Η δασκάλα με τα ανοιχτά μυαλά




Πέντε και μισή. Μάης μήνας. Ο ουρανός είναι ακόμα γαλανός. Η Ελένη και ο Μάριος είναι στο παιδικό του δωμάτιο και γράφουν στο τετράδιο τις λύσεις των ασκήσεων για την επόμενη μέρα. Ωστόσο, ο Μάριος, αυθόρμητος όπως πάντα, δεν κρατήθηκε για άλλη μια φορά και είπε στη δασκάλα του:

Μ.: Κυρία, χθες έφαγα παγωτό σε ένα καινούριο παγωτατζίδικο που άνοιξε στην παραλία. Αλλά ξέχασα το όνομά του. Ξέρεις πού είναι; Έχεις δει στην παραλία ένα πλοκάμι; Από πέτρα και τζάμι, γυαλί.
Ελ.: Πλοκάμι; Όχι.
Μ.: Μα είναι πανύψηλο! Πώς είναι δυνατόν να μην το έχεις δει;
Ελ.: Δεν έχω δει κανένα πλοκάμι…
Μ.: Μα πώς; Είναι πολύ ψηλό. Τη νύχτα λάμπει κιόλας με γαλάζιο φως.
Ελ.: Μισό λεπτό… Μιλάς για το γλυπτό στην παραλία σε κωνοειδές σχήμα με έντονα κυρτές πλευρές;
Μ.: Ξέρω΄γω; Μάλλον γι’ αυτό μιλάω…
Ελ.: Και τι είναι αυτό λέει;
Μ.: Πλοκάμι.
Ελ.: Μαριάκο μου, αυτό δεν είναι πλοκάμι. Έχεις ακούσει για τον Δία, θεό και βασιλιά των θεών και των ανθρώπων στην αρχαία
Ελλάδα; Στο σχολείο σου κάνατε μυθολογία στην τρίτη τάξη, σωστά;
Μ.: Ααα, ναι…

«Το κέρας της Αμάλθειας», Γλυπτό των αδελφών Σωτηριάδη. Άγιος Νικόλαος Κρήτης
«Το κέρας της Αμάλθειας», Γλυπτό των αδελφών Σωτηριάδη. Άγιος Νικόλαος Κρήτης




Ελ.: O πατέρας του Δία, ο Κρόνος, ήταν πολύ αυστηρός με τα παιδιά του, αν και ήταν βρέφη αυτά ακόμα. Τους μιλούσε απότομα, νευρικά, με δυνατή φωνή.

(Οι νευρωνικές συνάψεις του εγκεφάλου της Ελένης ―που σπάνια την εγκατέλειπαν και ήταν πάντα εκεί για αυτήν, αποφασίζοντας για εκείνην πριν από εκείνη― την έκαναν να κατανοήσει τον ενδεχόμενο φόβο που θα ένιωθε ο Μάριος, της υπαγόρευσαν να αποσιωπήσει την αλήθεια του κανιβαλισμού για να μην τον τραυματίσει με εικόνες φρίκης, την έβαλαν στη θέση του, όπου φαντάστηκε τον επερχόμενο τρόμο του και την προειδοποίησαν ότι θα πληγώσει τον μικρό μαθητή της, και έτσι την ώθησαν να αποκρύψει τον πραγματικό μύθο. Παράλληλα, άλλοι δενδρίτες και άξονες σαν βίδες, γαντζάκια και συρματόσχοινα κρέμασαν στον οπτικό φλοιό της σαν οπτική εικόνα την ελαιογραφία του Γκόγια, τον Τιτάνα Κρόνο με μάτια διεσταλμένα, γουρλωμένα, ορθάνοιχτα να καταβροχθίζει λαίμαργα και αμετανόητα το ίδιο του το παιδί κι ό,τι απέμεινε από αυτό ήταν ένα ακέφαλο, αιματοβαμμένο πτώμα νηπίου).

Ελ.: Γι’ αυτό η μητέρα του η Ρέα και σύζυγος του Κρόνου, αποφάσισε να πάρει τον Δία, το παιδί τους, μωρό ακόμα, και να τον κρύψει στη σπηλιά ενός βουνού. Εκεί τον ανέθρεψε και τον θήλαζε μια κατσικούλα, η Αμάλθεια. Από το στήθος της έπινε γάλα. Ήταν η τροφός του. Τον φύλαγε, τον τάιζε, τον φρόντιζε και τον προστάτευε. Τον κράτησε ζωντανό. Μια μέρα, ωστόσο, καθώς ο Δίας και η Αμάλθεια έπαιζαν, εκείνος κατά λάθος έσπασε το κέρατό της. Την αγαπούσε πολύ, όμως, και της επέστρεψε το σπασμένο κέρατο με την ευλογία να χύνονται από ‘κει μέσα όσα φρούτα, καρποί, φαγητά και αγαθά η ίδια επιθυμεί. Από τότε το κέρας της Αμάλθειας συμβολίζει την αφθονία. Κι από αυτόν τον μύθο έφτιαξαν το γλυπτό αυτό στην παραλία μας.

Ο μικρός Μάριος άκουγε σιωπηλός τη δασκάλα του Ελένη με μια έκφραση ήρεμη, απορίας, εντύπωσης και θαυμασμού συνάμα. Στο τέλος της αφήγησής της δεν διατύπωσε καμία ερώτηση, ούτε σχολίασε κάτι. Έτσι κατεύθυναν κι οι δύο ταυτόχρονα τα βλέμματα τους στις σελίδες του βιβλίου και του τετραδίου και συνέχισαν να λύνουν ασκήσεις. Πέρασε η ώρα και στο τέλος του μαθήματος η Ελένη ρώτησε τον μικρό Μάριο:

Ελ.: Θα μου πεις τον μύθο της Αμάλθειας και τι είναι τελικά όντως το γλυπτό της παραλίας;
Μ.: Την ξέχασα ήδη. Για μένα θα είναι πάντα πλοκάμι.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: