Ο λάκκος του Αναστάση



Εν τω χωρίω απεφασίσθη κοινή συναινέσει να τακτοποιηθώσιν οι οικογενειακοί τάφοι· ίνα γνωρίζει εκάστη φαμίλια τον τόπο αυτής, και να μη γίνεται σύγχυσις ανάμεσα εις ζώντας και κεκοιμημένους. Διά τούτο εκλήθη ο Αναστάσης ο λιθοξόος, εξηντάρης ήδη, άνδρας πρακτικός και φιλότιμος, μετά του βοηθού του, όπως χαράξωσιν όρια και κατασκευάσωσι μικρά πεζούλια εις το κοιμητήριον.
Ο δε Αναστάσης, φρόνιμος καθώς ήτο, εστοχάσθη εν εαυτώ· «Αφού κατασκευάζω διά πάντας, ας ετοιμάσω και δι’ εμέ· μη τύχη και με ζητούν αύριον οι συγγενείς και δεν έχω πού να πλαγιάσω».
Και ήρχισε σκάπτων σιγή καθ’ ημέραν τον ίδιον τον οικογενειακόν τάφον. Ότε δε ετελείωσε το σκάμμα, εφάνη αυτώ μικρόν.

«Ωχού! Δεν χωρώ· θα μείνω μισός έξω», εψιθύρισε· και λαβών εκ νέου το φτυάρι εμάκρυνεν τον λάκκον.

Τω εσπέρας, ότε ο ήλιος εκρύπτετο και η φθινοπωρινή δροσούλα κατήρχετο, ο Αναστάσης, ίνα βεβαιωθεί περί των μέτρων, κατέβη εις τον λάκκον και εξηπλώθη, ως εάν ήδη εκοίματο τον τελευταίον ύπνον.
Την αυτήν στιγμήν, εις παρακείμενον μνήμα, ευρίσκετο η Αγαθή, γυνή μεσήλιξ, ήπιος και ευλαβής χαρακτήρ. Είχεν ανάψει το κανδήλιον του πρόωρα αποθανόντος αδελφού της και, καθίσασα επ’ άκρου της πλάκας, έκλαιε και μοιρολογούσε. Αφού δε εξηντλήθη εις τα δάκρυα, έλαβε τον δρόμον τής επιστροφής.
Καθ’ οδόν, στρέψασα προς τον νέον τάφον, βλέπει αιφνής τον Αναστάσην, ος ανεσηκώνετο βραδέως μέσα από τον λάκκον, ως να εξανίστατο εκ του Άδου.

Η δυστυχής Αγαθή, όνομα και πράγμα, εκόπησαν αι δυνάμεις της και έφυγεν ολολύζουσα προς το χωρίον, διαλαλούσα ότι «οι νεκροί εξανίστανται εκ των μνημάτων και κατεβαίνουσιν εις τα σπίτια μας!»

Έκτοτε, όστις επερνούσε νυκτί από το κοιμητήριον, εφαντάζετο πως ήκουε κρότον ή εθεώρει σκιάν· και πάντες εγελούσαν, λέγοντες ότι ο Αναστάσης επρόλαβε να δοκιμάσει τον ίδιον του τον λάκκον, προτού κληθεί να τον κατοικήσει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: