Ο Ντίλαν Τόμας (1914-1953) υπήρξε μία από τις πιο σωματικές και μουσικές φωνές στην αγγλόφωνη ποίηση του περασμένου αιώνα. Στο έργο του –ένα έργο ταλαντευόμενο ανελέητα ανάμεσα στην υλικότητα και τη μεταφυσική– η γλώσσα γίνεται ζωντανός οργανισμός: το νόημα αναδύεται μέσα από τον ρυθμό, την ηχητική σύγκρουση, την ενσώματη ένταση. Όπως ο Λόγος καλείται να γίνει παρτιτούρα και σκαλωσιά για τη Δημιουργία, έτσι και στην ποίηση του Τόμας γινόμαστε μάρτυρες μιας εκδίπλωσης – μιας λειτουργίας όπου η φωνή γίνεται σάρκα και η σάρκα εξαχνώνεται για να γίνει φωνή· όπου η γλώσσα, αντί να περιγράφει απλώς, γεννάει τον κόσμο. Ήχος, σάρκα και νόημα στο σύμπαν του συνιστούν μια ομοούσια και αδιαίρετη τριάδα.
Οι παρούσες μεταφράσεις αποπειρώνται να αποδώσουν αυτή την πυκνή, σχεδόν απτή, ενέργεια του πρωτοτύπου, όχι με κατά λέξη αντιστοιχία, αλλά μέσω μιας χαμηλά εντροπικής μεταφραστικής μετενσάρκωσης: χυτεύοντας το (ειδοποιό του σώματος, κατά Ακινάτη) πνεύμα του πρωτοτύπου σ’ ένα καλούπι υψηλό, μουσικό, με μια ελαφρά αρχαϊκή υποψία που ν’ απηχεί το ιερατικό στοιχείο του πρωτοτύπου. Το ζητούμενο είναι η φωνή του Τόμας να αναπνεύσει ελληνικά ―παναπεί να μπορεί να εγγραφεί, με τρόπο οργανικό, ιστορικά στη γραμματεία μας― δίχως ν’ απεκδυθεί την άγρια καθαρότητά της.