Αξημέρωτα έφυγε πάλι. Και ο πετροκότσυφας λαλεί απ’ το καμπαναριό. Μπουνάτσα θα ΄χουμε σήμερα. Θα ψηθούμε. Και δεν την αντέχω τη ζέστη. Του κόσμου τις δουλειές και με τον ήλιο ντάλα. Να σηκωθώ πριν πιάσει η κάψα. Μου ‘πε η Μαρουλιώ να τη βοηθήσω στην ξινάρα με τη μπουγάδα. Θα ‘χει δροσιά εκεί τουλάχιστον. Άντε Ειρήνη, κουνήσου μπόχλα! Κι έχω κι ένα βάρος. Δεν σηκώνονται τα πόδια. Ογδόντα χρονών. Που μακάρι νάμουν δηλαδή. Θα με αφήναν ήσυχη. Σκληρό το παξιμάδι! Νάταν κι άλλο! Μπουκιά δεν έχω βάλει δυο μέρες τώρα. Φούρνισε η Άννα πρωί-πρωί. Μπριάμι μυρίζει. Χρυσοχέρα, δεν μπορείς να πεις. Και καλή!
Όμορφη που ‘ναι η ξινάρα την αυγή. Τις ακούω. Γλώσσα δεν βάζουν μέσα τους. Πλένουν και μολογάνε. Ας είναι. Καλά είναι εδώ. Γυναίκες μόνο. Κι αυτή η Μαρουλιώ, τα προικιά της όλα να πλύνει σήμερα. Θα κοψομεσιαστώ. Τουλάχιστον να απλώσει τη μπουγάδα της. Μη βάλει εμένα. Δεν θέλω να περάσω απ’ τον Αη-Γιάννη μόνη πάλι. Κι από πού να πάω δηλαδή με τόσο βάρος στα χέρια; Και χτυπάνε και οι καμπάνες απ΄το πρωί. Μες στο κεφάλι μου τις ακούω.
Είχα αφήσει την πόρτα ανοιχτή; Πάει! Χορό θα στήσανε οι γάτες. Να κάτσω λίγο. Λαχάνιασα. Πονάω. Ο Γιώργης νάναι εκεί στο βάθος; Μπα, θα αργήσει είπε. Άραγε θα φέρει κάνα ψάρι; Που έβαλα το ψωμί που μου ’δωσε η Κατίνα; Θα μου ’πεσε πάνω στην τρεχάλα. Που μυαλό!
Δεν έχουν σχολείο σήμερα και όπου με πετύχουν όλο κοροϊδεύουν. Άκου Νταν Νταν! Ειρήνη με λένε, Ειρήνη! Λες να τον χτύπησα πολύ με την πέτρα τον μικρό; Δεν είδα αίμα. Ας μη με φώναζε έτσι. Και χτυπάνε και οι καμπάνες απ΄το πρωί. Μες στο κεφάλι μου τις ακούω.
Θα φέρει κάνα ψάρι άραγε ο Γιώργης ή πάλι νηστική; Και που φέρνει δηλαδή. Σιγά. Κάτι γόπες μια σταλιά.
Τι είναι περίοδος; Δεν θα έχω ―λέει― περίοδο ποτέ. Σε παρακαλώ Θεέ μου, κοντεύω 20, κάνε με να ‘χω. Μπας και σταματήσουν να με πονάνε τόσο. Δεν ξαναμένω στο σπίτι άμα φύγει ο αδερφός μου. Τον φοβούνται αυτόν. Δεν έρχονται άμα είναι εκεί. Ούτε απ’ τον Αη Γιάννη θα περάσω πάλι.
Ακούω βήματα. Να γδάρω το πρόσωπό μου με τα χέρια μου. Πονάει λιγότερο. Όταν το κάνω δεν με πλησιάζουν. Χα! Φοβούνται την τρελή. Και χτυπάνε και οι καμπάνες απ΄το πρωί. Μέσα στο κεφάλι μου τις ακούω.
Και αυτός ο Γιώργης δε λέει να ΄ρθει. Θα πάω στο μπακάλικο. Να μην μείνω μόνη. Όλο και κάτι θα έχει ο Γιακουμής να τον βοηθήσω. Χαρτί θα του ζητήσω και το μισό μολύβι.
Και να έχω λέει μία κρυψώνα μαγική, που να μην μπορεί να τη βρει κανείς. Να είναι λέει ζεστή χειμώνα-καλοκαίρι και γεμάτη ως απάνω με φαγητά. Και να ζωγραφίζω καραβάκια. Θα γεμίσω τα πάντα με καραβάκια. Όλο και κάποιο θα με χωρέσει μέσα του.
Τα καραβάκια της Ειρήνης