Απ’ της Καιτούλας έφυγα γύρω στις τρεις το πρωί τύφλα. Δε θα ‘χα πιει και 5 ουίσκια; θα ‘χα. Με το που βγήκα έσβησε το κόκκινο φως στην εξώπορτα. Έψαξα το Zastava για ώρα. Ήταν τελικά πίσω από μια διπλή νταλίκα. Ζορίστηκα να βάλω το κλειδί της μηχανής κι άλλο τόσο να συντονίσω τα πόδια μου. Πήγα με πρώτη πατημένος μέχρι που ο θόρυβος έγινε ανυπόφορος. Σ’ αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι η Στρατιά ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Πάνω στην προσπάθεια αναστροφής στουκάρισα άγρια στο κράσπεδο. Η μηχανή έσβησε. Μέσα στη θολούρα μου το εγκατέλειψα στην άκρη και περίμενα ταξί. Στο τάγμα έφτασα τέσσερις παρά. Τέσσερις έως έξι είχα νούμερο στα BLR.
«Πήρ΄ ψαλίδ. Το δεξιό» μου είπε την άλλη μέρα το πρωί η σκατόφατσα που έκανε τον μηχανικό στο πιο κοντινό συνεργείο ‘’ο Φάνης’’ «Θιέλ άλλαγμα. Θα τ’ παρ να τ’ πράσ. Αύριου μισημιράκ ιέλα».
«Πόσο θα πάει το μαλλί μάστορα;»
«Διεν ξιερ, αυτά όλ’ ανβιαίνουνι».
Ο τρόπος του έλεγε, «θα στα πάρω χοντρά, μαλάκα».
Μου πήρε δυόμισι καφετιά για να μου δώσει το κλειδί. Δυόμισι. Αλλά περισσότερο μου τη βάρεσε το χαμόγελο στη μουτσούνα του όταν μου είπε: «Σι ίεβλα ουρίτζιναλ, γι’ αυτού. Μι ιμιτασιόν μπρας να σκοτθείς. Χαρστικά στ’ ιέκνα».
«Δυόμισι χιλιάρικα χαριστικά»;
«Μι μι πιδιεύς ρε. Τσίμπα του κλδι και σπας».
Ο φαντάρος έχει πάντα άδικο. Πλήρωσα κι έσπασα.
Στο πορτ-μπαγκάζ είχε αφήσει το στραβωμένο ψαλίδι, τάχα τίμια δουλειά.
Στο όχημα κατέβασα ότι καντήλια ήξερα για να ξεδώσω.
Ανέβηκα προσεκτικά στα εκατό. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Στις αλλαγές τ’ αμάξι έκανε κουνήματα.
Πάρκαρα έξω από το τάγμα κοντά στην πύλη και πήγαινα στον Όρχο να βρω τον Κώστα τον Αφλιά, όταν με πέτυχε ο πούστης ο Πατρινός.
«Γιατί περιφέρεσαι ασκόπως με στολή εξόδου παιδί μου;»
«Είχα άδεια κύριε Υποδιοικητά και πάω πρώτα στον ανθυπασπιστή Χανιωτάκη να παρουσιαστώ που με θέλει».
«Θα το ελέγξω κι αν δεν αληθεύει έχεις δέκα μέρες».
Τη βρήκε την άκρη και μου την έριξε τη δεκάρα ο καργιόλης.
«Το και το και μου την έκανε ο γαμιόλης του κερατά» εξήγησα στη σύσκεψη που κάναμε οι κολλητοί. Κώστας: «Πλήρωσες δυόμισι χήνες για ένα ψαλίδι ιμιτασιόν με απαράδεκτο τζόγο». Μιχαλάκης: «Σε πιάσανε Κώτσο, ρε σειράααα». Αλεκάκιας: «Καραγκούνηδες κουφάλες, ελληνικά δεν ξέρουνε, στις πουτανιές πρώτοι». Μιχαλάκης: «ακολουθάτε ρε».
Το ΚΨΜ ήτανε λόγω της ώρας άδειο. Μόνος θαμώνας ο Στελάρας ο Θερίος, δυο μέτρα ύψος, 130 ισοκατανεμημένα κιλά. Κοιτούσε το άπειρο και έπινε τον απογευματινό του καφέ σε τραπεζάκι περιποιημένο. Δίπλα στο φλυτζάνι του Rohnson χρυσός και η κόκκινη κασετίνα ‘’Sante Αφοι Κωνσταντίνου με την ξανθιά που καπνίζει’’. Εκτελούσε κατά γράμμα την πάγια εντολή του Διοικητή «…κι εσύ παιδί μου Αμπατζή, να έχεις το νου σου … γενικώς… εεε… γενικώς, γενικώς».
Άπαντες οι λοιποί τον αφήνανε ήσυχο για να ‘χουνε κι αυτοί την ησυχία τους. Ο φάκελός του δεν επέτρεπε ζοριλίκια και πειραματισμούς: συμπλοκές, μαχαιρώματα καταδίκες και τα τοιαύτα. Ο Ρένος, γραφέας Α2, μας είχε ενημερώσει όλους άμα τη αφίξει: «πότε πρόλαβε και τα ‘κανε όλα αυτά, ρε σεις»; Μπήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στο τραπέζι του: ο Μιχαλάκης ο ντραμίστας, ο Αλεκάκιας ο βαρέων οχημάτων, ο Κώστας ο Αφλιάς κι εγώ. Ο Μιχαλάκης ήτανε που τον ήξερε, απ’ όταν δούλευε στου Φλωρινιώτη που ο Στελάρας έκανε πόρτα. Μια αόριστη κίνηση με το κεφάλι του έδειξε τις καρέκλες. Καθίσαμε.
Ο καψιμιτζής, ο Λάκης ο Τζατζαλιάρης, έφερε σ’ ένα πιατελάκι του καφέ τέσσερα παστελάκια και τα ακούμπησε στην πλευρά του Στελάρα, ύστερα γύρισε στον μπουφέ και χαμήλωσε το τρανζιστοράκι που έπαιζε «Ναύτης βγήκε στη στεριά».
Ο Στελάρας δάγκωσε ένα παστελάκι, τράβηξε μια τζούρα απ’ τον καφέ, άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό μακριά.
«Λοιπόν Μιχαλάκη;»
«Λοιπόν, μας την έκανε ένα αρχίδι σε συνεργείο, αδερφέ» εξήγησε ο Μιχάλης.
Ο Στελάρας άκουσε προσεκτικά τα καθέκαστα, μας κοίταξε με τη σειρά κόβοντας μούρες, μου έκανε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τη γεωγραφία του μαγαζιού, το προσωπικό, την κίνηση, σκέφτηκε, φύσηξε καπνό: «Θα το ταχτοποιήσουμε ρε, μη στεναχωριόσαστε» είπε και κοίταξε το ρολόι του.
Πήγαμε εγώ, ο Στέλιος και ο Αφλιάς. Στην πύλη που ο αλφαμίτης μάς ζήτησε σημείωμα εξόδου, εισέπραξε από το Στελάρα ένα: «Χέσε μας, μωρέ μαλάκα κι εσύ. Δε μας είδες, δε μας ξέρεις». Μπήκαμε στ’ αμάξι του Στελάρα, ένα σένιο Ford Mustang και τσουπ παρκάρουμε καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά από το στόχο.
«Η Φάνς» ήταν άδειος. Ο Στελάρας, μετά από επισκόπηση των πέριξ, μας έστειλε μπροστά και αυτός έστησε αυτί απ’ έξω. Μόλις μας είδε ο Φάνης κατάλαβε.
«Τί θιέλτι, ρι» ρώτησε επιθετικά.
«Ρε μάστορα να μας σκοτώσεις ζητάς; Τι ψαλίδι έβαλες στο όχημα και τι λεφτά πήρες;» είπε ο Κώστας.
«Κι συ τ’είσ’ ρι, ιεφορία; Αει στου διάλου κωλοφάνταρα μην καλιέσω την ιΕΣΑ».
Στο «την ΕΣΑ» ο Στελάρας μπουκάρισε και με εκπληκτική ταχύτητα για τα 130 κιλά του άρπαξε το Φάνη από το σβέρκο και του κοπάνησε το κεφάλι στον τοίχο… Μία. Δύο. Δεξί μάγουλο και αυτί γδάρθηκαν στον άγριο σουβά και ματώσανε. Η μύτη του άνοιξε και σκόρπαγε αίματα.
«Φέρ’ τα λεφτά, ρε μουνόπανο», του είπε.
Ο Φάνης με θολό βλέμμα άρχισε τα παρακάλια.
«Στα δωσ’ τα λιεφτά, στα δωσ’».
«Τσακίσου παλιόπουστα», είπε ο Στελάρας και τον πέταξε με μια σπρωξιά στο πάτωμα.
Ο Κώστας όρμησε και του έριξε κι αυτός μια γερή κλωτσιά που τον πήρε στο νεφρό και τον δίπλωσε.
Ο Στελάρας κοίταξε γύρω του και έριξε τα κιλά του σε μια βρόμικη, παλιοπολυθρόνα γραφείου που κόντεψε να διαλυθεί από το βάρος. Βρήκε ένα στουπί δίπλα του και το πέταξε στο Φάνη.
«Σκουπίσου, ρε μαλάκα, και σιχαίνομαι να σε βλέπω έτσι», είπε.
Ο Φάνης σκούπισε τα αίματα, έχωσε λίγο στουπί στη μύτη να σταματήσει η αιμορραγία και σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια. Πήγε κούτσα-κούτσα σε μια φόρμα εργασίας σ’ ένα καρφί στον τοίχο, έβγαλε δυόμιση χιλιάρικα και τα έδωσε σ΄ εμένα προκειμένου να μην πλησιάσει τον Στέλιο.
Μετά απ’ αυτό εγώ κι ο Κώστας θεωρήσαμε ότι η ιστορία είχε τελειώσει και σηκωθήκαμε. «Καθίστε κάτω ρε, πρώτα θα πιούμε τον καφέ», είπε ο Στέλιος και διέταξε το Φάνη:
«Τσάκα ρε τρία περιποιημένα καφεδάκια να φιλιώσουμε. Μέτρια».
Ο Φάνης δεν πίστευε στ’ αυτιά του και για να πούμε την αλήθεια, ούτε κι εμείς.
«Ίελιεγα… λιέω δηλδή… να πάω σπίτ’ πουχ μια δλειά», βρήκε τη δύναμη να πει διστακτικά, αλλά το επίμονο βλέμμα του Στελάρα τον έστειλε στον πάγκο που είχε μπρίκι, γκαζάκι και τα απαραίτητα.
Όσο ψηνόσανε οι καφέδες μας έφερε δύο ακόμα μαζωματάρικες καρέκλες και έκανε πως τις ξεσκόνιζε.
«Κοίτα, ρε μαλάκα, μη σου χυθεί ο καφές και χάσουμε το καϊμάκι», του μπήκε ο Κώστας· «είμαι περίεργος εγώ με το καϊμάκι».
Ο Φάνης τσακίστηκε στο γκαζάκι να προσέχει το μπρίκι.
«Τραπεζάκι;» ρώτησε ο Στελάρας.
Ο Φάνης έκανε να κουνηθεί αλλά τον έκοψε ο Κώστας:
«Κοίτα, ρε μαλάκα, μη σου χυθεί το καϊμάκι».
Ο Φάνης αγχωμένος έκανε δυο-τρία μπρος-πίσω προς το μπρίκι και το Στελάρα μέχρι που στράφηκε οριστικά στο μπρίκι που ήτανε στο μεταξύ στο τσακ. Με χέρια τρεμάμενα μοίρασε τον καφέ σε δύο φλιτζάνια, ένα καινούριο και ένα ταλαιπωρημένο, και μια κούπα με σπασμένο πιάσιμο και τσακίστηκε για το τραπεζάκι.
«Γαμώ τη μαλακία μου, κρύους θα τους πιούμε», παρατήρησε ο Κώστας. Ο Φάνης έκανε τον κουφό και έβαλε μπροστά μας ένα άδειο κιβώτιο από μπίρες που του κοτσάρισε ένα τετράγωνο κομμάτι νοβοπάν από πάνω. «Ουρίστ», είπε ικανοποιημένος με την κατασκευή και έτρεξε αλαφιασμένος να φέρει τους καφέδες. Σέρβιρε πρώτα το Στελάρα στο καλό φλιτζάνι και μετά από σκέψη έδωσε στον Κώστα το δεύτερο φλιτζάνι και άφησε σε μένα την κούπα. «Πιάσ΄νιε απ’ τ’ χείλια μη γκαείς» μου είπε για να φανεί καλός και μαζί μου. Ύστερα έφερε τρία αμφίβολης καθαριότητας νεροπότηρα και όρθιος μας τράταρε νερό απ’ το ψυγείο.
Ο Στέλιος άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια τζούρα καφέ. «Μπράβο, ρε Φάνη, και γαμώ τους καφέδες. Τώρα είσαι ένας από μας. Δικός μας. Μη φοβάσαι, ρε» είπε, πράγμα που τόνωσε το ηθικό του Φάνη. Για κάμποση ώρα πίναμε τον καφέ μας καπνίζοντας και χαζεύοντας τα τσάτζαλα μάτζαλα του συνεργείου αμίλητοι.
«Ότι έγινε, έγινε» είπε σε μια στιγμή πάλι ο Στελάρας τραβώντας νέα τζούρα καφέ. Ό,τι έγινε έγινε. Νερό κι αλάτι. Έκανες πουστιά και πλήρωσες. Μη σου περάσει απ’ το μυαλό τίποτα… καταγγελίες και τέτοια γιατί μετά την έχεις πουτσίσει προς θάνατο και στου βοϊδιού το κέρατο να κρυφτείς». Κοίταξε το Φάνη με θανατηφόρο βλέμμα διαλύοντας κάθε ίχνος ανάκαμψης του ηθικού του «Δεν το ‘χω σε τίποτα να στο λαμπαδιάσω το κωλομάγαζό σου».
Ο Φάνης κέρωσε. Έγινε πάλι παύση.
«Που είπες προηγουμένως, σου λέω, να μην πηγαίνεις σπίτι νωρίτερα από την κανονική ώρα» είπε ο Στελάρας. «Υπάρχει ξέρεις κίνδυνος να βρεις τη γυναίκα σου με άλλονε. Λέμε τώρα, για την κουβέντα. Πας νωρίς και μπορεί να την πιάσεις στα πράσα. Κι άμα θες να τη χωρίσεις εντάξει, τρίβεις τα χέρια σου και της λες τα σέα σου και στη μάνα σου μωρή. Αν όμως δε θες; Πρόβλημα: χωρισμοί, δικηγόροι, δικαστήρια και πάει λέγοντας. Και γιατί; Γιατί πήγες νωρίτερα απ’ την κανονική ώρα. Συμπέρασμα. Πας νωρίτερα και βρίσκεις το μπελά σου. Πας κανονικά και έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Πες το συμπέρασμα τώρα και συ με δικά σου λόγια».
Ο Φάνης έμεινε άλαλος. Μετά έβαλε τα δυνατά του και είπε: «Πας πάντ σν γκανονική ώρα».
«Όοοχι» εξήγησε ο Στελάρας εκνευρισμένος. «Ρε τ’ ειν’ τούτος. Ρε, δικέ μου, πηγαίνεις πάντα στην ώρα σου, άμα τη γουστάρεις και δεν θέλεις να χωρίσεις. Άμα θες να χωρίσεις της κάνεις ντου σε απίθανες ώρες και στιγμές, μπας και σπάσει ο διάολος το πόδι του. Εντάξει, ρε»;
«Ναι», είπε ο Φάνης.
«Άντε μπράβο να τελειώνουμε».
Σηκώθηκε δίνοντας το σύνθημα για αποχώρηση. Ακολουθήσαμε.
Βγαίνοντας γύρισε στο Φάνη.
«Να μη πας σπίτι σ’ αυτά τα χάλια. Να συμμορφωθείς. Και πού ‘σαι, να βάλεις και σουλφαμιδόσκονη, για καμιά μόλυνση. Είχες ένα ατύχημα στη δουλειά, να πεις. Οι γυναίκες δε γουστάρουνε τους δαρμένους... Να ρίξεις νερό στο τασάκι με τα αποτσίγαρα. Ξέρεις πώς αρπάνε αυτά που ‘χεις ‘κει μέσα, γεμάτα λάδια»;
«Θα ρίξ», είπε ο Φάνης άκρως ξαλαφρωμένος που μας έβλεπε να ξεκουμπιζόμαστε.
Στο αυτοκίνητο έβγαλα από το τσεπάκι του μπουφάν τα 2,5 χιλιάρικα και ξεχώρισα ένα.
«Μη την κάνεις την κίνηση», μου είπε ο Στελάρας, «θα φας γροθιά στη μούρη».
«Αδερφέ, ευχαριστώ πολύ» του είπα και ξανάχωσα τα λεφτά στο τσεπάκι.
«Σήμερα εγώ, αύριο εσύ», είπε ατάραχος. «Ίσως έχω εγώ αύριο ανάγκη. Έτσι είναι οι αθρώποι».
«Φοβήθηκα ότι θα του έσπαγες το κεφάλι στον τοίχο να τραβιόμαστε με το μαλάκα», είπε ο Κώστας.
«Μπα. Ξέρεις τι ξύλο σηκώνει ο άθρωπος»;
Το ψαλίδι το έφτιαξα την άλλη μέρα σ’ ένα συνεργείο 300 μέτρα παρακάτω από το Φάνη. Στείλανε το στραβωμένο στην πρέσα, το περάσανε και το όχημα πήγαινε τζιτζί. Μου ζητήσανε μόνο πεντέμισι κατοστάρικα φτιαχτικά μαζί με την πρέσα.
«Πήγες χθες στο διπλανό και σε κορόιδεψε», μου είπε ο μηχανικός. «Φαντάζομαι τι θα πλήρωσες και χωρίς να κάνεις τη δουλειά σου. Απατεώνας».

Τον Στελάρα τον ξανάδα 30 χρόνια αργότερα σ’ ένα μοδάτο παραλιακό ξενυχτάδικο.
Ένα γκαρσόνι πλησίασε στην παρέα μας, μου έδειξε με το βλέμμα του ένα απόμερο τραπέζι ψηλά που καθόσανε τρία άτομα και μου ψιθύρισε «ο κύριος Στέλιος ρωτάει αν σας λένε Σπύρο. Είναι ο Θερίος, μου είπε να σας πω». Πετάχτηκα πάνω και πήγα στο τραπέζι του. Σηκώθηκε, κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, χτυπήσαμε πλάτες και ξανακοιταχτήκαμε χαμογελαστοί για ώρα περιεργαζόμενοι ο ένας τον άλλο. Είχαν αραιώσει πολύ τα μαλλιά του, το πρόσωπό του είχε κομμάτι σταφιδιάσει αλλά κυρίως είχε σουρώσει πολλά κιλά. Το μπόι όμως εντυπωσιακό, παρόλο που είχε λίγο καμπουριάσει. Κουστουμαρισμένος στην πένα, με χρυσά μανικετόκουμπα, σικ μεταξωτή γραβάτα, ρόλεξ χρυσό και χρυσό δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα στο μικρό δάχτυλο στο αριστερό έδειχνε πρότυπο επιτυχημένου επιχειρηματία της νύχτας.
Οι μπράβοι αδειάσανε κάθισμα δίπλα του και μου βάλανε ουίσκι με πάγο. Ο Στελάρας έπινε καφέ και κάπνιζε μισά τσιγάρα όπως είδα στο σταχτοδοχείο.
«Γεια μας» είπα σηκώνοντας το ποτήρι. «Χρόνια και ζαμάνια, ρε σειρούλα. Πού να φανταστώ».
Φύσηξε τον καπνό μακριά.
«Αγνώριστος, έ;»
«Κύριος. Πολύ κύριος».
«Δε λέω γι’ αυτό. Για το αδύνατος λέω».
«Ναι, αδυνάτισες. Τι τρέχει;»
«Ζάχαρο τρέχει. Ευτυχώς δεν τα χρειάζομαι τα κιλά πλέον. Το μαγαζί είναι δικό μου και έχω τα παιδιά: μου έδειξε τους φουσκωτούς με κίνηση του κεφαλιού του. Αυτός εδώ είναι ο γιός μου ο μεγάλος».
«Να σου ζήσει το παλικάρι».
«Ευχαριστώ. Τον μικρό τον σπουδάζω δικηγόρο», μου ψιθύρισε στ’ αυτί με πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης. «Πώς λένε; Γιατρό και δικηγόρο να ‘χεις στην οικογένεια και μη φοβάσαι τίποτα».
«Μπράβο, μπράβο σειρά, χαίρομαι πραγματικά», τον διαβεβαίωσα.
«Φχαριστώ. Το λες με τη ψυχή σου, το αισθάνομαι σειρούλα και σ’ ευχαριστώ».
«Δεν το ‘φερε να σου ξεπληρώσω εκείνη την υποχρέωση» του είπα σε μια στιγμή.
«Καλύτερα. Έχω να λαβαίνω. Χα χα χα χα, θυμάσαι σειρούλα τί πλάκα μ’ εκείνο το σίχαμα; Φτηνά τη γλίτωσε τότε με τον καφέ. Γιατί δεν είχα όρεξη, βαριόμουνα… γι’ αυτό. Αλλιώς, εκείνη την εποχή τους έβαζα συνήθως να μου φτιάχνουν… μουσακά για να φιλιώσουμε, εκεί να δεις πλάκα. Χα χα χα χα».
Με πιάσανε και μένα τα γέλια, Χα χα χα χα… χα χα χα χα, καθώς σκέφτηκα το Φάνη ανασκουμπωμένο να φτιάνει μουσακά σε κείνο το πανάθλιο συνεργείο. Γελάγαμε τόσο που σιγοντάρισαν και τα δύο παιδιά χωρίς να ξέρουν την ιστορία. Ξαφνικά ο Στέλιος σοβάρεψε και σταματήσαμε όλοι.
«Αλλά να ξέρεις, σειρά», μου είπε σκεφτικός, «δεν πρέπει να το παρατραβάει κανείς με το ξεφτίλισμα, όσο κι αν είναι ο άλλος του χεριού του. Έχουνε δει εμένα τα μάτια μου. Ο άθρωπος είναι περίεργο τρένο. Εκεί που νομίζεις ότι τον έχεις κάνει σκόνη, μπορεί να σου χώσει ένα σουγιά στο νεφρί και να ταξιδέψεις. Θέλει να κάνεις κράτει. Τέλος πάντων». Άλλαξε ύφος. «Έτσι που λες. Έχω να λαβαίνω. Άμα σε χρειαστώ ποτέ, θα σε πάρω τηλέφωνο». Με κοίταξε χαμογελαστός στα μάτια με μια ελαφρότατη ιδέα δυσπιστίας. «Θα τρέξεις»;
«Αμέσως» τον διαβεβαίωσα σοβαρά και το εννοούσα. Την εποχή εκείνη ήτανε μάλλον κολακευτικό και χρήσιμο να έχεις φίλους στη νύχτα.
«Μπράβο, ρε σειρά. Έτσι είναι οι αθρώποι».
«Να σου δώσω μια κάρτα της δουλειάς με το τηλέφωνο», έκανα να βγάλω κάρτα.
«Δε χρειάζεται, ρε συ» με σταμάτησε. «Ας είναι καλά τα λαμόγια στις διάφορες υπηρεσίες. Μπορείς να έχεις όποιον θέλεις. Σε πολλούς καθαρίζεις με κάνα τραπέζι πίστα να κάνουν το κομμάτι τους, ή τους σπρώχνεις κάνα ξεπεταρούδι τής δουλειάς... Αλλά δεν πρέπει να το παρακάνεις. Όπως όλα θέλει κι αυτό ρέγουλα». Με κοίταξε στα μάτια. «Πάντως, φιλαράκια σαν κι εσένα τα χρειάζομαι για άλλους λόγους. Ψυχολογικούς. Να ξέρω ότι έχω αθρώπους και ανάμεσα στους ‘’φιλήσυχους πολίτες’’. Να πούνε ίσως καμιά καλή κουβέντα για μένα στο δικαστήριο, άμα χρειαστεί. Την κάρτα σου τί να την κάνω; Είμαι ακατάστατος και θα τη χάσω. Άμα είναι ανάγκη, θα σε βρω εγώ, μην ανησυχείς».
Την ώρα που σηκωνόμασταν από το τραπέζι με ρώτησε χαμηλόφωνα:
«Αυτοί εκεί στην παρέα σου;»
«Δημόσια έργα και τέτοια».
Κούνησε το κεφάλι του.
«Κατάλαβα. Ό,τι δουλειά να κάνεις η βρόμα από κοντά. Δε σ’ αφήνει ν’ αγιάσεις. Εσύ; Καθαρός;»
«Το κατά δύναμιν. Δε μου πάει και η παρανομία…»
«Αυτό να μου πεις, σειρά. Ο καθένας στο είδος του. Άλλος έτσι άλλος αλλιώς… Νταλαβέρι να γίνεται».
Τον Στέλιο δεν τον ξαναείδα.
Δεν προέκυψε.