους για αγανάκτηση.
Αυτό λοιπόν είναι το ευγενές πάθος που με παρασύρει! Μήπως για αυτό το άψυχο αντικείμενο δεν τολμώ να αφήσω εδώ;!... Ένα μάρμαρο! Μια πέτρα! Μια άμορφη και σκληρή μάζα, δουλεμένη με αυτό το σίδερο!... Ανόητε, κοίτα μέσα σου· στενάξτε πάνω στον εαυτό σας· δείτε το σφάλμα σας, δείτε την ανοησία σας.

...αλλά όχι...[…]

Η ΓΑΛΑΤΕΙΑ αγγίζει τον εαυτό του και λέει.
Εγώ.

Ο ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ, μεταμορφωμένος.
Εγώ!

Η ΓΑΛΑΤΕΙΑ, αγγίζοντας ξανά τον εαυτό του.
Είμαι εγώ.

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ.
Σαγηνευτική ψευδαίσθηση που φτάνει στα αυτιά μου, αχ! μην εγκαταλείψεις ποτέ τις αισθήσεις μου...
                Η ΓΑΛΑΤΕΙΑ κάνει μερικά βήματα και αγγίζει μια μαρμάρινη πλάκα.
Δεν είμαι πια εγώ.
[…]
                Η Γαλάτεια κάνει ένα βήμα μπροστά και τον κοιτάζει. Εκείνος σηκώνεται απότομα, της απλώνει τα χέρια και την κοιτάζει καθηλωμένος. Εκείνη τον κοιτάζει με το χέρι της. Εκείνος τρέμει, πιάνει το χέρι της, το φέρνει στην καρδιά του και μετά το καλύπτει με φλογερά φιλιά.
                
Η ΓΑΛΑΤΕΙΑ αναστενάζει.
Α! Είμαι πάλι εγώ.

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ.
Ναι, αγαπητό και γοητευτικό αντικείμενο. Ναι, άξιο αριστούργημα των χεριών μου, της καρδιάς μου και των θεών: είσαι εσύ, είσαι μόνο εσύ: Σου έδωσα όλη μου την ύπαρξή μου. Θα ζήσω μόνο μέσα από εσένα.[5]

Ο Άλλος είναι ο επαναστάτης μουσικός που συγγράφει το μελόδραμα για να αντισταθεί στο Γαλλικό Λυρικό Δράμα: Ο Ρουσό, ως μουσικός αμβισβήτησε τη γαλλική όπερα της εποχής του, θεωρώντας την επιφανειακή και φαντασμαγορική. Επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα έργο που να άγγιζε ψυχικά τον άνθρωπο δημιουργώντας του συναισθήματα. Ο Πυγμαλίων γράφτηκε ως μια «λυρική σκηνή» που έδινε έμφαση στην εσωτερική συγκίνηση, τον αυθορμητισμό και τη μουσικότητα του λόγου, παρά στην τεχνική ακρίβεια Στον Πυγμαλίωνα το κείμενο απαγγέλλεται και δεν ερμηνεύεται. Η μουσική, που γράφτηκε από τον Horace Coignet συνοδεύει τη σιωπηλή δράση και εκφράζει τα εσωτερικά συναισθήματα του ήρωα κατά τη διάρκεια των παύσεων στην απαγγελία με σκοπό η συνένωση του λόγου και της μουσικής να προκαλέσει δυνατά συναίσθηματα στο κοινό.[6] Ο Πυγμαλίων αποτελεί το επίτευγμα του Ρουσό που συνδέει τη δραματική τέχνη με τη φιλοσοφία της φύσης και του συναισθήματος, σε μια περίοδο που ο ίδιος ένιωθε απομονωμένος και δημιουργικά ανήσυχος. Εναρμονίζει το όνειρο με την πραγματικότητα, το παρελθόν με το παρόν, αποτυπώνοντας πάνω στο όνειρο την πραγματικότητα. Στο σημείο αυτό θα αποδεχόμασταν τη θεωρία του Jung που υποστηρίζει ότι το όνειρο και η πραγματικότητα βρίσκονται στο ασυνείδητο του ανθρώπου.[7] Είναι απίστευτο το ότι η δημιουργός επιτυγχάνει να χαράξει στο χαρτί αυτό που αισθάνεται αναμειγνύοντας το αληθινό με το φανταστικό. Ο Ρουσό εστιάζει στην εσωτερική κατάσταση του Πυγμαλίωνα, καθιστώντας τον Άλλον (το δημιούργημα) έναν καθρέφτη του εαυτού του. Ο Άλλος δεν είναι ένα ανεξάρτητο ον αλλά η επιτομή του ιδεώδους, που δημιούργησε ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Ο Πυγμαλίων ερωτεύεται το δημιούργημά του επειδή βλέπει σε αυτό την απόρροια της δικής του ψυχής και αισθητικής.

Η Γαλάτεια είναι το "Άλλο" που δραστηριοποιεί την τέχνη του. Ωστόσο, ο Πυγμαλίων- Ρουσό συνειδητοποιεί ότι η εξομοίωση με το δημιούργημα του αποβαίνει μάταιο, αφού το έργο του είναι ο αντικατοπτρισμός του εαυτού του και έχει ως κίνητρο το συναίσθημα και την ελευθερία για να φτάσει στην περάτωση του.
Ο Άλλος από την πλευρά την ανθρώπινη μπορεί να είναι η ανάγκη να μας αγαπούν. Σύμφωνα με τον γνωστό ψυχαναλυτή Τιοντόρ Ράικ « κανένας άνθρωπος δεν είναι ένα αυτάρκες και ξέχωρο νησί. Γιατί λοιπόν πρέπει να προσποιούμαστε ότι είμαστε μια τόσο ανεξάρτητη και αυτοδύναμη επικράτεια; Κάνοντας κάτι τέτοιο, τυλιγόμαστε σε ένα cache-misère, όπως αποκαλούν οι Γάλλοι το μανδύα που καλύπτει τα φτωχικά ή τα φθαρμένα ρούχα και κρύβουμε τη μοναξιά του ατόμου που έχει ανάγκη από κοινωνική επαφή πολλών και διαφορετικών ειδών.[8]
Επομένως, στο Άλλο πρόσωπο της Γαλάτειας ο Πυγμαλίων Ρουσό ίσως να αναζητά την ανιδιοτελή αγάπη που δεν γνώρισε ποτέ στη ζωή του. Το όνομα Γαλάτεια δεν είναι τυχαίο, σημαίνει αυτή που είναι λευκή σαν το γάλα. Άρα, ο Άλλος μπορεί να είναι η μητρική αναζήτηση ή η επίμονη προσπάθεια για την εύρεση της ιδανικής γυναίκας. Η μητέρα του Ζαν Ζακ Ρουσό πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις μερικών ημερών κι έτσι την ανατροφή του ανέλαβε ο πατέρας του. Οι γυναίκες που ερωτεύτηκε στη ζωή του επίσης φαίνεται ότι δεν τον οδήγησαν στη συναισθηματική πληρότητα. Η Madame de Warens, η σημαντικότερη γυναίκα στα πρώτα χρόνια της ζωής δεν ήταν μόνο ερωμένη του, αλλά και προστάτιδά του, καθώς συνέβαλε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Ο Ρουσό την αποκαλούσε "Mamma" αν και εκείνη τον απογοήτευε καθώς διατηρούσε ταυτόχρονα και άλλη σχέση με άλλον άνδρα. Η Thérèse Levasseur, ήταν η σύζυγός του με την οποία ο Ρουσό σύναψε σχέση το 1745, όταν εκείνη εργαζόταν ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που σημαίνει ότι επρόκειτο για μια σύντροφο που η σχέση της με τον Ρουσό πιθανώς χαρακτηριζόταν από πνευματική ασυμβατότητα.». Παρά το γεγονός ότι ο Ρουσό συχνά περιέγραφε τη σχέση τους ως περίπλοκη, έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, και απέκτησαν πέντε παιδιά, τα οποία δόθηκαν σε ορφανοτροφείο. Συνεπώς η Γαλάτεια είναι η μοναδική γυναίκα που θα του προσφέρει την αγνή αγάπη, της μητέρας ή της ερωμένης. Όπως υποστηρίζει και ο Ράικ οι προσπάθειες μας να αναβιώσουμε τη μητρική αγάπη είναι καταδικασμένες και υπολείπονται αυτών των πρώιμων και ανεξίτηλων εντυπώσεων. Επιπλέον το να σε αγαπούν χωρίς να αγαπάς δεν είναι ευλογία αλλά συγκαλυμμένη κατάρα.[9] Επομένως ο Ρουσό εφευρίσκει την ουτοπιστική εικόνα, την εμψύχωση της Γαλάτειας, για να νιώσει έστω και μέσω της φαντασίας του το ανεκπλήρωτο όνειρο της ανύπαρκτης αγάπης, της ευτυχίας.
Ο Άλλος στον Πυγμαλίωνα μπορεί να είναι ο φίλος. Όπως λέει και ο Αριστοτέλης ο φίλος είναι ένας άλλος εαυτός. Ο Κικέρων ακολούθησε τον Αριστοτέλη και υποστήριξε ότι δίχως αρετή η φιλία δεν μπορεί καν να υπάρξει και δίχως μια τέτοια αληθινή και τέλεια φιλία η ζωή δεν αξίζει να βιωθεί. Οι ενάρετοι δεν έχουν ανάγκη από τις φιλίες των συνηθισμένων ανθρώπων οι οποίοι στην αριστοτελική θεώρηση, βρίσκουν σε αυτήν την καλύτερη περίπτωση μια πηγή ηδονής και κέρδους.[10]
Για τον Πυγμαλίωνα-Ρουσό η συντροφικότητα μοιάζει να είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη. Δίχως αυτή ακόμη και ο Παράδεισος μοιάζει άνυδρος απολαύσεων όπως θρηνολογεί ο Αδάμ του Μίλτον στον Θεό: «Δεν βλέπω μαζί μου ποιος συμμετέχει. Στη μοναξιά τι ευτυχία; Ποιος μπορεί να απολαύσει μόνος ή όλοι απολαμβάνουν., τι ικανοποίηση βρίσκουν; Ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ φαίνεται ότι επικροτεί αυτήν την άποψη λέγοντας ότι «μια τέλεια μοναξιά ίσως είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που μπορούμε να δεχτούμε. Κάθε ευχαρίστηση ξεθωριάζει όταν απολαμβάνεται μακριά από την κοινωνία.»[11]
Ο Ρουσό μέσω του Πυγμαλίωνα δημιουργεί τα πορτρέτα του Άλλου, επιδιώκοντας να υποδείξει στους αναγνώστες-θεατές ότι οι άνθρωποι γεννιώνται καλοί από τη φύση τους και διαφθείρονται από την κρατούσα εκκλησία, την κακή παιδεία και τις κρατούσες οικονομικές συνθήκες.[12] Ο μόνος δρόμος για να βελτιωθούν είναι να αφεθούν ελεύθεροι και να αναζητήσουν στο πρόσωπο του Άλλου την συνεργασία, την συντροφικότητα, την ανιδιοτελή αγάπη, που θα τους οδηγήσουν στην ευδαιμονία.

_____________
Ανακοίνωση στην ημερίδα με τίτλο «O Ρουσό και η φύση» που διοργανώθηκε από το ΑΠΘ με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης όπου και πραγματοποιήθηκε στις 5/3/26.


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: