Πέντε και μισή. Μάης μήνας. Ο ουρανός είναι ακόμα γαλανός. Η Ελένη και ο Μάριος είναι στο παιδικό του δωμάτιο και γράφουν στο τετράδιο τις λύσεις των ασκήσεων για την επόμενη μέρα. Ωστόσο, ο Μάριος, αυθόρμητος όπως πάντα, δεν κρατήθηκε για άλλη μια φορά και είπε στη δασκάλα του:
Μ.: Κυρία, χθες έφαγα παγωτό σε ένα καινούριο παγωτατζίδικο που άνοιξε στην παραλία. Αλλά ξέχασα το όνομά του. Ξέρεις πού είναι; Έχεις δει στην παραλία ένα πλοκάμι; Από πέτρα και τζάμι, γυαλί.
Ελ.: Πλοκάμι; Όχι.
Μ.: Μα είναι πανύψηλο! Πώς είναι δυνατόν να μην το έχεις δει;
Ελ.: Δεν έχω δει κανένα πλοκάμι…
Μ.: Μα πώς; Είναι πολύ ψηλό. Τη νύχτα λάμπει κιόλας με γαλάζιο φως.
Ελ.: Μισό λεπτό… Μιλάς για το γλυπτό στην παραλία σε κωνοειδές σχήμα με έντονα κυρτές πλευρές;
Μ.: Ξέρω΄γω; Μάλλον γι’ αυτό μιλάω…
Ελ.: Και τι είναι αυτό λέει;
Μ.: Πλοκάμι.
Ελ.: Μαριάκο μου, αυτό δεν είναι πλοκάμι. Έχεις ακούσει για τον Δία, θεό και βασιλιά των θεών και των ανθρώπων στην αρχαία
Ελλάδα; Στο σχολείο σου κάνατε μυθολογία στην τρίτη τάξη, σωστά;
Μ.: Ααα, ναι…