Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο δοκίμιο του Δημήτρη Καράμπελα: «Το πνεύμα και το τέρας»

Πίνακας του Αχιλλέα Παπακώστα
Πίνακας του Αχιλλέα Παπακώστα




Από τη μία έχουμε την επίγεια ζωή και από την άλλη τη Θεότητα όπως κατά περιόδους μας αποκαλύφθηκε (ορθός λόγος, Θεός, Τεχνολογία κ.λπ.). Ανά τους αιώνες, πάντα κάποιος αναλάμβανε τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους. Ο εγκυρότερος και ανθεκτικότερος ως τις μέρες μας φαίνεται ότι είναι το πνεύμα. Αυτό το ενδιάμεσο ον, όπως ο δαιμόνιος έρωτας στο Πλατωνικό συμπόσιο, αναλαμβάνει την κίνηση ηλεκτρικών φορτίων προς τα πάνω ―ως επί το πλείστον― με στόχο την πλήρωση της διαφοράς δυναμικού που χωρίζει αυτό που ζούμε με αυτό που θα θέλαμε να ζήσουμε πλάι στο Αγαθό όπως κι αν το ορίζει ο καθένας μας.
Δε θέλω να σας φοβίσω αλλά σ’ αυτό το βιβλίο πέφτουν βαριά ονόματα. Ο Κάφκα που μας υπενθυμίζει ότι εντέλει οι άνθρωποι πάντα θυσιάζονται σε κάποιο Θεό ή στον εαυτό τους. Τι κι αν πλέον αυτή η θυσία γίνεται άνευ της μεσιτείας μιας πνευματικής βούλησης. Ο Μπέικον που απαιτεί να προσυπογράψουμε τη μεταμόρφωσή μας σε ζώα, αν είναι να επιζήσουμε. Πώς όμως να γίνει αυτό χωρίς την αιγίδα ή έστω την προέγκριση μιας πιο πνευματικής καταγωγής; Ο Μπέργκμαν που στο τέλος του Winter Light δίνει σε ένα όλο και πιο αδύναμο πνεύμα τη μορφή ενός αμήχανου πάστορα που αμφιβάλλει, ενώ καλείται πλέον να λειτουργήσει χωρίς ποίμνιο. Ο Σεκούνδος και ο Πασκάλ που οικτίρουν και δοξάζουν τον ίδιο άνθρωπο, παγιδευμένο στην αιώνια αντίφασή του να περνιέται για παροδικός αλλά και άπειρος, σαν τις δισυπόστατες εκκλησίες των Κυκλάδων όπου εντός του ιδίου ναού, λατρεύονται δύο εικόνες. Ο Μποντλέρ, που έβλεπε την πόλη του να αλλάζει πιο γρήγορα από την καρδιά ενός θνητού. Ο Μέλβιλ την ίδια εποχή βάζει τον Μόμπι-Ντικ να αντιστέκεται ακόμα, ως ένα πνεύμα που δραπετεύει. Ενάμισι αιώνα αργότερα, στα χέρια του Μπέλα Ταρ (Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ) το ίδιο κήτος θα κείτεται νεκρό ενώπιον ακίνητων παρατηρητών.
Το βιβλίο διηγείται την ιστορία του μόνου οντολογικά έγκυρου πολέμου που διαδραματίζεται εδώ και χιλιετίες μεταξύ ουρανού και γης. Όλες οι υπόλοιπες μάχες έμειναν στην ιστορία για τις ωμότητές τους και πολύ σπάνια για τα προβλήματα που επέλυσαν, αφού συνήθως οι ίδιες τα ενέπνευσαν. Η συγκεκριμένη, φώτισε όπως μπορούσε όλα τα μυστήρια με τα οποία ασχολήθηκε, αποκαθιστώντας καθημερινά την επικοινωνία μεταξύ ορατών τε πάντων και αοράτων. Αλίμονο όμως, με βαρύ τίμημα την παραγωγή ακόμα μεγαλύτερων μυστηρίων όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Είναι κι αυτός ο εικοστός αιώνας που δε λέει να τελειώσει. Αν και κάποτε γεννήθηκαν αρκετές ελπίδες, όταν τα μαθηματικά απέδειξαν ότι υπάρχουν εξισώσεις που παρότι δεν είχαν λύση στους ρεαλιστικούς, είχαν στους μιγαδικούς αριθμούς. Και ανάμεσα στους μιγαδικούς μπορεί κάποιος εύκολα να διακρίνει άπειρους φανταστικούς, δηλαδή αριθμούς που το πραγματικό τους μέρος είναι ίσο με το μηδέν.
Η φρίκη και η καταστροφή αξιοποιήθηκαν από τους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα ως ουσιαστικά βάσιμοι όροι, για να δώσουν ένα ακόμα τράτο στο πνεύμα. Κι ας πείραξε κάποιους το γεγονός ότι η τέχνη επιβίωσε, ούσα όμως πολύ ασχημότερη. (Οι Πολωνοί ακόμα και σήμερα, στα μουσεία σύγχρονης τέχνης μιλάνε για το μακελειό που υπέστη η χώρα τους). Ακόμα και ο Καρούζος διαμαρτυρόταν πως δεν άκουγε μουσική άξια των συγκινήσεών του. Το πνεύμα δεν έπαψε στιγμή να νοτίζει την ιστορία ακόμα και σ’ έναν αιώνα με αλλεπάλληλη επικράτηση πολιτικών κινημάτων που ανέλαβαν ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στη Ζωή και το Απόλυτο. Ας μνημονεύσουμε και ένα παράδειγμα: Στο Κουαρτέτο για πιάνο αρ.1 του Brahms (1861) το πιάνο προεξείχε απροσχημάτιστα. Το 1937 ο Schoenberg ανέλαβε την αποκατάσταση αυτής της αδικίας ενορχηστρώνοντας το έργο για υπερπλήρη ορχήστρα, στοιχίζοντας έτσι το πιάνο με τα υπόλοιπα όργανα. Ιδού μια απροσδόκητη διόδευση του πνεύματος. Ιδού μια γενναία πολιτική πράξη αν λάβουμε υπόψιν την εποχή που έγινε.
Πάντως αυτό που ο Καράμπελας αποκαλεί «τέρας» και μάλλον παραπέμπει σε κάποιον ―the go between― ως διεστραμμένη πνευματικότητα, στη μουσική του 19ου και 20ού αιώνα νομίζω πως ουδέποτε εμφανίστηκε. Μπορεί κάποτε οι άνθρωποι να μίλησαν ως πτηνά ,ρυάκια και καταιγίδες (υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία έργων), ως μηχανές (Russolo, Ligeti), ως ξύλα που τρίζουν (Lachenmann), ακόμα και ως ελικόπτερα (Stockhausen). Μπορεί ο τίμιος Schnittke να φόρεσε όσες μάσκες βρήκε μπροστά του, αλλά όχι• ακόμα και ο Rautavaara το 1972 με το Cantus Arcticus που έφερε σε διάλογο ανθρώπους και ζώα, δεν σκιαγράφησε κάποιο τέρας. Όλοι αυτοί όμως, ψύλλιασαν αρκούντως τον 21ο αιώνα της νέο-οικολογίας και των soundscapes. Άλλωστε, ο φορέας του πνεύματος όφειλε κατεπειγόντως να συνεχίσει κάπως να υπάρχει, χωρίς απαραίτητα, όπως είπαμε, να είναι και ωραίος. Έστω και ως παροχέτευση. Όπως και έγινε. Φανταστείτε όμως πόσο θα κατατρόμαξε ο Stravinsky βλέποντας τη θυσία που αναπόφευκτα ολοκλήρωνε την Ιεροτελεστία της Άνοιξης.
Ο ευαγγελισμός αυτού του βιβλίου, κρύβεται σε μια αποστροφή του συγγραφέα πάνω σε μια θέση του Ντεριντά. Συγκεκριμένα, πιστεύω πως θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη σημείωση της σελίδας 168, στη φράση: Η αποδόμηση των εξουσιαστικών σχέσεων μεταξύ ουρανού και γης φτάνουν σε ένα μη αποδομήσιμο όριο• το πνεύμα. Ή όπως είπε κάποιος πριν από 25 αιώνες: Πως να κρυφτεί κανείς απ´ αυτό που δεν λέει να δύσει.

Το πνεύμα, άλλους έσωσε εαυτό ου δύναται σώσαι, που πάει να πει πως το πνεύμα δεν κάνει ρούπι χωρίς εμάς. Ο επί αιώνες διαπιστευμένος διαμεσολαβητής μας, τις τελευταίες δεκαετίες κατάντησε μία βρύση που στάζει. Ίσως γιατί το πνεύμα είναι ένας αφηγητής που εδώ και καιρό έχει πάψει να περιγράφει. Η ζωή, ακόμα και ως ματαιοδοξία, ευτυχώς διαφεύγει και από αυτόν που τη θυμάται αλλά κι από κείνον που προσπαθεί να την ξεχάσει. Θα μου πείτε ίσως πως ολ’ αυτά, έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια που δεν προλάβαμε να πάμε ούτε στην κηδεία τους. Έλα όμως που πρόφτασαν και άφησαν τα αυγά τους στην άμμο. Όταν έχεις μάθει να ζεις και να εργάζεσαι σε σκοτεινό ατελιέ, πάντα αναζητάς το φως το ιλαρό μπας και μ’ αυτό οικοδομήσεις κάπως τον οίκο σου, και οικοδομώ πάει να πει πιστεύω. Πώς αλλιώς;

Αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει την ιστορία των προηγούμενων αιώνων από τις πηγές, ασφαλώς θα ανατρέξει σε ανθρώπους που πρόσεχαν πολύ τα λόγια τους, όπως ο D. Scarlatti και ο C. Frank. Ακούμε έργα του Bruckner ή του Mozart και καταλαβαίνουμε ότι, για να σωθούμε, δεν φτάνει μόνο να πιστεύουμε αλλά πρέπει να ‘χουμε και υπομονή. Οι γεροί συνθέτες, συστηματικά ενεργοποιούν τα ισχυρότερα επιχειρήματα τους στο μέσον του έργου και μάλιστα μέσω παραλλαγών (Beethoven, Σονάτα αρ. 32, 2ο μέρος). Δεν είναι τυχαίο ότι οι παραλλαγές που επινοούσαν στα βασικά τους θέματα, συχνά ήταν πολύ πειστικότερες της αρχικής τους ιδέας (Schubert, Ο θάνατος και η κόρη, 2ο μέρος). Όπως ο Θεός πολύ νωρίτερα, έτσι και η τέχνη τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να έχει εγκαταλείψει οριστικά εκείνη την εμμονή της να θέλει σώνει και καλά να γίνεται πιστευτή. Γι’ αυτό και τα νέα έργα παλαιάς αύρας, όπως οι συμφωνίες, εξακολουθούν να εκτελούνται αποκλειστικά «σε καινούργια Φανταστικά Μουσεία, σε Μαυσωλεία μιας ανέκκλητης απώλειας», εντός του ανυπόμονου εγώ τους αλλά και του περίφημου αυτιστικού φάσματος.
Δυστυχώς τα απόνερα του εγώ, προκειμένου να λιμνάζουν με ασφάλεια, πάντα θα βρίσκουν πρόθυμα αρχαία καλούπια όπως συμφωνικές ορχήστρες και μουσεία σύγχρονης τέχνης. Είναι τόσο το εγώ ακόμα στις μέρες μας, που σχεδόν ουδείς φαίνεται πρόθυμος να εκτελέσει χρέη διαμεσολαβητή μεταξύ ημών και του πνεύματος. Γι’ αυτό και το κατ’ ευφημισμόν μέλλον θα αργήσει κι άλλο να έρθει. Όσο οι εφευρέσεις είναι των ανθρώπων, δεν πρέπει να μας ανησυχούν• οι εφευρέσεις των εφευρέσεων ίσως να κρύβουν κινδύνους. Τώρα, αν ρωτάτε εμένα, θα σας έλεγα ότι ο άνθρωπος θα πάψει να ‘ναι μόνος στο σύμπαν, όταν θα καταφέρει να φτιάξει μια μηχανή που να χαζεύει για ώρα απέναντι στον τοίχο, προσπαθώντας να ανακαλέσει κάποιο βίωμα στη μνήμη της.
Πριν ακουστεί η εκκωφαντική σιωπή του J. Cage (4′33″), δηλαδή πριν φανούν οι πρώτες λευκές σελίδες στην αυτοβιογραφία του ανθρώπου, το τέρας τρεμόπαιζε για χρόνια εντός μας. Είχαμε ήδη περάσει σε μια εποχή που πήρε εξιτήριο λαδώνοντας το παιδί στη ρεσεψιόν, δηλαδή μια εποχή κατά φαντασίαν υγιή. Η μικτή φύση του ανθρώπου, η πάλαι ποτέ τραγική, έπαψε να φέρνει τόσο πολύ σε τέρας, όντας πια τόσο αβάσταχτα γήινη. Όπως η Οιδίπα, με τα λόγια του Καράμπελα, στη Συλλογή 49 του Πίντσον: «Αισθάνεται ότι τα διαφορετικά “ίχνη”, οι “αναγγελίες”, οι “υπαινιγμοί” που συλλέγει στις χαοτικές περιπλανήσεις της δεν είναι παρά μια φτωχή και ατελής αποζημίωση για την απώλεια της άμεσης και αδιαμεσολάβητης επαφής με την “κεντρική αλήθεια” που “φλέγεται καταστρέφοντας το ίδιο της το μήνυμα.”»
Διακυβεύοντας την πολιτική ορθότητα αυτού του κειμένου, θα σημείωνα ότι το τέρας, αν είναι να εντοπιστεί στις μέρες μας, ίσως αξίζει να αναζητηθεί σε σημεία που συχνάζει η στρεβλή εκθήλυνση. (Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που κάποιο από τα γνωστά ή άγνωστα βαρβαρικά φύλα αναλαμβάνει αβασάνιστα να εφοδιάσει τη γυναίκα με απαρχαιωμένες ιδιότητες που ευτυχώς έχει αποτάξει καιρό τώρα). Οι μορφές εφαρμοσμένης τέχνης που φαίνεται να καλπάζουν και στον 21ο αιώνα είναι η αρχιτεκτονική (στέγαση), η γαστρονομία (ανάγκη), η λυρική ποίηση (πρώτο πρόσωπο) και το θέατρο (αλήθεια κατ´ επανάληψιν). Η πιο κραταιά ομάδα αυτής της κατηγορίας είναι οι «διεκδικητιστές» που κατά παράδοση κραδαίνουν δίκαια κοινωνικά αιτήματα κερδίζοντας εύκολα τη γνωστή 15λεπτη προβολή (αν ήταν έστω και κατ’ ελάχιστον συμπαθείς, θα τους συνέκρινα με τα περιστέρια που συρρέουν στις παιδικές χαρές προς αναζήτηση υπολειμμάτων από τα σνακ που ίσως έπεσαν από τα παιδάκια νωρίτερα). Οι πιο αφηρημένες τέχνες δε, είτε προσαρτήθηκαν σε αλγόριθμους (ΑΙ) ή κούρνιασαν στη νέο-οικολογία, τα ηχητικά και τα εικαστικά τοπία. Δεχτήκαμε δηλαδή να μικρύνουμε κι άλλο μήπως τελικά χωρέσουμε. Μακάρι να μας βγει σε καλό όλο αυτό γιατί αν τελικά είχαν δίκιο οι παλιοί ιδεαλιστές, τότε οτιδήποτε με μη υπερβατικό δείκτη δεν φαίνεται να ‘χει κάποια συνέπεια της προκοπής. Άλλοι υπερθεματίζουν κατηγορώντας τον κόσμο που φαίνεται να έχει απωλέσει κάθε οριακό ή μεταιχμιακό χαρακτηριστικό. Αν είναι έτσι, έχουμε ξεμείνει να καταναλώνουμε τα υποπροϊόντα της υπερβολικής ασφάλειας και της έλλειψης ρίσκου. Και όπου ρίσκο στην τέχνη, όπως και στη ζωή φυσικά, σημαίνει να επιμένουμε συνειδητά να πράττουμε το μη αναστρέψιμο αλλά κι αυτό που δεν πρόκειται να μας ξανασυμβεί. Άλλωστε πότε από κάτι ανώδυνο προέκυψε κάτι σημαντικό;
Συνήθως οι δοκιμιογράφοι αναλαμβάνουν τον άχαρο ρόλο της διαμόρφωσης όχι του μέλλοντος αλλά του παρελθόντος, αφού λειτουργούν κυρίως ως υποβολείς του. Επιμηκύνουν δηλαδή το χρόνο της ζωής μας αλλά προς τα πίσω. Όμως ο Καράμπελας, αν και δοκιμιογράφος, δεν είναι ακόμα ένας δημοσιογράφος του πνεύματος. Περιττό να πούμε πως δεν χαρίζεται πουθενά. Με τη θαυμάσια εφηβική αυστηρότητα που μίλησε για τον Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο στη Νέα Εστία και κατέκρινε τον ύστερο Χατζιδάκι στο δοκίμιό του για τον Σαββόπουλο, εδώ αξιολογεί τον Τρίερ, τον Χάνεκε και τη Χάραγουεϊ. Ο Καράμπελας μπορεί να υπογράφει το χρονικό της αυτονόμησης και οριστικής εξουδένωσης των δύο πόλων ―Αλήθειας και Ζωής― όμως δεν είναι ακόμα ένας χρονικογράφος του πνεύματος. Νοιάζεται πραγματικά για τον διάλογο του Απολύτου με τη Γη που, ενώ πάντοτε φάνταζε αναπόφευκτος, στις μέρες μας βαίνει επιδεινούμενος. Ακούστε πώς κλείνει το κείμενό του:
«Το πνεύμα δεν θα επιστρέψει όσο ο άνθρωπος δεν αποδέχεται την αμφίβια, τερατώδη φύση του ― κι όσο δεν αρχίζει ξανά να σκέφτεται σε δυικό αριθμό και να ονειρεύεται μεθοριακούς χώρους, παράτολμες συμμείξεις, γαμήλιες ενώσεις.
Αλλά και να βρούμε τα κλειδιά του Πνεύματος, θα υπάρχουν άραγε ακόμα η κλειδαριά και το σπίτι που θα το φιλοξενήσει;»

Το βιβλίο αυτό μοσχοβολάει όπως όταν τύχει να σταθεί κάποιος πλάι σε φρεσκοαπλωμένα ρούχα. Το ξεκίνησα μεσημέρι μέσα στο συμβατικό πλοίο, ταξιδεύοντας για Σίφνο, και το ολοκλήρωσα μόλις μπήκα σπίτι πριν ακόμα ανοίξω τα πράγματά μου.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: