Τα μπαλόνια από τα εγκαίνια ήδη είχαν αρχίσει να ξεφουσκώνουν. Άλλα ροζ παστέλ, άλλα γαλακτερά λευκά κι άλλα διαυγή, όπως η τζαμένια βιτρίνα με την επιγραφή, η αόρατη πόρτα που άνοιγε αυτόματα κι αθόρυβα, το ιντάστριαλ φωτιστικό οροφής που άφηνε εκτεθειμένη την παλαιού τύπου λάμπα, η γυάλινη προθήκη με τα γλυκά. Τάρτες λέμον πάι, τρουφάκια, λότους τριτς, περίτεχνα διακοσμημένα, φορμαρισμένα σε απρόσμενα καλούπια, ασύμμετρα και προκλητικά, κι όμως παραταγμένα φρόνιμα, διατηρώντας αποστάσεις μεταξύ τους, σαν τις καλοστοιχισμένες μεταφράσεις κάποιου αλγόριθμου.
Η υπάλληλος ήταν στο βάθος, την έβλεπε στιγμιαία να πηγαινοέρχεται πίσω από τις διάφανες πλαστικές λωρίδες που χώριζαν το κατάστημα από το εργαστήριο, να πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα και στωικά, την άκουγε να τακτοποιεί κατσαρολικά και κουτάλες, τσέρκια, φόρμες και σπάτουλες, ο χαρακτηριστικός μεταλλικός ήχος την πρόδιδε ακολουθώντας τις κινήσεις της πιστά. Από κάποιο ηχείο ψηλά, στα μίνιμαλ ράφια που κρέμονταν από το ταβάνι και δεν είχαν πλάτη, έπαιζε κάποιος ραδιοφωνικός σταθμός (το κατάλαβε από τις διαφημίσεις που διαδέχονταν η μία την άλλη, υπήρχε κάτι εφιαλτικό στην προβλέψιμη προσωδία τους, στα κούφια λόγια, στην επίπλαστη χαρά, στην πληθώρα και τη συνέπειά τους. Αισθάνεται άραγε κανείς σπουδαίος ή αφελής γνωρίζοντας πως κόπιασαν να τον πείσουν για κάτι που δεν ισχύει;).
Δεν ήθελε να τη διακόψει, ήταν άλλωστε αργά και μάλλον ετοιμαζόταν για το κλείσιμο, ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς τι ώρα κλείνουν οι μικρές επιχειρήσεις, ειδικά οι νεοσύστατες. Αν είχε κάνει ήδη ταμείο θα την καληνύχτιζε ευγενικά και θα έφευγε. Έκανε με το βλέμμα μια γύρα στο κατάστημα, θύμιζε σαπουνόφουσκα, έτσι μικρό και εύθραυστο που ήταν, άπλετο φως να το διαπερνά ως το άβατο του εργαστηρίου.
Η υπάλληλος παραμέρισε τις χοντρές, διάφανες λωρίδες και χαμογέλασε.
―Γιατί δεν με φωνάξατε; Είστε ώρα; Δεν σας άκουσα.
―Δεν πειράζει, διάλεγα. Ένα κέρασμα θα ήθελα.
―Περίπου είκοσι κομμάτια. Ό,τι να ’ναι.
―Δεν χρειάζεται να είναι ακριβώς είκοσι, λιγότερα, περισσότερα, δεν έχει σημασία.
Την άφησε να περιγράψει καθεμιά από τις δημιουργίες της, μιλούσε χωρίς να διστάζει για να σκεφτεί, αυτοματοποιημένα, ήταν μέρος της δουλειάς της να επαναλαμβάνει αυτή την προβαρισμένη παρουσίαση για τους αναποφάσιστους πελάτες. Συμφώνησε κουρασμένα προτρέποντάς την να βάλει ό,τι νομίζει.
Βλέποντάς την να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε ένα μεγάλο και ένα μεγαλύτερο κουτί τής είπε.
Στο μεγάλο κουτί χώρεσαν μια χαρά λίγα από το κάθε είδος.
―Να το κάνω για δώρο;
―Όχι, είναι για το σπίτι.
Η διάφανη, γυαλιστερή τσάντα αγκάλιασε το κουτί, που έμεινε στον αέρα αβέβαιο μέχρι να ολοκληρωθεί η συναλλαγή και να αλλάξει χέρια. Βγήκε αθόρυβα, όπως είχε μπει. Είχε πιάσει βροχή, τα φώτα και τα αλάρμ των αυτοκινήτων αντανακλούσαν στις στάλες που κοντοστέκονταν στην τσάντα, χρωματίζοντάς τες. Δυο παιδιά ανέβηκαν στο λεωφορείο και λίγο πριν ξεκινήσει κατέβηκαν γελώντας. Ίσως είχαν κάνει λάθος. Ίσως δεν είχαν εισιτήριο και τους είδε ο ελεγκτής. Ίσως να ήθελαν να μείνουν λίγο ακόμα να περιμένουν στη στάση, προστατευμένα από το υπόστεγο, να μυρίζουν το βρεγμένο τσιμέντο. Θα έπαιρναν το επόμενο. Ήταν όμορφα για λίγο.
Έχει πάντα κίνηση όταν βρέχει, ευτυχώς γυρνούσε με τα πόδια, ανάμεσα σε κοφτά επαναλαμβανόμενα κορναρίσματα, βιαστικά μαζεμένα τραπέζια από καφετέριες και προνοητικούς περαστικούς με ανοιγμένες ομπρέλες και αυτάρεσκο ύφος. Όταν μας βρίσκει μια αναπάντεχη καταστροφή οι καλά προετοιμασμένοι έχουν πάντα αυτάρεσκο ύφος. Έφτασε γρήγορα στο στενό της, είχε χασομερήσει αρκετά. Ο διάδρομος της εισόδου φάνταζε αχανής και σκοτεινός. Πένθιμος. Προτίμησε να μην ανάψει το φως. Ήταν πολύ νωρίς για φωταψίες. Κάλεσε το ασανσέρ και περίμενε, κουνώντας μηχανικά μπρος-πίσω τη τσάντα με τα γλυκά. Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ δεύτερη φορά, η πόρτα συμπαγής και μεταλλική, με μια λωρίδα αδιαπέραστου, σκοτεινού τζαμιού, μα ποιος το κρατάει, στο διαμέρισμα του ισογείου όπως πάντα καυγάδες και φασαρίες. Τρίτη φορά το χέρι στο κουμπί του ασανσέρ, στο ύψος του προσώπου. Βανίλια. Άραγε επίτηδες ήταν αρωματισμένη η τσάντα (άλλο ένα κόλπο μάρκετινγκ) ή απλώς από την έλλειψη αποθηκευτικού χώρου οι τσάντες ήταν τοποθετημένες δίπλα στις βανιλίνες; Συνέχισε να μυρίζει αχόρταγα.
«…χτυπάμε το βούτυρο με την άχνη με το φτερό μέχρι να μαλακώσουν και να γίνουν μια αφράτη κρέμα… το μείγμα στο στάδιο αυτό ίσως μοιάζει ελαφρώς κομμένο, αλλά δεν ανησυχούμε…»
Όχι, δεν ανησυχούσε πια, θα ορκιζόταν πως είχε στο κουτί φρεσκοζυμωμένα σεκέρ παρέ
«…μέχρι να ξεκουραστεί και να σφίξει η ζύμη… φουσκώνουν και απλώνουν στο ψήσιμο…»
με τη χαρακτηριστική τους υφή
«…μέχρι να πάρουν χρυσαφένιο χρώμα…»
τραχιά από το σιμιγδάλι
«…μέχρι να τραβήξουν το σιρόπι και να κρυώσουν εντελώς...»
Το ασανσέρ σταμάτησε με θόρυβο κι άνοιξε την πόρτα γρήγορα για να μην το ξαναπάρει κανείς. Το φως κάλυψε το σημείο που στεκόταν στον σκοτεινό διάδρομο σαν προβολέας. Κοίταξε στον καθρέφτη καθώς πατούσε το κουμπί, την αντανάκλαση από το τηλέφωνο κινδύνου, που δεν λειτουργούσε. Έμεινε να αιωρείται στο κουβούκλιο, ανεβαίνοντας. Μέχρι να φτάσει στον πέμπτο είχε θυμηθεί πως δεν υπήρχε πια ούτε χρόνος ούτε ζήτηση για τέτοιες συνταγές.