Στην Βικτώρια Φασιανού και στην Κατερίνα Κωστίμπα
Στην Βικτώρια Φασιανού και στην Κατερίνα Κωστίμπα
Στο έργο «Η ΝΥΧΤΑ ΓΔΥΝΕΤΑΙ» του 1980, ο Αλέκος Φασιανός υποβάλλει το ωραίο, με το βαθύ μπλε της αρχέγονης θεάς να δεσπόζει σε πρώτο πλάνο. Το διάφανο φόρεμά της είναι διάσπαρτο από χρυσά κεντήματα σαν έναστρος ουρανός. Η αφαίρεσή του, σε συνδυασμό με την όρθια στάση της και το φωτεινό φόντο, προμηνύουν το χάραμα. Το χάραμα, ήτοι μια νέα αρχή, υποδηλοί και το πλουμιστό ύφασμα-νεφέλωμα που δραπετεύει μέσα από τα σκέλια της. Στη γύμνωση, τα χέρια της προσομοιάζουν με φτερά, αγγέλου ή πεταλούδας, και σπίθες χρυσές αστράφτουνε στην περιοχή της ήβης, ως σύμβολο ερωτισμού και γονιμότητας. Πιο πίσω δεξιά, το ανθοδοχείο μοιάζει να περικλείει παγωνίσια φτερά, που σύμφωνα με τον μύθο, φιλοξενούν τους οφθαλμούς του πανθ’ ορώντος Άργου. Ούτως, μπορεί να θέλησε να μας χαρίσει ο Φασιανός, έστω και νοερά, μία αθέατη όψη του έργου. Ας ειπωθεί ότι ο άνεμος, όπως υπαινίσσεται η φορά της κόμης, μπορεί να είναι ο φτερωτός Ζέφυρος, γιος της Ηούς και του Αστραίου, που, σύμφωνα με τον Ησίοδο, φέρνει την ξαστεριά.
«ΣΤΟ ΤΟΙΧΑΚΙ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ» του 1984, ο Αλέκος Φασιανός υλοποιεί τη μυθική σύζευξη μεταξύ αρμονίας και μυσταγωγίας. Η σύνθεση χωρίζεται οριζόντια σε γη και ουρανό, με αναλογία που συγκλίνει στη χρυσή τομή (φι). Το κάτω μέρος της (η γη), διαιρείται ισομερώς σε στεριά και θάλασσα. Το σημείο εστίασης του έργου μαρτυρούν τα σταυρωμένα χέρια ενός άνδρα, που ο Φασιανός έθεσε κατά μήκος των διαγωνίων του γενικού πλάνου. Ο άνδρας γυμνός, μοιάζει σαν να βγήκε από τη θάλασσα συμπαρασύροντας μαζί του το χρώμα της· το μπλε της αιωνιότητας. Το βλέμμα του συντάσσεται νοερά με τη φλογερή δύση του ήλιου, που συνδηλώνει το κόκκινο φόντο. Η βασική παλέτα του έργου (μπλε, κόκκινο, κίτρινο) συμπληρώνεται με τη χρυσή αμμουδιά. Σε πρώτη ανάγνωση, η στάση του πρωταγωνιστή μοιάζει με μια απλή επίδειξη της ψαριάς του (όπως η τοιχογραφία του ψαρά στο Ακρωτήρι της Θήρας). Όμως ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι η στάση του άνδρα παραπέμπει στο ζυγό, και κατ’ επέκταση στην ιδέα της ισορροπίας (ο Φασιανός γράφει στην αυτοβιογραφία του: «όταν ισοζυγίζεις μ᾽ ένα βάρος, με τα δράμια, το βάρος του ζυγιζόμενου πρέπει να είναι ακριβές και η ζυγαριά να ισορροπεί. Άμα δεν ισορροπεί, τότε απέτυχες»). Έτσι, ο Φασιανός αντισταθμίζει το τραπέζι με το τοιχάκι της αυλής, τις φέτες καρπούζι με το ανθοδοχείο, τα ψάρια με τα ψάρια, και τα κλαδιά μεταξύ τους, στις δυο χούφτες του άνδρα. Πιο πέρα, η σύνθεση μπορεί να εννοηθεί ως ένα κατοπτρικό (ανεστραμμένο οριζοντίως) Χριστόγραμμα εν είδει εικαστικής έκφρασης, όπου τα σταυρωμένα χέρια του άνδρα καθρεφτίζουν το γράμμα «Χι», ο κορμός και το πρόσωπό του το «Ρω», οι δύο φέτες καρπούζι το «Ωμέγα», και το ανθοδοχείο το γράμμα «Άλφα». Ως εκ τούτου, η ψαριά μπορεί να παραπέμψει στην ιερή συντομογραφία «ΙΧΘΥΣ» (Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ), και τα κλαδιά σε βάγια, ενώ, στο άνω άκρο δεξιά, έννοια αμφίσημη μπορεί να λάβει η επιγραφή του Φασιανού: «ο δοξασμένος της παραλίας». Σημειωτέον, ότι στο πλαίσιο της αστρομυθολογίας, ο ζυγός και οι ιχθύες συνδέονται με τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη. Σε κάθε περίπτωση, ο εμβληματικός ζωγράφος και ερασιτέχνης αλιεύς, Αλέκος Φασιανός κατορθώνει να μεταπλάσει το καθημερινό του βίωμα (ίσως σε κάποια παραλία της Κέας) σε ποιητική υπέρβαση.
Στο έργο «ΚΙΡΚΗ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΥΣ» (1985, 2003), ο Αλέκος Φασιανός συνυφαίνει τον Ομηρικό μύθο με γνώριμα, λαϊκά στοιχεία της εποχής του, με σκοπό να αφηγηθεί εικαστικά τη σύγκρουση ανάμεσα στο εφήμερο πάθος και την αιώνια αφοσίωση. Το σημείο εστίασης του έργου προδίδουν τα ξέσκεπα, σε στάση περιπτύξεως κορμιά της Κίρκης και του Οδυσσέα. Η μάγισσα κοιτάζει με σαγηνευτική προσήλωση τον Οδυσσέα, ενόσω εκείνος στρέφει το βλέμμα του νοερά στην εικόνα της Πηνελόπης, που παρίσταται σαν οπτασία αξιόμαχη στην άκρη της σκηνής, κρατώντας σφιχτά ένα φουλάρι. Με την αριστερή της απαλάμη προταγμένη, η Πηνελόπη μοιάζει να παροτρύνει τον άντρα της να την ακολουθήσει στην Ιθάκη. Την πίστη της υποδηλούν τα κεντημένα λέπια στο φόρεμά της, που ενδεχομένως να συμβολίζουν τον «ιχθύν της αγάπης». Πλην όμως, ο αφοπλισμένος από τις θεϊκές ηδονές Οδυσσέας, νεύει στη σύζυγό του προσχηματικά: «λίγο ακόμα»... Ο Αλέκος Φασιανός κατορθώνει να μεταπλάσει περίτεχνα τον ομηρικό μύθο σε οικείο, λαϊκό βίωμα: τον τρίποδα της αμφιπόλου, στο μεταλλικό τραπεζάκι της ταβέρνας — το δάπεδο των ανακτόρων, στα πλακάκια της παλιάς αθηναϊκής συνοικίας — το μώλυ και τα μαγικά βότανα, στα διακοσμητικά λουλούδια των ανθοδοχείων — τους μαγεμένους χοίρους και τους λύκους, στη γάτα με την στριφογυριστή ουρά. Παράλληλα, ο ζωγράφος υποβάλλει την αρμονία με ανεπαίσθητες γεωμετρικές και χρωματικές συζυγίες. Δείγματος χάριν, οι ορθές γωνίες που σχηματίζουν ο βραχίονας και το φουλάρι της Πηνελόπης καθρεφτίζονται στους διακοσμητικούς μαιάνδρους που διαπερνούν τις κνήμες της. Τα κρόσσια της περικεφαλαίας του Οδυσσέα συμφωνούν με τα κρόσσια στα μαξιλάρια του κρεβατιού, και με τα κρόσσια στο φουλάρι του. Η πράσινη πανοπλία στο προσκέφαλο του κρεβατιού ισορροπεί με το πράσινο ανθοδοχείο στο πάτωμα, ενώ τα ουδέτερα μαύρα (η γάτα, το προσκέφαλο του κρεβατιού, και το τραπεζάκι) σχηματίζουν χωρικά ένα νοητό τρίγωνο. Σημειωτέον, πως το έργο βρίθει από τέτοια «κρυφά» συμβολικά και γεωμετρικά τρίγωνα. Τα βασικά χρώματα του έργου (κόκκινο, κίτρινο, μπλε), λαμβάνουν τόσο περιγραφικό χαρακτήρα: το κόκκινο της έξαψης στα σώματα των εραστών, όσο και συμβολικό: ο χρυσός (κίτρινος) τοίχος του μυθικού μεγάρου της Κίρκης, και η θλιβερή επίγευση της ηθικής σήψης που αποτυπώνεται με μπλε στις φέτες του καρπουζιού πάνω στο τραπεζάκι.
Το 2007, ο Αλέκος Φασιανός ζωγραφίζει τους «ΛΑΘΡΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ». Ο τίτλος του έργου προσφέρει ένα κλειδί στον θεατή για να ξεκλειδώσει τα μυστικά της εικονογραφίας του, καθώς αναγράφεται, ανάκατος και λειψός (του λείπει το γράμμα «Γάμμα»), πάνω στο σκίαστρο ενός περιπτέρου ως «ΘΑΡΑΛΑΣΝΩΤΣΕΝ». Ούτως ο Φασιανός, επιχειρεί να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη, επισημαίνοντας πως η λαθραία ανάγνωση, σε συνάρτηση με την σπουδή που τακτικά την συνοδεύει, εγκυμονεί κινδύνους παρανόησης. O πίνακας μοιάζει να έλκει τις χρωματικές του καταβολές από τις λευκές ληκύθους της αρχαιότητας που συγκινούσανε σε βάθος τον ζωγράφο. Τα βασικά χρώματα, που είθισται να δεσπόζουν στην χρωματική του παλέτα, χρωματίζουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων (κίτρινο και κόκκινο για τις αθλητικές εφημερίδες της ΑΕΚ και του Ολυμπιακού, και μπλε για τη λεζάντα «Γαλάζια ομερτά» της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ), ενθαρρύνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ανάγνωσή τους. Πλην όμως, η προσεκτική παρατήρηση του ημερησίου τύπου, επιφυλάσσει στενόχωρες εκπλήξεις, αναδεικνύοντας την εικόνα μιας χώρας στα πρόθυρα της κοινωνικής και πολιτικής ερείπωσης. Νέα που αφορούν την υπόθεση των δομημένων ομολόγων («Βρώμικος πόλεμος χρηματιστών για τα ομόλογα», «Γαλάζια ομερτά για το κρυφό ομόλογο», «Ξεκαθάρισμα ευθυνών»), και άλλα νέα, όπως ο εθνικός «θρίαμβος» του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου («Εθνική 2004»), που αποβλέπουν στην εθνική χαύνωση. Παράλληλα, ο ζωγράφος ενθέτει στη μετόπη του περιπτέρου, μία φυλλάδα ερωτικού περιεχομένου, που τιτλοδοτεί με τρόπο ευρηματικό: «paraskinia». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τίτλος σε γνωστή σκανδαλοθηρική εφημερίδα: «ΕΓΙΝΑ ΑΝΔΡΑΣ», που υποτιτλίζεται από τη λέξη «χειρουργείο», και μοιάζει να προτάσσει το ποιοτικό ασυμβίβαστο, σε σχέση με την πρώτη πετυχημένη συγκόλληση γεννητικών οργάνων που πραγματοποίησε ο θείος του ζωγράφου, Βασίλης Υφαντής, που ήταν χειρουργός (ο Φασιανός διηγείται την ιστορία στην αυτοβιογραφία του, επισημαίνοντας ότι για το συμβάν συνετάχθη ένα εκτενές κείμενο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ).
Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται μία παραδοξότητα: τις έντεκα ανθρώπινες μορφές της σκηνής συγκροτούν δέκα άνδρες και μία μόνο γυναίκα. Η γυναίκα, στα αριστερά της σκηνής, ντυμένη με ένα διάφανο φόρεμα, μυρίζει δύο ανθούς. Μοιάζει να συνδιαλέγεται με το ασκέρι των ανδρών στα δεξιά της, ενόσω, ένας αγριοθώρητος άνδρας με καπέλο και μαύρα γυαλιά, θωπεύει τη μέση της, κρατώντας μία εφημερίδα που φέρει πάνω της διακριτικά, σχεδόν αδιόρατα, τα πρώτα γράμματα της λέξης «αλχημεία»· λες και αναζητά ένα κόλπο, για τον εύκολο πλουτισμό και την αθανασία.
Εάν ο Φασιανός σκηνοθέτησε περίτεχνα μία εικαστική αλληγορία, τότε η γυναίκα θα μπορούσε κάλλιστα να παριστάνει την άπελπι Ελλάδα, που σαν τη μυθική Πηνελόπη περιμένει με εγκαρτέρηση τον Οδυσσέα (όπως υπαινίσσεται η κενή καρέκλα), για να την λυτρώσει από κάθε λογής επιτήδειους σωτήρες και διεκδικητές…
Αλληγορία ή μη, μέσα στην αυτόφωτη και αυτοφυή γραφή του δημιουργού που βρίθει από εμβληματικά σύμβολα, όπως το στάχυ, το φουλάρι, το περιστέρι, η γλάστρα, η λάμπα, η ψάθινη καρέκλα, τα πλακάκια, τα λουλούδια, οι άγγελοι, και οι γάτες, ο Αλέκος Φασιανός αποθέτει αινιγματικά μία ταμπέλα σήμανσης στα δεξιά της σκηνής, που δηλώνει κατηγορηματικά: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ», καθιστώντας έτσι την ανάγνωση —εντός και εκτός του έργου— αενάως λαθραία.
«Έχω δει το πρωί να ανατέλλει ο ήλιος με το καράβι καθώς έρχομαι από την Κέα, είναι πορτοκαλής, ροζ και χρυσίζει και βγαίνει ακριβώς μέσα από το βυθό της θάλασσας.»
Αλέκος Φασιανός, «Μετά το μύθο της γειτονιάς»
«ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ», ο Αλέκος Φασιανός ζωγραφίζει ένα νεαρό ζευγάρι να αγναντεύει — την ώρα της χρυσής επιτολής— προς τη δύση. Τα νώτα τους θερμαίνει το πρώτο φως του ήλιου, το οποίο συνάμα καθιστά την θάλασσα πορτοκαλιά, ενώ η απουσία του σκιάζει τις όψεις τους. Το έργο προσομοιάζει χρωματικά στον μελανόμορφο ρυθμό της αρχαϊκής αγγειογραφίας, που αγάπησε και μελέτησε σε βάθος ο ζωγράφος. Άλλα στοιχεία του ρυθμού που μετέρχεται ο Φασιανός συνιστούν η συμμετρία, η κατατομή (το προφίλ), και ο φυτικός διάκοσμος. Ωστόσο, τα φύλλα συκής και τα στάχυα, πέρα από την εικαστική τους λειτουργία (ως χωρικό ισοζύγιο και διάνθισμα), συμβάλλουν δημιουργικά και ως εικονογραφικά σύμβολα. Τα φύλλα συκής παραπέμπουν στους πρωτόπλαστους, ενώ τα στάχυα στο κεντρικό σύμβολο της ἐποπτείας (ήτοι του υψίστου βαθμού που εδύνατο να αποκτήσει ο μυημένος στα Ελευσίνια Μυστήρια), σύμβολο που σήμαινε την αέναη δημιουργία. Τα κεντητά —επάνω στο δικτυωτό φουλάρι— ψάρια, συνιστούν πρόσθετα σύμβολα, τα οποία ενδεχομένως υπαινίσσονται τον ιχθύν της χριστιανική αγάπης, ενώ, με τρόπο ευρηματικό, ο ζωγράφος υποδηλοί την ιδέα της ένωσης, προσφέροντας στους δύο νέους (εν είδει εικαστικής οφθαλμαπάτης) ένα σώμα: «δικέφαλο» και ενιαίο. Κατ’ επέκταση, ο θεατής αδυνατεί να κατανοήσει ποιος πράγματι κρατάει τον ιχθύν (ή δράκο, ο οποίος συνιστά σύμβολο αγάπης και προστασίας στην εικαστική ιδιόλεκτο του ζωγράφου). Όπως υπονοεί ο γεωγραφικός προσανατολισμός του τοπίου, ο άνεμος που φυσάει την κόμη της γυναίκας είναι ο φτερωτός Ζέφυρος (δυτικός άνεμος που πνέει προς ανατολάς). Σύμφωνα με το μύθο, ο Ζέφυρος ήταν μεσολαβητής μεταξύ της Γης (της ζωής) και του Άδη (του θανάτου). Σαν επιμύθιο, ο Αλέκος Φασιανός μάς διδάσκει ότι κάθε φορά που δύο άνθρωποι παγιδεύονται στα δίχτυα της αγάπης, οραματίζονται, εξ αρχής, να παραμείνουν μαζί μέχρι το τέλος.