Δύο ποιήματα

Μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας

Ο Ντίλαν Τόμας (1914-1953) υπήρξε μία από τις πιο σωματικές και μουσικές φωνές στην αγγλόφωνη ποίηση του περασμένου αιώνα. Στο έργο του –ένα έργο ταλαντευόμενο ανελέητα ανάμεσα στην υλικότητα και τη μεταφυσική– η γλώσσα γίνεται ζωντανός οργανισμός: το νόημα αναδύεται μέσα από τον ρυθμό, την ηχητική σύγκρουση, την ενσώματη ένταση. Όπως ο Λόγος καλείται να γίνει παρτιτούρα και σκαλωσιά για τη Δημιουργία, έτσι και στην ποίηση του Τόμας γινόμαστε μάρτυρες μιας εκδίπλωσης – μιας λειτουργίας όπου η φωνή γίνεται σάρκα και η σάρκα εξαχνώνεται για να γίνει φωνή· όπου η γλώσσα, αντί να περιγράφει απλώς, γεννάει τον κόσμο. Ήχος, σάρκα και νόημα στο σύμπαν του συνιστούν μια ομοούσια και αδιαίρετη τριάδα.
Οι παρούσες μεταφράσεις αποπειρώνται να αποδώσουν αυτή την πυκνή, σχεδόν απτή, ενέργεια του πρωτοτύπου, όχι με κατά λέξη αντιστοιχία, αλλά μέσω μιας χαμηλά εντροπικής μεταφραστικής μετενσάρκωσης: χυτεύοντας το (ειδοποιό του σώματος, κατά Ακινάτη) πνεύμα του πρωτοτύπου σ’ ένα καλούπι υψηλό, μουσικό, με μια ελαφρά αρχαϊκή υποψία που ν’ απηχεί το ιερατικό στοιχείο του πρωτοτύπου. Το ζητούμενο είναι η φωνή του Τόμας να αναπνεύσει ελληνικά ―παναπεί να μπορεί να εγγραφεί, με τρόπο οργανικό, ιστορικά στη γραμματεία μας― δίχως ν’ απεκδυθεί την άγρια καθαρότητά της.


Ο Ντίλαν Τόμας στα Ουαλικά λιβάδια
Ο Ντίλαν Τόμας στα Ουαλικά λιβάδια




Iδίως όταν ο άνεμος του Οκτώβρη

Iδίως όταν ο άνεμος του Οκτώβρη τιμωρεί
με παγωμένα δάχτυλα τα ξέσκεπα μαλλιά μου
είναι στη γη σαν κάβουρα που ρίχνω τη σκιά μου
δεσμώτης του ηλιοκάβουρα σε δημοσιά πυρρή,
στα ξυλιασμένα ακούγοντας κλώνια φυματικό
να βήχει κόρακα κι άλλων πουλιών τον σαματά
με την καρδιά πολυάσχολη να πάλλει όπως μιλά
τις λέξεις της στραγγίζοντας – αίμα συλλαβικό.

Κλεισμένος ύστερα σε πύργο λέξεων σημειών-
ω εύσχημες σα λέξεις κορασιές με φυλλωσιές
που αργοσαλεύουν στον ορίζοντα και τις σειρές
παιδιών στο πάρκο με παραλλαγές στίκτω αστεριών.
Κάποιοι άστε να σας πλάσω από φωνήεντες οξιές,
κάποιοι από δρύινες φωνές, απ’ των ριζών τους φθόγγους
―ίσκιο και θρόο που γύμνασαν μες σ’ αγκαθένιους λόγγους―
κάποιοι άστε να σας πλάσω απ’ των υδάτων τις λαλιές.

Πίσω απ’ τη γλάστρα σα σκυλίσια ουρά το εκκρεμές
λόγια της ώρας μού εκφωνεί, πετάει το νευρικό
νόημα σε δίσκο ακτινωτό, κηρύσσει το πρωινό ―
στον πετεινό σπιουνεύει του καιρού τις ζαβολιές.
Κάποιοι άστε να σας πλάσω απ’ του λειμώνα τους οιωνούς
(όσα ξέρω η χλόη μου υπαγορεύει ― Κύνθια νύμφη
μου διαπερνά το μάτι όπως το μήλο μια προνύμφη)
Κάποιοι άστε να σας πλάσω από τσικνιές αμαρτωλούς.

Ιδίως όταν ο άνεμος του Οκτώβρη τιμωρεί
(κάποιοι άστε να σας πλάσω από φθινόπωρου γητειές
τις αραχνόλαλες, τις φωνακλούδες σ’ ουαλικές
χαράδρες) με σκαμπίλια ζαρζαβατικών τη γη,
κάποιοι άστε μου μιαν άκαρδη κουβέντα να σας πλάσει.
Τώρα που στέρεψε η καρδιά που προμηνούσε χαλασμό
σας φέρνω ορφνά φωνήεντα πουλιών στ’ ακροθαλάσσι.


Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί

Ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί·
ας ζέουν, ας καιν' τα γηρατειά στην μέρας την αυλαία ―
στασίασε, στασίασε σαν τρέμει το κερί

Ας νιώθουν οι σοφοί το σκότος δίκαιη αμοιβή
με λόγια αφού δεν έκαμψαν ποτέ τους τα μοιραία
― ειρηνικά δεν δίνονται στη νύχτα που καλεί

Στο δήμιο κύμα μπρος οι ναυτικοί κλαιν' την ακτή
όπου ―θνητές― οι πράξεις τους θ’ αγίαζαν λαθραία
― στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

Τρελοί που είπαν πώς θα 'πιαναν τον ήλιο φτερωτοί
μόνο μια δύση επέσπευσαν, τον ναύλο στον πορθμέα
μα ειρηνικά δεν δόθηκαν στη νύχτα που καλεί

Κι αγχιθανείς που αξιώνονται μια θέα τυφλωτική
το μάτι, λένε, κι αν τυφλό στο σκότος είν' ρομφαία
― στασιάζουνε στασιάζουνε σαν τρέμει το κερί

Στο μαύρο σου ύψωμα προσπέφτω ― ανάθεμα κι ευχή
ας είν' για με το δάκρυ σου καλέ μου εσύ γονέα:
ειρηνικά μη δίνεσαι στη νύχτα που καλεί
στασίασε στασίασε σαν τρέμει το κερί

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: