Α, μπα... Δεν την αλλάζω τη σειρά. Φαγώθηκα με τα ρούχα μου, μήπως το ζουμί θα ΄πρεπε να βγαίνει φόρα παρτίδα εξαρχής. Για κάτσε, όμως. Υπάρχουν απαράβατοι κανόνες ορθής αντιστοιχίας μεταξύ τίτλου και περιεχομένου, περιεχομένου και δομής; Καλά, τη μορφή τη τζολάρω* ευκολότερα, ε, δεν ήμουνα και ποτέ του νταντά... Λοιπόν, τέρμα τα δίφραγκα! Ό,τι θέλω θα κάνω. Αρκεί να ξέρω γιατί το κάνω. Μοτέρ, κλακέτα, λήψη λοξής λαογραφίας και ... πάμε!
Μέσα από το μεγάλο εργαστήριο της μνήμης, προβάλλει, από τα βάθη των καιρών μου, από τα σπλάγχνα των συμβάντων και των ποθούμενων, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων, κι έρχεται προς τα δω μια δύναμη ακατάβλητη. Την είχα από πιτσιρίκι και μου ΄μεινε, δεν την έχασα ποτέ και κυβερνάει τη ζωή μου ολόκληρη, αυτή, η επίμονη ανάγκη να μάθω, να μάθω ακόμα κάτι, από το πώς παθαίνει κανείς ελυτροτενοντίτιδα μέχρι το πώς χτιζόντανε τα ρωμαϊκά υδραγωγεία. Ανάγκη που σε ωθεί ακατανίκητα να ρωτάς γιατί, με την ίδια συχνότητα και εμμονή των μικρών παιδιών, με κατεύθυνση προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα.
Όταν κυκλοφορώ, δε θέλω να φοράω ακουστικά. Θέλω ν΄ ακούω τη μουσική των πουλιών και των ανθρώπων, τα τιτιβίσματα, τα χτυποκαρδίσματα και τα σιχτιρίσματα, ακόμα και τους ήχους του δρόμου, τα κορναρίσματα, το σύρσιμο της κεραίας του τρόλεϊ, όταν ξεγλιστράει απ' τα καλώδια, όταν ξεφεύγει απ' τις επουράνιες ράγες προς έναν προορισμό πιο χθόνιο. Μέσα σ' αυτόν τον κόσμο θέλω να ζω, τον χιλιομπαλωμένο, όχι να δραπετεύσω, όχι να την κάνω γι΄ αλλού. Εδώ να μείνω, σ΄ αυτόν τον κόσμο, τον μικρό, τον μέγα. Ακούγοντας την πνοή του, μπορώ ν΄ ακούω καλύτερα και τη μέσα μου φωνή.
Όλα άρχισαν από τη σχολή. Λίγο περίεργο, βέβαια, να ΄χω σχολή σε τέτοια ηλικία, συνταξιούχος και αιώνια φοιτήτρια. Περίεργο για τα εγχώρια ήθη, έξω είναι θεσμός, οι συνταξιούχοι οργώνουνε τα ανοιχτά πανεπιστήμια. Οι συνταξιούχοι της upper middle class, φυσικά, αυτοί πάνε να μορφωθούνε κι άλλο, οι ρέστοι, που δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα, τη βγάζουνε σε κάνα παγκάκι, σε κάνα κοινοτικό κέντρο, αναθρέφοντας κάνα εγγόνι, δεν ξέρω πόσες οικογένειες εκατέρωθεν του Ατλαντικού πορεύονται με παππούδια σε γονεϊκό ρόλο. Θα μου πεις, και παλιά έτσι ήτανε, ποιος μεγάλωνε τα παιδιά των ξενιτεμένων στη Γερμανία, οι θειάδες οι ανύπαντρες και οι παππούδες... Ακόμα αναριτσιαίνω,* όταν θυμάμαι τη μάνα της Λουκίας, έκτρωση χωρίς νάρκωση έκαμε η γυναίκα, σε γιατρό κανονικό, αλλά κάτι έπαιζε και δεν έπρεπε να της δώσει νάρκωση. Αν αποκαλυπτόταν η εγκυμοσύνη, δε θα της επιτρέπανε να φύγει μαζί με τον άντρα της για τη Γερμανία. Το πρώτο μωρό, λοιπόν, πήγε περίπατο. Κι έπειτα φύγανε, κάτσανε στη Γερμανία, δουλέψανε, κάμανε τρία του θεού και, μόλις το κάθε παιδί εγενότουνε πεντέξι μηνών, το φέρνανε στους παππούδες, στο Κολοκύθι, οπού ακόμα δεν είχε έρθει ούτε το ρέγμα.*
Σήμερα όλα τούτα μας ξινοφαίνονται, επικρατεί, βλέπεις, το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας. Στην ιδανική του μορφή, όλα πάνε ρολόι, αστραφτερές κουζίνες και χαμόγελα μέχρι τ΄ αφτιά, στην πραγματικότητα, όμως, μπορντέλο, με το συμπάθιο, άσε που με τέτοιους χαρακτηρισμούς δυσφημίζουμε και τους οίκους ανοχής, τους παραδοσιακούς. Τα μπορντέλα διαθέτανε τάξη και οργάνωση, σεστάδα* πράματα, την υπερέτρια να κουβαλάει λεκάνες με νερά, πετσέτες καθαρές, προπάντων δε, τα παλικάρια στην πόρτα, που είχανε τ΄ αμέντι* τους. Έτσι κι ο πελάτης ξεπέρναγε τα όρια, μεθοκοπούσε ασύστολα, ασχημονούσε, άσκωνε χέρι να βαρήσει καμία γυναίκα, τον πετάγανε όξω στο πι και φι. Εμέτραγε τσι σκάλες κουτρουβαλώντας και κατέληγε στη σωτοσκάλα,* στο πόρτιγο,* με τα μούτρα μπλε μαρέν. Διότι, σου λέει, κύριε, εδώ ήρθες για την ανάγκη σου και, εντάξει, να σε ανεχτούμε, γι΄ αυτό λεγόμαστε και οίκος ανοχής, όχι, όμως, να μας καβαλικέψεις κιόλας...
Από πού αρχίσαμε; Α, ναι, από τη σχολή. Ξεφεύγω, τελευταία. Ξεφεύγω πολύ. Ίσως αποσπάται η προσοχή μου. Γίνονται τόσα, ολοτρόγυρα, αλλάζουν τόσα πολλά, σε χρόνο ρεκόρ, που ώρες ώρες φαινόμαστε όλοι σαν αλλαξοθεϊσμένοι.* Ντάξει, ρε παιδί μου, ποτέ δε γούσταρα να είμαι ουραγός, να τρέχω πίσω από τις αποφάσεις και τις επιλογές των αλλωνών. Πάντα θέλω να έχω τον έλεγχο. Γι΄ αυτό με πειράζει λίγο, όταν ξεφεύγω. Γι΄ αυτό πάω και στη σχολή. Για να είμαι μέσα στις εξελίξεις. Όχι που συμφωνώ με όλα, όλες τις αλλαγές που τρέχουνε, αυτό δα μας έλειπε, να καταπίνουμε αμάσητα όσα μας πασάρουνε οι νεοφιλελεύθεροι χλεχλέδες. Λες και δεν έχουμε νουν και κρίσιν... Βαφτίσανε, φερειπείν, τη διαρκή επανακατάρτιση διαρκή επιμόρφωση ― ή, χείρου και χειρότερα, αυτομόρφωση. Να τ΄ακούς και να σκιάζεσαι,* να σε πιάνει δέος, να σκέφτεσαι φταίω εγώ που δεν το κάνω. Να φοβηθεί η φτώχια, για να πάρει πάνω της όλη την ευθύνη για την ανεργία, την ετεροαπασχόληση, τη λαστιχογαλεροποίηση της ζωής της. Η φτώχια είναι πιο φρόνιμη, σα νιώθει ότι φταίει, τάδε έφη Αγγελάκας και έπεσε διάνα. Μετά είκοσιν έτη, προσωπική ευθύνη, το σκατό μας παξιμάδι, την ενοχή δεύτερη φύση κι από πάνω μαζί τα φάγαμε... Μιθριδατισμός, στόρι και φωτό ο κάθε πικραμένος, ή κλάψα ή βρισίδι ή είμαι υστερικά καλά, εκεί το ΄χουνε ρίξει οι περσότεροι. Το ΄χουμε ρίξει, μην το παίζω και υπεράνω...
Στη σχολή μπήκα με κατατακτήριες, μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού μου. Γάγγραινα, από διαβητικό πόδι ξεκίνησα, άστα, τι να μελετάμε τώρα. Όλη μου η ζωή μια γάγγραινα είχε καταλήξει, ευτυχώς, να λες, που έχασα μόνο το ποδάρι. Στοίβες οι αδιάβαστες εφημερίδες, σωροί τα τολμήματα τ΄ ακάμωτα, που μέναν εκεί κι ωρίμαζαν και σάπιζαν, σαν τα γλιτσιασμένα καφεκίτρινα φύλλα, μαραμένα κι αυτά, τα φύλλα της καρδιάς μου. Ένας ουρανός ολόκληρος, μολυβής, φουρτουνιασμένος, έτοιμος να μου πέσει στο κεφάλι, τ΄ απραγματοποίητα όνειρα. Η μόνη γωνιά, τι γωνιά, απλωσιά ολόκληρη πάνω στο γραφείο μου, που άδειαζε πάντα στο πιτς φιτίλι, η ρημάδα η απλωσιά των καθηκόντων και των υποχρεώσεων. Τι λέει κι η ψυχολογία για τον αμείλικτο εσωτερικό κριτή; Σύννεφο ο ψυχαναγκασμός...
Με το που βγήκα απ΄ το νοσοκομείο, έβαλα μπρος το ξεκαθάρισμα. Εντός τριών μηνών είχα στείλει στον αγύριστο πολλούς και πολλά. Σαν έτοιμη από καιρό... Η σχολή ήτανε το πρώτο από τα ωραία, τα θετικά, τα δημιουργικά ― τόσο της μόδας, πια, κι αυτή η κουβέντα, σκεβάρω* ώρες ώρες να την ξεστομίσω, αλλά με αντιπροσωπεύει. Μετά πήγα και σε χορωδία. Μετά ξέθαψα ένα κάρο ορνιθοσκαλίσματα, ποιήματα, πεζά, τα ξέχωσα από τους ντοσιέδες και τα συρτάρια κι αρχίνισα να γράφω στα φανερά, έγραφα από παιδί, αλλά στα κρυφά. Κοντολογής, εκοίταξα τον εαυτό μου. Αποθέωση του ατομικισμού; Όχι ακριβώς. Και στο σωματείο μου συμμετείχα, όσο δούλευα, πάω στο άλλο, των συνταξιούχων, τώρα πια, και στο σύλλογο του Άλσους και στην κίνηση πολιτών και σε κάθε κινητοποίηση, στην αρχή με το πι, τώρα με πατερίτσα, το ΄χω πάρει το κολάι. Όλ΄ αυτά έκαμα. Και πάνω απ΄ όλα, εκοίταξα τον εαυτό μου. Όπως ποτέ άλλοτε. Θα το ΄χα μεγάλη ανάγκη, διότι ορθοπόδησα, εστάθηκα στα πόδια μου, πλέον, αν και κουτσή, νιώθω καλύτερα από ποτέ. Πήρε ο κουτσός κατήφορο, δηλαδή...
Μην τα παρουσιάζω, όμως, κι όλα ρόδινα. Ώρες ώρες με παίρνει αποκάτω, πολύ αποκάτω, πιο κάτω χάνεσαι... Νιώθω, ρε παιδί μου, αυτό το περίεργο συναίσθημα, ότι είμαι κάπως σαν ορφανό, ένα ενήλικο ορφανό. Σα να ΄χει ανοίξει μια σιδερένια κοιλιά, πώς ανοίγει το κύτος του βομβαρδιστικού, να ΄χει ανοίξει, με το πάτημα ενός κουμπιού, και, φρουτς, να μ΄ έχει αμολήσει, εμένα, αντίς για μπομπαρδαμέντο,* εμένα, μοναχή μου, σ΄ ένα τοπίο σεληνιακό, σ΄ έναν τόπο άξενο και παγωμένο. Δυστυχής εξόριστος εν απωτάτω και αξένω χώρα, που λέει κι ο Βιζυηνός, μάλλον παραφράζοντας τον Πλωτίνο. Σα να ΄μαι παιδί μιας άλλης εποχής, ριγμένο αλλού γι΄ αλλού, από μια άπονη μηχανή του χρόνου. Εδώ που τα λέμε, είμαι παιδί μιας άλλης εποχής. Και χρονολογικά και ιδεολογικά και από πάσης απόψεως, μην το βασανίζουμε και πολύ... Και ορφανό υπήρξα, όντως, από ληξιαρχικής πλευράς. Μιλάω, όμως, για κάτι άλλο, δεν ξέρω αν μ΄ εννοείς, κάτι πιο βαθύ, πέρα απ΄ τα realia και τα data, μακριά, πολύ μακριά απ΄ το καθ΄ ἕκαστον, απ΄ το συγκεκριμένο, που, όπως παρατηρεί ο Μαρξ, είναι το αφηρημένο, διότι, εστιάζοντας στο συγκεκριμένο, το αποσπάμε απ΄ το γενικότερο πλαίσιο, κι έτσι, στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο είναι το αφηρημένο και αντίστροφα. Δεν ξέρω αν μ΄ εννοείς...
Με τα prompts δεν άρχισα να παίζω βάσει σκοπού ή από ιδεολογική επιλογή. Απλώς μου άρεσε. Εννοείται ότι σκέφτομαι, προβληματίζομαι, διαβάζω για την τεχνητή νοημοσύνη κι όλα τα σχετικά, τη φύση της, τη χρήση της και πάει λέγοντας. Μάλιστα. Παραδίδει, λοιπόν, η καθηγήτρια στη σχολή, στο μάθημα της μεταφραστικής τεχνολογίας, περί του prompting, ήγουν των προτροπών που αλληλεπιδρούν αποτελεσματικά με γλωσσικά μοντέλα της τεχνητής νοημοσύνης. Το ενδιαφέρον μου αρχίζει να ζεσταίνει, όταν, αφού πρώτα μεταφράσουμε εμείς στα αγγλικά ένα ωραίο διηγηματάκι, το ρίχνουμε στο chatgpt, να μας το μεταφράσει κι αυτό. Είσαι ένας έμπειρος μεταφραστής και πρόκειται να μεταφράσεις το παρακάτω διήγημα από τα ελληνικά στα αγγλικά. Λάβε υπόψη ότι ο συγγραφέας κινείται στο χώρο ... και παίρνει τα θέματά του από ... Η μετάφραση γίνεται για ένα ευρύτερο αγγλόφωνο κοινό, προκειμένου αυτό να γνωρίσει... Για να μη μακρηγορώ, το πρότζεκτ καταλήγει σε συγκρίσεις ανθρώπινων και μηχανικών μεταφράσεων και σχετική συζήτηση με το συγγραφέα του διηγήματος.
Αυτό που μου άρεσε, εν τέλει, στην όλη διαδικασία και, από καιρού εις καιρόν, το επαναλαμβάνω, είναι η εξερεύνηση. Τροποποιώντας και ποικίλλοντας τα prompts, τις εντολές προς το σύστημα μηχανικής μάθησης, και παρατηρώντας τη διαφοροποίηση των απαντήσεων, λειτουργείς όπως με τη μυθοπλασία και το θέατρο, όπου ζεις άλλες ζωές, χωρίς να κινδυνεύεις και πολύ, χωρίς να παίρνεις ρίσκα να πάθεις μεγάλα στραπάτσα. Ρωτάω, λοιπόν, τώρα: Παίζω και διαλέγομαι με τον εαυτό μου, τελικά; Ή με κάτι αυθύπαρκτο και αυτοτελές, έξω από μένα; Μα προφανώς η μηχανική μάθηση δεν είναι αυτοτελής, διότι αυτό ακριβώς είναι η λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη, μεγάλο γλωσσικό μοντέλο και μηχανική μάθηση. Έλα, όμως, που σε κάνει να νιώθεις ότι με κάτι, αν όχι με κάποιον, διαλέγεσαι, τελικά. Εδώ σε θέλω κάβουρα, αν τα πηδάς τα κάρβουνα...
Μέσα σ΄ όλα τ΄ άλλα, λοιπόν, κι αφού τόσους ρόλους και τόσα παίγνια παίζουμε, οι άνθρωποι ―ολόκληρη σχολή ψυχοθεραπείας έχει στηθεί πάνω σε αυτήν την πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, Games People Play, όχι παίζουμε― είπα, τελοσπάντων, να γράψω κι ένα διήγημα. Όχι σαν τ΄ άλλα που γράφω. Διήγημα για διαγωνισμό, υπό την σκέπη καθορισμένου θέματος και με καθορισμένο όριο λέξεων. Τώρα, που κοντοζυγώνω να το τελειώσω, αναρωτιέμαι ακόμα. Αξίζει τον κόπο; Υπολογίζω τις λέξεις, σκέφτομαι τροποποιήσεις στη δομή, τεστάρω τον εαυτό μου και τις ικανότητές μου και, παράλληλα, απολαμβάνω το παιχνίδι, όπως συμβαίνει πάντα με το γράψιμο. Η πιθανότητα διάκρισης και βραβείου βρίσκεται εκεί, στο βάθος. Μια παραπάνω πρόκληση; Ένα επιπλέον παίγνιο;
Η αλήθεια είναι πως δεν ανησυχώ και ιδιαίτερα. Μάλλον επαναλαμβάνω από μέσα μου το μάντρα της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας, όπως το ρολογιόμουνα* πριν από διαγωνίσματα, εξετάσεις και τα τοιαύτα. Εγώ έκαμα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Και τσ΄ αποδέλοιπώνες*! Οι συμμαθήτριες τρωγόντανε να προβλέψουνε τι θέματα θα πέσουνε. Μέχρι που μερικές πηγαίνανε κι ανοίγανε το βιβλίο απάνω από τη λάρνακα τ΄ Αγιού. Εγώ, όταν έκρινα την προετοιμασία μου ικανοποιητική, έσπρωχνα βιβλία και τετράδια στην άκρη και ψιθύριζα το μάντρα, το οποίο, σημειωτέον, έπιανε πάντα. Το ίδιο και τώρα.
Μια δοκιμή όλη μας η ζωή, δοκιμάζουμε και δοκιμαζόμαστε, ψέματα; Μόνο που το νήμα κόβεται πολύ απροσδόκητα, αλλιώς τα υπολογίζουμε κι αλλιώς μας έρχονται τα πράματα. Διαισθανόμενοι ότι πλησιάζουμε στο τέλος, αντιλαμβανόμαστε, βέβαια, πως η ζωή είναι τρομακτικά σύντομη κι αφάνταστα ωραία. Και πως τα στερνά τιμούν τα πρώτα.
Στο κάτω κάτω, πάρει δεν πάρει βραβείο ή εύφημη μνεία, το πόνημά μου θα διαβαστεί, κι όχι μόνο απ΄ την κριτική επιτροπή. Μόλις ολοκληρωθεί ο διαγωνισμός, θα διαβαστεί κι απ΄ το αναγνωστικό κοινό, μικρό-μεγάλο, όσο του αναλογεί. Θα μοιραστώ, γι΄ ακόμα μια φορά, λέξεις και σκέψεις και πνοές με αισθητήρες όντων φιλικών. Θα μοιραστώ, γι΄ άλλη μια φορά, τα παιχνίδια μου. Τις χαρωπές ακροβασίες μου στο χείλος της αβύσσου.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ
αλλαξοθεϊσμένος : αλλόφρων
αμέντι, το: στην έκφραση: έχω τ΄ αμέντι μου: έχω το νου μου
αναριτσιαίνω: ανατριχιάζω
και τσ΄ αποδέλοιπώνες (αποδέλοιποι, οι: οι υπόλοιποι, οι λοιποί): σκωπτική έκφραση, ένα είδος ειρωνικού και στα δικά τους
μπομπαρδαμέντο, το: βομβαρδισμός
πόρτιγο, το: είσοδος, χολ
ρέγμα, το: (ηλεκτρικό) ρεύμα
ρολογιέμαι: αναλογίζομαι
σεστάδος: τακτικός, νοικοκυρεμένος (σέστο, το: τάξη, νοικοκυροσύνη)
σκεβάρω: διστάζω
σκιάζομαι: φοβάμαι
σωτοσκάλα, η: χώρος κάτω από τη σκάλα, αξιοποιούμενος ως αποθήκη
τζολάρω: ελέγχω, διευθετώ