Το ρόδο της βιβλιοθήκης
(από το συρτάρι, Δεκέμβριος 2017)
Καθόμουν στο υπόγειο της βιβλιοθήκης και διάβαζα με την πλάτη μπροστά από μια σειρά μεταλλικές ραφιέρες φορτωμένες και στις δυο πλευρές με βιβλία. από πάνω τους πλαστικές λάμπες με ένα τεχνητό, ασθενές φως. στον καρπό μου απλωνόταν η σκιά από μια λεπτή σιδερένια στήλη με συνεχόμενες διακεκομμένες τρύπες της ραφιέρας, που βρισκόταν ακριβώς πίσω μου. είχα κουραστεί κάπως, μάλλον είχα βαρεθεί. σηκώθηκα, πήγα στο κυλικείο και πήρα έναν καφέ. βγήκα και καθώς ήταν ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο μεσημέρι, σήκωσα λίγο το χέρι μπροστά από τα μάτια μου, γιατί το φως του ήλιου ήταν εκτυφλωτικό σε σχέση με το σκοτεινό φως του υπογείου της βιβλιοθήκης. κάθισα σε ένα τραπεζάκι έξω. κοντά στεκόταν μια παρέα φοιτητών, που συζητούσαν για τη συνέλευση στο πανεπιστήμιο και ετοίμαζαν τα αιτήματα για αλλαγή του νόμου αντιπροσώπευσης στο διοικητικό συμβούλιο του πανεπιστημίου, για δωρεάν σίτιση, στέγαση, μεταφορά και συγγράμματα για όλους, για έξοδο της ελλάδας από το νατο και την αναχαίτιση του ιμπεριαλισμού. τους παρακολουθούσα να συζητούν μέσα σε αυτό το σύστημα αναπαραστάσεων της ιδεολογίας τους, να ενδυναμώνουν την φαντασιακή τους συσπείρωση και να δίνουν το δικό τους νόημα απέναντι στις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις και την κατανομή της εξουσίας, αψηφώντας την αναπόφευκτη επικράτηση του δίκαιου του ισχυρού, την επανάληψη της ιστορίας και το αμετάβλητο της ανθρώπινης φύσης. η αλλαγή πρέπει να είναι βαθύτερη τόσο, ώστε να φτάνει τη συνείδηση. σηκώθηκα από κει και πήγα και έκατσα σε ένα ξύλινο παγκάκι. στο διπλανό καθόταν ένας φοιτητής και μια φοιτήτρια είχε ξαπλώσει με το κεφάλι της πάνω στα πόδια του. κάτι νευροεπιστημονικό που έρπεται ύπουλα μέσα μου έλεγε ότι είναι ερωτευμένοι όσο αγκαλιάζονται και φιλιούνται και παράγουν ωκυτοκίνη, ντοπαμίνη και σεροτονίνη. έπειτα, όμως, θυμήθηκα την ουρανία αφροδίτη, το να χαρίζεσαι σε κάποιον ολόκληρος, γιατί τον εμπιστεύεσαι, επειδή μαζί του θα δουλέψεις το πνεύμα σου, θα ωριμάσεις, θα εξελίξεις την παιδεία σου και θα πάει την νοημοσύνη σου ένα βήμα παραπέρα. θυμήθηκα τη διοτίμα που είπε ότι ο έρωτας είναι αιωνίως φτωχός, απεριποίητος, ξυπόλητος, άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται στους δρόμους και στα κατώφλια, είναι γιος της πενίας άρα ξέρει από στέρηση και γιος του πόρου άρα δεν κάθεται ποτέ, είναι ριψοκίνδυνος, γενναίος και θέλει πάντα να μαθαίνει. έπειτα είπε ότι το κάλλος της ψυχής και το κάλλος της πράξης είναι καλύτερα από το κάλλος του σώματος, γιατί σου δίνουν ένα άλλο όργανο όρασης, που δεν γεννά φαντάσματα της αρετής, αλλά την αληθινή, για να την αγκαλιάσεις. είσαι με κάποιον που βλέπεις ειλικρινά πως είναι και τον αγαπάς για αυτό. κι ενώ αναρωτιόμουν μήπως ο αληθινός κόσμος είναι ο κόσμος των ειδώλων, η παρόρμηση του έρωτα, το πάθος, οι αγωνιστικές διεκδικήσεις, το άπειρο χάος γύρω μου, η σκέψη μου άρχισε να χάνεται στο λαβυρινθώδες σχήμα του ρόδου μιας τριανταφυλλιάς από τις πολλές που είναι φυτεμένες στον κήπο της βιβλιοθήκης. τράβηξα σιγά σιγά το μίτο, πέταξα το άδειο χάρτινο ποτήρι στον κάδο και επέστρεψα στο σπήλαιο των ιδεών μου…