Ο γάτος της Περσίας

Ο γάτος της Περσίας



«Μοιάζεις για ξένος εδώ, από πού είσαι;», ρώτησε ο αρχηγός των γατών του Μεσαιωνικού Κάστρου της Κω, ή Κάστρο της Νερατζιάς, όπως το ’λεγαν οι παλαιοί παραμυθάδες, την ώρα που λιάζονταν κατά μήκος του δρόμου που ενώνει το Κάστρο με το λιμάνι, ενώ καθάριζε τα μπροστινά του πόδια, με βαρετή υπομονή.
«Είμαι από το Χαλέπι της Συρίας και είμαι περσικός γάτος», είπε με θάρρος ο γάτος με τα στρογγυλά μπλε μάτια, το άσπρο σαν χιόνι τρίχωμα, την πλακουτσωτή μύτη και την τριχωτή, φουντωτή ουρά σαν φοίνικας.
«Θα μου πεις πώς βρέθηκες εδώ; Και γιατί μοιάζεις με μαλλιαρή, βρόμικη μπάλα; »
«Εσείς τι κάνετε εδώ;»
«Δουλειά σου φιλαράκο. Μας φέρνει φαγητό κάθε απόγευμα ο κυρ Κώστας, έτσι τον φωνάζουν. Οι κάτοικοι που βλέπεις, στην αντίπερα όχθη του λιμανιού, δουλεύουν έξι μήνες το καλοκαίρι κάθε μέρα και το χειμώνα ξεκουράζονται σαν τις αρκούδες».
«Τι; Έχει αρκούδες εδώ;»
«Όχι, δεν έχει, μόνο σκυλιά με λουρί και αδέσποτα».
«Αυτόν τον μαύρο, Οδυσσέα τον λένε, να τον προσέχεις».
«Θυμάμαι που με κυνήγησε και μου γάβγισε την πρώτη μέρα που ήρθα».
«Καλωσόρισες λοιπόν στην παρέα μας, δεν νομίζω να θες να μας αλλάξεις τις συνήθειές μας;».
«Δεν νομίζω να μείνω• μάλλον πρέπει να μάθω να ζω με διαφορετική ταυτότητα. Να βρω ένα άλλο σπίτι. Περιμένω την Γιασμίν, μια κυρία που με φροντίζει, να πάρει τα χαρτιά της και να φύγουμε. Ωραία είναι εδώ, τι είναι αυτά που επιπλέουν στο νερό; ».
« Το καλοκαίρι, έχει θαλαμηγούς και τρώμε καλά. Γεμίζει ο τόπος τουρίστες. Τώρα περιμένουμε. Συνήθως μας πετάνε απομεινάρια οι λιμενοφύλακες της ιταλικής ακτοφυλακής και οι εθελοντές του σκάφους των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, που ‘ναι αραγμένο στο λιμάνι του νησιού ».
« Σε νησί ήρθα; Νησί είναι η Ελλάδα;», ρώτησε με αγωνία να μάθει ο γάτος από την Περσία, νιαουρίζοντας νευριασμένος. Και συνέχισε να ρωτάει. « Οι αρχαίοι Έλληνες φτιάξανε αυτό το κάστρο; Μα, ....αυτό μοιάζει μ’ ερείπιο. Πού βρίσκεται η πισίνα του Αγαμέμνονα; Γιατί εγώ να ξέρεις, έχω αριστοκρατική καταγωγή και προτιμάω να απολαμβάνω συχνά τα χάδια και την περιποίηση της Γιασμίν, από το να τριγυρνάω και να εξερευνώ ελεύθερος τις γειτονιές. Και να ξέρεις ακόμα πως μ’ αρέσει να παρακολουθώ τα γεγονότα, από το ασφαλές φρούριο του καναπέ μου. Εκεί είδα και την ταινία με τον Αγαμέμνονα, παρέα με την Γιασμίν. Να ρωτήσω και κάτι ακόμα. Η Ελλάδα είναι μπλε σαν τα βουνά της ή τη θάλασσά της;»
« Ήρθες στη Χώρα του Καλοκαιριού», απάντησε ο γάτος του Κάστρου, με νηφαλιότητα και συνέχισε « ήρθες στην Χώρα των Ιβίσκων, εκεί που έχει δρόμους με Φοίνικες, με Πασχαλιές και με Πλατάνια, στη Χώρα των Νερών, αυτό είναι το νησί που ήρθες».
« Και γιατί φύγατε;», ρώτησε πάλι με ύφος αρχηγού ο γάτος του Μεσαιωνικού Κάστρου.
« Στη Συρία ήμουν ο άρχοντας της γειτονιάς, έξω από το σπίτι της Γιασμίν. Δεν είχα σχέση εγώ με ελαιώνες και χωράφια. Κάθε Σάββατο καλοπερνούσαμε, τρώγαμε ψάρι. Μια μέρα σηκώθηκε σκόνη, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, σαν να κτύπησε το σπίτι μας ένας ελέφαντας και από τότε τρέχουμε με την Γιασμίν. Ήταν δασκάλα στο Χαλέπι. Κατάφερε και με έσωσε, μου φόρεσε αυτόν τον κόκκινο σκούφο, το κίτρινο σωσίβιο και τραβήξαμε, μαζί με άλλους για τα παράλια της Τουρκίας. Όταν κουραζόμουνα από το πολυήμερο ταξίδι και το περπάτημα κρατούσε για μέρες, θυμάμαι πως με κουβαλούσαν μέσα σ’ ένα καλάθι μωρού, με βάρδιες. Ύστερα φτάσαμε στη θάλασσα και ανασάναμε. Ήμουν ο μόνος γάτος εκεί και με αγαπούσανε».
«Και δε φοβήθηκες;», ρώτησε με λύπη και συμπόνια ο γάτος του Κάστρου.
«Φοβήθηκα, αλλά έπρεπε να προχωρήσουμε. Ύστερα στριμωχτήκαμε σε μια φουσκωτή βάρκα με μυτερή μύτη και σκληρό δέρμα και φτάσαμε ξημερώματα εδώ. Καμιά εικοσαριά μπήκανε μέσα. Θυμάμαι μόνο το νερό, πολύ νερό. Έμπαινε μέσα στη βάρκα και γινόμασταν μούσκεμα. Ήμουν ο μόνος γάτος εκεί. Θυμάμαι που βρεχόμουνα συνεχώς και φοβόμουνα το νερό, ενώ προσπαθούσε να με κρύψει η Γιασμίν, αλλά εγώ ήμουν ο κυβερνήτης στην άκρη της πλώρης σαν τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, όταν άνοιγε τα χέρια στον ‘‘Τιτανικό’’, και όταν φώτισε θυμάμαι, είδα μια κίτρινη φωτεινή μπάλα ν’ ανατέλλει πίσω μας κι ένα δελφίνι να πηδά τα κύματα μπροστά στο πλωτό σκάφος μας, σαν μας συνόδευε. Ένιωσα τόσο παράξενα. Φοβόμουνα αλλά είχα και μια ελπίδα. Όταν φτάσαμε μας έδωσαν μια κίτρινη κουβέρτα, σαν αλουμινόχαρτο από αυτά που τυλίγεις τα ψάρια και τα σάντουιτς».
«Και γιατί σου φορέσανε σωσίβιο;», ξαναρώτησε ο γάτος του Κάστρου, που εκείνη τη στιγμή έξυνε τη μουσούδα του.
«Για να μην πνιγώ, απ’ ότι κατάλαβα. Ήταν λίγο σφιχτό, αλλά τουλάχιστον με ζέσταινε. Άχ! Πότε θα φάμε πάλι ψάρι;».
«Εδώ τρώμε κάθε Κυριακή. Μας πετάνε οι ψαρόβαρκες και οι ψαράδες του Κάστρου, απομεινάρια από τα δολώματα, τίποτα γαρίδες και μαριδάκι. Τώρα μπορείς να μοιραστείς μαζί μας το φαγητό που έχουμε για μας. Ξηρή τροφή από τον κυρ Κώστα και γαριδάκι. Ας είναι καλά και οι ψαράδες του λιμανιού: πάντα κάτι μας αφήνουν. Μοιράσου το μαζί μας• φτάνει για όλους».
«Και γιατί φοράς αλπακά;».
«Δεν είναι σκούφος αυτό που φοράω; Είναι δώρο της Γιασμίν, μετά από ένα ταξίδι στο Περού. Εγώ νόμιζα ότι αυτό το μάλλινο ύφασμα που μου έφερε μέσα σε περίτεχνα και πολύχρωμα υφάσματα, ήταν σκούφος».
«Και τ’ όνομά σου πως είναι», ρώτησε ο γάτος του Μεσαιωνικού Κάστρου.
«Milky, όπως ο Γαλαξίας».
«Ποιος είναι αυτός; Σε ταινία έπαιξε; ».
«Όχι• είναι τα φωτεινά αστέρια από πάνω μας. Και στη Συρία τον βλέπαμε το Γαλαξία. Και από εδώ θα πρέπει να φαίνεται. Την νύχτα, όταν δεν έχει σύννεφα, ν’ ανέβεις ψηλά σε χώρο που να μην έχει φωτισμό για να μην σου παρεμποδίσει την παρατήρηση. Σαν φωτεινό γάλα απλώνεται στον νυχτερινό ουρανό. Κοίτα ψηλά και θα τον δεις!».
«Φοβάστε κι εσείς εδώ;», ρώτησε ο γάτος της Περσίας.
« Δεν φοβόμαστε• ανησυχούμε. Να ξέρεις ότι η Ελληνική Ακτοφυλακή, οι ψαράδες ακόμα και ο καπετάνιος του ρυμουλκού, αυτό που είναι δεμένο εδώ μπροστά μας, σώζουν τους ‘‘Λαούς της θάλασσας’’, έτσι άκουσα να τους λένε, αυτούς που φτάνουν με τις βάρκες. Ξέρεις αν θα έρθουν κι άλλοι γάτοι από την Περσία;».
«Με φωνάζει η Γιασμίν. Ώρα να φεύγουμε. Τι θόρυβος είναι αυτός που έρχεται απ’ τη θάλασσα;».
«Είναι το πλοίο της γραμμής, αυτό με την μπλε γραμμή και το μπλε αστέρι σε κίτρινο φόντο του φουγάρου».
«Εμένα μου μοιάζει με το χρυσό αστεράκι σε μπλε φόντο στην σημαία της Ευρώπης. Μου την είχε δείξει τη σημαία η Γιασμίν. Είχε μία στο σπίτι της. Πρώτη φορά βλέπω καμήλα χωρίς πόδια που βγάζει καπνό απ’ την καμπούρα της και γλιστράει στο νερό».
«Αυτό το γαλάζιο σεντόνι που βλέπεις», είπε με ύποπτη ηρεμία ο γάτος του Μεσαιωνικού Κάστρου στον γάτο της Περσίας, « λέγεται θάλασσα και η καμήλα της θάλασσας οι άνθρωποι το λένε πλοίο και είναι το Blue Star, με τις χίλιες δυο ανέσεις. Να σου αναφέρω μερικές: πλήρης κλιματισμός, καμπίνες για επιβάτες με κατοικίδια, καμπίνες αεροπορικού τύπου, εστιατόρια, μπαρ, καφέ, καταστήματα, ανελκυστήρες, κυλιόμενες σκάλες και ειδικούς χώρους φύλαξης κατοικίδιων, τα άλλα δεν τα θυμάμαι».
«Αυτό που βλέπεις είναι η θάλασσα που χωρίζει την Ευρώπη με την Ανατολή και το νησί είναι το τελευταίο σύνορο», συμπλήρωσε ο γάτος του Κάστρου, με γατίσια υπομονή. 
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό που νιώθω» είπε ο γάτος της Περσίας, « αλλά μ’ αρέσει. Ένα γάτος μαυριδερός, από τα βάθη της Ανατολής μου είχε πει μια φορά: ‘‘ Πως πρέπει να ξεκινάμε από την αισιοδοξία της στιγμής για να βρούμε την αισιοδοξία του ταξιδιού. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις επόμενες μέρες’’».
«Αυτό που αισθάνεσαι Milky» είπε με σπουδαίο ύφος ο γάτος του Κάστρου, « είναι ελπίδα και είναι όμορφο συναίσθημα».
«Πρέπει να φύγω. Με καλεί Γιασμίν: χάρηκα που σε γνώρισα».
«Καλό ταξίδι και καλή τύχη φιλαράκο! Χίλιες καμήλες να ’χεις μαζί σου».
«Και εσείς καλά καλοκαίρια!».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: