Δεν περιμένεις την Άνοιξη μια Χειμωνιάτικη μέρα.
Δεν περπατάς κάτω από μπαλκόνια. Δεν αποφεύγεις το νερό που πέφτει από τις τέντες στα μαγαζιά. Βρέχει και βρέχεσαι και δεν σε νοιάζει.
Πρώτη καλή βροχή, τα τελευταία ψώνια, οι τελευταίες μέρες...
Ίσως, ποιος ξέρει... Ποιος θέλει να ξέρει; Και γιατί;
Ο Marcel Duchamp, παράτησε τη ζωγραφική κι έφτιαχνε συνθέσεις με παλιοπράγματα. Τους έδινε, λέει, νέο νόημα.
Τον θυμήθηκε καθώς ανηφόριζε, με τα παπούτσια και το παντελόνι της να στάζουν βροχή. Στάθηκε να περάσει το φορτηγό.
Ήταν γεμάτο σωλήνες, καρέκλες χωρίς πόδια, σκουριασμένα ποδήλατα, λάστιχα αυτοκινήτων, πιατοθήκες, σιδερικά... Σκέφτηκε τα Ready-made που θα έφτιαχνε ο καλλιτέχνης μ’ αυτά.
Θα ταίριαζε τα αταίριαστα και θα είχαν να λένε. Δεν θα τον ένοιαζε, διόλου. Είχε εκθέσει την «Κρήνη» κι είχε ζωγραφίσει «το γυμνό που κατεβαίνει τη σκάλα». Ήταν, είπε, πιο ενδιαφέρον από «το γυμνό που ανεβαίνει τη σκάλα».