O Kirmen Uribe (Ονταρόα, Χώρα των Βάσκων, 1970) είναι συγγραφέας τριών βιβλίων ποίησης και τεσσάρων μυθιστορημάτων, όπου διερευνά τη μνήμη, την ταυτότητα και τη μετατόπιση μέσα από μία πολυγλωσσική και διακρατική ματιά. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από εικοσιπέντε γλώσσες. Το πρώτο του μυθιστόρημα Μπιλμπάο-Νέα Υόρκη-Μπιλμπάο απέσπασε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Υπήρξε υπότροφος του Cullman Center της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, ενώ ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε μέσα όπως The New Yorker και The Paris Review. Ζει στη Νέα Υόρκη, ενώ το τελευταίο του βιβλίο Στα όνειρά μου είσαι πάντα είκοσι ετών κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Visor.
Πέντε ποιήματα
Το ποτάμι
Κάποτε, υπήρχε ένα ποτάμι εδώ
που τώρα υπάρχουν τράπεζες και πλακάκια.
Υπάρχουν πάνω από δώδεκα ποτάμια κάτω απ’ την πόλη
εάν προσέξουμε τα πιο παλιά.
Τώρα είναι μόνο μια πλατεία σε μια εργατική συνοικία.
Και τρεις λεύκες είναι η μοναδική ένδειξη
ότι το ποτάμι ακολουθεί εδώ στα χαμηλά.
Σε καθέναν από εμάς υπάρχει ένα κρυφό ποτάμι
έτοιμο να ξεχειλίσει.
Αν δεν είναι οι φόβοι, είναι η μεταμέλεια.
Αν δεν είναι οι αμφιβολίες, η αδυναμία.
Ένας δυτικός άνεμος τσακίζει τις λεύκες.
Ο κόσμος μετά βίας προχωρά.
Από τον τέταρτο όροφο μια υπερήλικη
όλο και τινάζει ρούχα στο παράθυρο:
τινάζει ένα μαύρo πουκάμισο, μια καρό φούστα,
ένα κίτρινο μεταξωτό μαντίλι, καλσόν
και κείνα τα παπούτσια που φορούσε
τη χειμωνιάτικη μέρα που ήρθε απ’ το χωριό.
Κάτι ασπρόμαυρα παπούτσια λουστρίνι.
Στο χιόνι, τα πόδια της έμοιαζαν με παγωμένες καλημάνες.
Τα παιδιά τρέχουν πίσω απ’ τα ρούχα.
Στο τέλος, έβγαλε το νυφικό της,
πόζαρε σε μια λεύκα, αδέξια,
σαν να ήταν ένα μεγάλο πουλί.
Ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος. Τρομάζουν οι περαστικοί.
Ο άνεμος έχει ξεριζώσει μία από τις λεύκες.
Οι ρίζες του δέντρου μοιάζουν με το χέρι μιας μεγάλης γυναίκας
που περιμένει το συντομότερο ένα άλλο χέρι να τη χαϊδέψει.
Μάιος
Άσε με να σε κοιτάξω στα μάτια.
Θέλω να ξέρω πώς είσαι.
Ράινερ Β. Φασμπίντερ
Κοίτα, μπήκε ο Μάης,
άπλωσε το γαλάζιο του βλέφαρο πάνω απ’ το λιμάνι.
Έλα, πάει καιρός που δεν ξέρω για σένα,
φαίνεσαι να τρέμεις, όπως εκείνα τα γατάκια που
ο παππούς έβαλε σε μια τσάντα.
Έλα, και θα μιλήσουμε για τα συνηθισμένα,
την αξία να αγαπιέσαι,
την ανάγκη να κουμαντάρεις τις αμφιβολίες,
πώς να γεμίζεις τα κενά εκ των ένδον.
Έλα, νιώσε στο πρόσωπό σου το πρωί,
όταν είμαστε λυπημένοι, όλα σκοτεινιάζουν.
Όταν είμαστε δυνατοί, ο κόσμος διαλύεται σε ψίχουλα.
Καθένας από εμάς φυλάσσει κάτι άγνωστο από τις μακρινές ζωές,
είτε ένα μυστικό, είτε κάποιο λάθος ή χειρονομία.
Έλα και θα ντύσουμε στα πράσινα τους νικητές,
θα πηδήξουμε από το γεφύρι γελώντας με εμάς τους ίδιους.
Θα παρατηρήσουμε σιωπηλά τους γερανούς στο λιμάνι,
διότι, να είμαστε μαζί εν σιωπή είναι
η καλύτερη απόδειξη της φιλίας.
Έλα μαζί μου, θέλω να αλλάξω χώρα,
να αφήσω τούτο το σώμα μου κατά μέρος
και να μπω μαζί σου σε ένα κοχύλι,
με τη δική μας μικρότητα σαν τα μαλάκια.
Έλα, σε περιμένω,
θα συνεχίσουμε την ιστορία που διεκόπη ένα χρόνο πριν,
σαν να μην είχαν έναν ακόμη κύκλο
οι λευκές σημύδες του ρυακιού.
Στην όχθη του ποταμού
Στην όχθη του ποταμού
αράζω στην αγκαλιά ενός δέντρου
και την έναστρη νύχτα ρεμβάζω.
Τώρα καταλαβαίνω τα πάντα.
Τα κλαδιά κρατούν τα αστέρια,
ο χυμός του δέντρου ταξιδεύει
από τον έναν στον άλλο γαλαξία.
Δεν χρειάζεται να τα γράψω όλα.
Δεν φυσάει, δεν ακούγεται τίποτα.
Θα ‘λεγε κάποιος πως ο ποταμός σταμάτησε.
Χλιαρή καλοκαιρινή νύχτα
Χλιαρή καλοκαιρινή νύχτα.
Έρχεται μουσική απ’ το μπαρ.
Θέλω να δραπετεύσω προς το μέσα μου.
Νιώθω στις φλέβες μου
το συμπονετικό ναρκωτικό.
Τρέξε, τρέξε,
το ερπετό είναι όποιος γνωρίζει καλύτερα
τις πιο σκοτεινές γωνιές μου.
Είναι το μόνο πράγμα
που με αγκαλιάζει εκ των ένδον.
Γυναίκες που επιστρέφουν από τη φάμπρικα
Η γιαγιά μου δούλευε σε κονσερβοποιία.
Το ίδιο και η μητέρα μου, και οι θείες μου.
Ήταν εργαζόμενες, όχι νοικοκυρές.
Ή, μπορεί και να ήταν.
Μου άρεσε κείνη η μυρωδιά που έφερναν
γυρίζοντας απ’ τη δουλειά.
Μυρωδιά ψαριού, ιδρώτα και άλμης.
Αν και αυτές τη μισούσαν.
Κείνη τη μυρωδιά που τόσο δύσκολα καθάριζε, δεν ξεχνιόταν.
Οι γυναίκες του σπιτιού μου εργάζονταν στη φάμπρικα
και μετά, στο σπίτι.
Καθάριζαν αντζούγιες επάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Ενώ εγώ έπαιζα κάτω από το τραπέζι.
Αν ήμουν τυχερός, μου ‘διναν κάτι για να δοκιμάσω.
Και τα σάντουιτς με αντζούγιες ήταν.
Εγώ τις προτιμούσα με αλλαντικά ή σοκολάτα.
Κι ας με κορόιδευαν οι φίλοι μου.
Ήταν άλλες εποχές εκείνες.
Τότε οι γυναίκες τραγουδούσαν στις φάμπρικες,
και τα αφεντικά τις έδιναν άδεια
εάν έπρεπε να θηλάσουν τα μωρά τους.
Οι γυναίκες έκαναν διάλειμμα ταυτόχρονα.
Με τη στολή εργασίας, ακουμπισμένες στον πέτρινο τοίχο,
λιάζονταν ή κάπνιζαν με κλειστά τα μάτια.
Ήταν για εκείνες μια στιγμή ειρήνης
όπου ξεχνούσαν τη δουλειά,
σύζυγο και παιδιά.
Σήμερα, ύστερα από ένα κάρο χρόνια,
κλείνω κι εγώ τα μάτια,
αναζητώντας εκείνη τη στιγμή ειρήνης που είχαν.
Ανοίγω το στόμα σαν να περιμένω
ένα γυναικείο χέρι να μου χαρίσει
ένα φιλέτο αντζούγιας.
Εκείνο το δώρο που ερχόταν από ψηλά του τραπεζιού.
Ενώ εγώ έπαιζα από κάτω.
Μόνος, επειδή εκείνες έπρεπε να δουλέψουν.