Η πεταλούδα της γκέισας

Περιστέρια του Anton Schoner (1906)
Περιστέρια του Anton Schoner (1906)

Στην πλατεία καθόταν η κυρία Νίκη στο πέτρινο παγκάκι και μετρούσε τα ψιλά της. Δίπλα της είχε μια σακούλα μισογεμάτη. Αυτό θα πει ότι η δουλειά της δεν τέλειωσε ακόμα και στάθηκε να ξαποστάσει. Ίσως μετά σκεπτόταν να περάσει από το σούπερ μάρκετ, ή από το μαγαζί με τις τροφές για τα ζώα. Πριν από δυο μέρες την είχα δει ξανά, στο πεζοδρόμιο του κεντρικού δρόμου. Είχε σταθεί και αστειευόταν με δυο άντρες που κάθονταν έξω από ένα καφέ. ―Τη βλέπεις; με ρώτησε ο ένας γελώντας όταν πλησίασα. ―Σου πάει στο μυαλό ότι είναι ενενήντα τριών χρονών; ―Την ξέρω την κυρία Νίκη, έχουμε γνωριστεί του απάντησα. Εκείνη ως επιβεβαίωση, κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. ―Θυμάμαι. Είσαι η κοπέλα που πιάσαμε κουβέντα στη στάση. Δηλαδή τι πιάσαμε; εγώ άρχισα να σε ζαλίζω με τα δικά μου. Κακό χρόνο να 'χω, δεν το βουλώνω ποτέ ν' αφήσω τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Γελάσαμε όλοι και η κυρία Νίκη, έκανε μια αέρινη στροφή χορού, λέγοντας, ―όσο ζω θα περπατώ, θα χορεύω και θα ταΐζω τα ζώα. ―Και θα μιλάς! της είπε ο ένας από τους δυο άντρες. ―Θα μιλάω ναι! Όσο μου απαντούν θα μιλάω. Αλλά και να μη μου απαντούν, ποιος τους έχει ανάγκη!
«Υπέροχη κυρία Νίκη!», σκέφτηκα και συνέχισα το δρόμο μου. Κάποια μέρα θα την ακολουθήσω, για να γνωρίσω όλα τα κρυφά μέρη των γατιών και των περιστεριών που ταΐζει. Σίγουρα θα την μυρίζουν από μακριά και θα ξεπροβάλλουν όλα μαζί να την υποδεχτούν. Σίγουρα θα ξέρουν και την ώρα που πηγαίνει στο κάθε τους στέκι.
Πρέπει να έχεις ένα πάθος σε όλη τη ζωή σου σκέπτομαι. Και να κάνεις χιλιόμετρα πολλά γι' αυτό.

Αν η Φιλίτσα είχε ένα πάθος κι έκανε το ίδιο, περπατούσε χιλιόμετρα γι' αυτό, ίσως να μην είχε καταπέσει τόσο πολύ. Ίσως να μη χρειαζόταν να βρίσκεται στο γηροκομείο. Οι άνθρωποι που ζουν μόνοι τους, για να τα βγάλουν πέρα με την υγεία τους, πρέπει να έχουν ένα πάθος. Αυτό είναι. Και πως το συμπέρανα αυτό; Μόνο από την κυρία Νίκη; Όχι. Αυτή είναι μόνο η αφορμή για να σκεφτώ τι είναι το πάθος. Η μεγάλη σου αγάπη για κάτι συγκεκριμένο. Όταν αγαπάς κάτι πολύ, η καρδιά σου ανοίγει. Δεν σε αφήνει αυτή να το εγκαταλείψεις, μιλώντας για ζωντανά όντα. Μπορεί όμως να αφορά και άλλα πράγματα η αγάπη. Πράγματα που βάζουν το μυαλό και το σώμα σου σε κίνηση. Η αγάπη κινείται δεν είναι στατική ποτέ.
Θυμάμαι τις γάτες που μαζεύονταν έξω από την πόρτα της Φιλίτσας. Περίμεναν κι αυτές την καθημερινή τους τροφή. Άνοιγε την πόρτα της κι αυτές έκαναν έναν κύκλο γύρω της. Τις τάιζε και τις μάλωνε, όταν πήγαινε να φάει η μία το φαγητό της άλλης. Αυτό γινόταν για κανένα χρόνο. Όταν πήγαινα να τη δω και έβγαζε τις καρέκλες για να καθίσουμε έξω στο πεζοδρόμιο, οι γάτες, ήταν ξαπλωμένες σε απόσταση τριών μέτρων τριγύρω μας και μας παρακολουθούσαν. Είχαν φάει, είχαν τσακωθεί, είχαν παίξει, και απολάμβαναν τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, παρέα με μας.

Και μια μέρα ξαφνικά, χάθηκαν. ―Που είναι οι γάτες; ρώτησα τη Φιλίτσα. ―Τις έδιωξα. Σταμάτησα να τις ταΐζω. Αχάριστες ότι και να τους κάνεις. Μια με γρατσούνισε όταν πήγα να της πάρω λίγο φαγητό για να το δώσω στο μωρό. Άσε που βρωμίζει ο τόπος εδώ πέρα. Τώρα ψάχνουν το φαγητό τους αλλού και με άφησαν ήσυχη.

Λίγο καιρό μετά, την είδα που έβγαινε και έριχνε διαλυμένο ψωμί στα περιστέρια. Δεκάδες έρχονταν στο λεπτό μπροστά της με τα πρώτα ψίχουλα που τους πέταγε.

―Έκανες καινούργιους φίλους βλέπω. ―Ε, το έχω που το έχω και μπαγιατεύει, ας φάνε κι αυτά κάτι. Πλάκα δεν έχουν; κοίτα πως κάνουν, κοίτα πως κλέβει το ένα την τροφή από το άλλο.
Ύστερα και τα περιστέρια εξαφανίστηκαν. ―Αχάριστα κι αυτά; τη ρώτησα. Όχι, αυτά είναι μπελάς. Αν δεν έχεις κάτι να τους ρίξεις, σε τριγυρίζουν και γουργουρίζουν, σπάω το κεφάλι μου κάθε φορά, προχτές τους έριξα κριθαράκι ωμό και το έφαγαν. Δεν μπορώ να στεναχωριέμαι κάθε μέρα τι να τους ρίξω. Άστα να πάνε στην ευχή, θα βρουν αλλού.
Τι να της πω, αφού έτσι κι αλλιώς δεν το έχω με τη φροντίδα των αδέσποτων μαζικά. Δεν ήταν εκεί το πάθος μου, αν και μου έχει τύχει συχνά να μαζέψω κάποιο αδέσποτο από το δρόμο. Το κακό είναι ότι όποτε βρήκα γάτα να έχει ανάγκη από ανθρώπινη βοήθεια, τη βρήκα αργά. Όταν δεν γινόταν τίποτα πια για να σωθεί. Κι αυτό είναι λύπη και απογοήτευση. Σαν να έρχονται δηλαδή σε μένα για να πεθάνουν. Κι αυτό τουλάχιστον δεν μπορώ να τους το αρνηθώ.
Μιλώντας για τη ζωή της Φιλίτσας, θυμήθηκα όλες τις κατά καιρούς αγάπες της και τα μίση της ακόμα, με τα ζώα και τους ανθρώπους. Με την ίδια απαράλλαχτη τακτική φρόντιζε και τους αναξιοπαθούντες φίλους της. Είχε όρια η Φιλίτσα και το έλεγε. ―Κουράζομαι. Δεν μπορώ να συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο, ούτε και τις δεσμεύσεις. Εγώ διάλεξα να ζω μόνη μου για να έχω την ησυχία μου. Να είμαι σήμερα εδώ, αύριο εκεί.
Στην πραγματικότητα, αφότου την πήραν τα γηρατειά, μετά τα εβδομήντα της, ήταν πάντα στο ίδιο σημείο. Δεν υπήρχε εδώ κι εκεί. Η επαφή με τους ανθρώπους την ενοχλούσε. Έκλεισε την πόρτα της, σταμάτησε να βγάζει την καρέκλα της στο πεζοδρόμιο, έκλεισε και τα παντζούρια της. Την ενοχλούσε σε τέτοιο βαθμό που δεν έβγαινε ούτε να ψωνίσει. Πάντα υπάρχει κάποιος γύρω μας, που έχει ανάγκη από ένα χαρτζιλίκι. Αυτούς τους κάποιους τους ήξερε, και τους καλούσε να της κάνουν θελήματα. Κατά καιρούς τους άλλαζε, κι όταν εξαντλούσε κάθε "ανίκανο" να ανταποκριθεί στις αγοραστικές της απαιτήσεις, (το τυρί να είναι κομμένο από τη μέση, όχι από την άκρη της ροδέλας που είναι το χοντρό, οι ντομάτες να είναι πλακουτσές και μεγάλες, όχι στρογγυλές, οι πατάτες να είναι μεσαίου μεγέθους με χώμα, το σαλάμι να είναι κομμένο χοντρό, η φέτα να συνοδεύεται με ένα σακουλάκι άλμης κλπ), ξαναγύριζε στον πρώτο «ανίκανο».
Κι αυτοί οι «ανίκανοι» δεν ήταν όλοι αναξιοπαθούντες. Ανταποκρίνονταν στις κλήσεις της για βοήθεια, από έγνοια γι' αυτήν. Όμως άπαξ και ανταποκρινόταν κανείς στις κλήσεις της, πάει να πει πως την είχε ανάγκη.
Για χρόνια πολλά με προβλημάτισε αυτή η διαστροφική συμπεριφορά και ψυχολόγος δεν είμαι. Και την παρατηρούσα μιας και ήμουν ο πιο κοντινός της άνθρωπος, και έψαχνα να βρω, να μαντέψω, το πάθος της. Κι επειδή κάθε άλλος άνθρωπος είχε απομακρυνθεί ή τον είχε ή ίδια απομακρύνει, μου πέρασε μερικές φορές από το μυαλό... μπας το πάθος της ήμουν εγώ;

Την έβγαζα όμως γρήγορα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου, αφού εγώ ήμουν το κόκκινο πανί στον ταυρισμένο ψυχισμό της. Κι αναρωτιόμουν αν το πάθος της, ήταν ένα κόκκινο πανί. Ένα οποιοδήποτε κόκκινο πανί. Που το έψαχνε απεγνωσμένα πια στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου. Και δεν το έβρισκε, καθώς κανείς δεν της έκανε τη χάρη να κουνηθεί προκλητικά μπροστά στα μάτια της. Κανείς εκτός από μένα.
Μέχρι που η κατάσταση στο σπίτι της έγινε αφόρητη, και προκειμένου να με δει, αναγκάστηκε να βγάζει πάλι την καρέκλα της στο πεζοδρόμιο. Δυο καρέκλες. Κι ένα σκαμπό στη μέση αντί για τραπεζάκι όπου ακουμπούσε πάνω του το νερό της και τα φάρμακα που ήθελε να μου δείξει. «―Αυτό το παίρνεις, αυτό το πετάς έληξε, αυτό στο απαγόρεψαν, αυτό δεν το χρειάζεσαι πια, αυτό να μην ξεχνάς να το πίνεις». Και της έγραφα πάνω στο κουτί με κεφαλαία γράμματα. «Κάθε πρωί ένα».
Την τελευταία φορά που καθίσαμε έξω και μου τα έφερε, ήταν όλα αυτά που της είχα πει να πετάξει, ενώ αυτά που έπρεπε να παίρνει έλειπαν. Τότε κατάλαβα ότι μέχρι εδώ ήταν το «γι' αυτό διάλεξα να ζω μόνη μου, για να μην έχω ανάγκη κανέναν».

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε, μέρες ίσως, και την βρήκα στο πάτωμα, ευτυχώς είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή, ανίκανη να σηκωθεί από κάτω, ανίκανη να προχωρήσει δυο βήματα. Δεν ήταν 93 ετών σαν την κυρία Νίκη. Αρκετά μεγάλη πάντως για να το πάθει αυτό.
Στο νοσοκομείο με ρώτησε. «Την πεταλούδα την έχεις ακόμα;» ―Ποια πεταλούδα; ―Άιντε! τίποτα δεν θυμάσαι, και μετά λέτε ότι εγώ τα έχω χαμένα. Την πεταλούδα της γκέισας. ―Συγνώμη; ―Την πεταλούδα στο μαξιλάρι ρε παιδί μου! δεν την θυμάσαι; τι καθόμουν κι έφτιαχνα τόσον καιρό; ―Α, λες το κέντημα... ―Ναι αυτό πως το λένε. Την έχεις; ―Ναι το έχω το κέντημα. ―Να την προσέχεις την πεταλούδα...» Την κοιτούσα προσπαθώντας να καταλάβω τι της έκανε εκείνη η πεταλούδα που έφτιαξε δίπλα από την γκέισα. Δεν με ρώτησε γι' αυτήν, μόνο για την πεταλούδα. ―Η γκέισα δεν σ' ενδιαφέρει; ―Ποιος χέστηκε και γι' αυτή την ηλίθια. Που μαράζωσε για έναν Αμερικάνο! την πεταλούδα να προσέχεις, να μην την φάνε οι γάτες...». Τι συνειρμοί, θεέ μου, αναλογίστηκα. Από την ταινία «Μadama butterfly» βρήκε τον τρόπο να εκφράσει την αντιπάθειά της για τους ανθρώπους. Αμερικάνους, Ιάπωνες, Έλληνες, Τούρκους, δεν έχει σημασία, πάντα οι άνθρωποι είναι κακοί και κακότεροι. Πως έγινε αυτό; ποιος της το έκανε αυτό; Θυμήσου, ηρέμησε, δεν είσαι ψυχολόγος έλεγα στον εαυτό μου.
Κι όμως... ίσως να είμαι και ο μόνος άνθρωπος, εν ζωή τουλάχιστον, που ξέρει το μυστικό της. Το μυστικό του πόνου της. Δεν ήταν ότι η μάνα της είχε ευχηθεί να μη την γέννησε όπως μου έλεγε συχνά. Δεν ήταν ούτε η εκτέλεση του αδελφού της από τους χίτες το 44. Δεν ήταν ούτε η δύσκολη ζωή στη δραπέτευσή της στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Χούντας. Δεν ήταν αυτοί που από αγνοί αριστεροί έγιναν αριβίστες ακόμα και δεξιοί για το βόλεμά τους. Δεν ήταν οι φανατισμένοι του άλλου ανάδελφου κόμματος που μισούσαν πιο πολύ αυτούς από τους δεξιούς. Δεν ήταν οι σύντροφοι που πέθαναν, οι φίλοι που πέθαναν, ή αυτοί που έγιναν υπουργοί και τους τηλεφωνούσε για να τους βρίσει. Κανείς δεν έφταιγε περισσότερο γι' αυτή την οργή, από την άρνηση του εαυτού της. Τίποτα και κανέναν δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά εξαιτίας αυτού. Και κανένα τραγούδι δεν αγάπησε περισσότερο από την «Άρνηση» του Σεφέρη. Κι αν κάθε άλλος το αγάπησε για προφανείς λόγους, αυτή είχε τους δικούς της.
Σας έχω μάρτυρες πως το έχω πει, ψυχολόγος δεν είμαι. Είμαι όμως η «Άρνηση» κι αυτό είναι κάτι που δεν μου συγχώρεσε ποτέ. Μέχρι του σημείου να αρνηθεί τον εαυτό της. Και σταδιακά, τη ζωή της. Τώρα που εκείνη είναι κλεισμένη στη γηροκομείο και αρνείται την τροφή και το νερό, τα έβαλα όλα σε μια σειρά. Δεν πρόκειται για μια τωρινή άρνηση. Εκείνη ήταν πάντα η πεταλούδα στο κέντημά της και εγώ η γκέισα. Πετάει μπροστά στα μάτια της, της λέει δες με, κοίτα τι όμορφα χρώματα έχω, κοίτα πόσα όμορφα πετάγματα κάνω για σένα, κοίτα πόσο κοντά σου έρχομαι. Αλλά η γυναίκα, κρατώντας μια αγκαλιά λουλούδια στα χέρια, κοιτάζει πάνω από αυτήν και ονειρεύεται.

«Ποιος χέστηκε για την γκέισα, την πεταλούδα να προσέχεις». Αυτή είναι η εύθραυστη, αυτή είναι η αγνοημένη ψυχή, αυτή είναι που δεν συνάντησε το βλέμμα της αγάπης ποτέ, αυτή κινδυνεύει να πεθάνει.

Έτσι ξαφνικά, καθώς την κοιτάζω στην τελευταία μου επίσκεψη να κάθεται θυμωμένη, στο τραπέζι, να μην ανοίγει το μπολ με το φαγητό που της πήγα, και να επαναλαμβάνει μόνο την ερώτηση, «πότε θα γυρίσω στο σπίτι μου; μια χαρά είναι το σπίτι μου, κι εγώ μια χαρά είμαι, γιατί δεν με αφήνετε να πάω πίσω;», μου άναψε το φλας αυτής συνειδητοποίησης, και η αντίδραση, σχεδόν αυτόματη.

«Αν γυρίσεις πίσω, θα πεθάνει η πεταλούδα. Θα τη φάει η γάτα». Σώπασε για τα καλά. Με κοίταζε έκπληκτη, σα να με ρωτούσε «πώς το κατάλαβες;» και έβλεπα έντονη την επιθυμία της να ρωτήσει, «Και η γκέισα; θα είναι καλά;» Αλλά δε ρώτησε τίποτα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: