Οι επιβάτες που έφτασαν από τη Ρώμη με το νυχτερινό τρένο στον σταθμό του Φαμπριάνο έπρεπε να περιμένουν να ξημερώσει για να συνεχίσουν το ταξίδι τους με ένα αργό σαραβαλιασμένο τρενάκι προς την περιφέρεια Μάρκε.
Με την αυγή, σε ένα βρόμικο βαγόνι δεύτερης θέσης, στο οποίο είχαν ήδη καθίσει πέντε ταξιδιώτες, ανέβασαν σχεδόν σηκωτή μια κυρία τόσο παραδομένη στη θλίψη, που δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθια.
Η ωμή μελαγχολία του πρώτου φωτός της μέρας, μέσα στην αποπνικτική στενότητα του βρόμικου και νοτισμένου από καπνό βαγονιού, όλο αυτό το κουβάρι από ρούχα, γελοίο και αξιολύπητο, που ανέβηκε στα βαγόνια από την αποβάθρα και τα σκαλοπάτια με βογγητά και στεναγμούς, έδειχνε να μοιάζει εφιάλτης στους πέντε ταξιδιώτες που είχαν περάσει άγρυπνοι τη νύχτα.
Τα ξεφυσήματα και οι αναστεναγμοί που συνόδευαν και σχεδόν στήριζαν την προσπάθεια, ήταν του συζύγου, ο οποίος τελικά ξεπρόβαλε, εύθραυστος και καχεκτικός, χλομός σαν πεθαμένος, αλλά με ολοζώντανα, σπιρτόζικα ματάκια μέσα στην ωχρότητά του.
Η θλίψη του να βλέπει τη γυναίκα του σε αυτή την κατάσταση δεν τον εμπόδιζε, ωστόσο, να φαίνεται τυπικός, παρά τη μεγάλη του αμηχανία. Ωστόσο, η προσπάθεια που είχε κάνει τον είχε, προφανώς, και λίγο εκνευρίσει, ίσως από τον φόβο ότι δεν είχε φανεί αρκετά δυνατός μπροστά στους πέντε ταξιδιώτες, για να σηκώσει και να ανεβάσει στο βαγόνι το βαρύ φορτίο της γυναίκας του.
Κάθισε, αφού πρώτα ζήτησε συγγνώμη και ευχαρίστησε τους συνεπιβάτες που αμέσως παραμέρισαν για να κάνουν χώρο για την βασανισμένη κυρία, κατάφερε να φανεί τυπικός και περιποιητικός και μ’ αυτή, της έφτιαξε τα ρούχα που φορούσε και τον κόμπο της μαντίλας που της είχε ανέβει στη μύτη.
― Είσαι καλά, αγαπητή;
Η σύζυγος, όχι μόνο δεν του απάντησε, αλλά με θυμό ξανατράβηξε τη μαντίλα της πιο πάνω, τόσο μέχρι που σκέπασε όλο της το πρόσωπο. Τότε εκείνος χαμογέλασε θλιμμένα· ύστερα αναστέναξε:
― Ε... κόσμε!
Και θέλησε να εξηγήσει στους συνεπιβάτες πως η γυναίκα του ήταν άξια συμπόνιας γιατί βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση λόγω της ξαφνικής και επικείμενης αναχώρησης του μοναχογιού τους για τον πόλεμο. Είπε πως εδώ και είκοσι χρόνια δεν ζούσαν πια παρά μόνο για εκείνον τον μοναχογιό. Για να μη τον αφήσουν μόνο, την προηγούμενη χρονιά, επειδή θα ξεκινούσε τις πανεπιστημιακές του σπουδές, είχαν μετακομίσει από τη Σουλμόνα στη Ρώμη. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο γιος τους, αφού κλήθηκε στα όπλα, γράφτηκε στην ταχύρρυθμη σχολή των δοκίμων αξιωματικών. Και μετά από τρεις μήνες, αφού ορκίστηκε ανθυπολοχαγός του πεζικού και τοποθετήθηκε στο 12ο σύνταγμα, της ταξιαρχίας Καζάλε, πήγε να παρουσιαστεί στη μονάδα εφεδρείας στη Ματσεράτα, διαβεβαιώνοντάς τους ότι θα έμενε εκεί τουλάχιστον ενάμιση μήνα για την εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων. Αλλά, αντί γι’ αυτό, μετά από μόλις τρεις μέρες τον έστειλαν στο μέτωπο. Είχαν λάβει στη Ρώμη την προηγούμενη μέρα ένα τηλεγράφημα που ανακοίνωνε αυτήν την αιφνίδια και προδοτική αναχώρηση. Και πήγαιναν για να τον αποχαιρετήσουν, να τον δουν να φεύγει.
Η γυναίκα, κάτω από τη μαντίλα της, αναστατώθηκε, μαζεύτηκε, ταράχτηκε, γόγγυξε πολλές φορές σαν ένα θηρίο, αγανακτισμένη από τη μακροσκελή εξήγηση του συζύγου. Εκείνος, μη κατανοώντας ότι δεν θα τους έδειχναν καμία ιδιαίτερη συμπόνια για κάτι που συνέβαινε σε πολλούς, ίσως και σε όλους, θα προκαλούσε αντιθέτως εκνευρισμό και απαξίωση στους πέντε ταξιδιώτες, οι οποίοι δεν έδειχναν τόσο συντετριμμένοι και χαμένοι από τη θλίψη όπως αυτή, παρόλο που μπορεί να είχαν και αυτοί γιους στο μέτωπο. Αλλά ίσως ο σύζυγος να μιλούσε επίτηδες και να έδινε αυτές τις πληροφορίες για τον μοναχογιό τους και την ξαφνική αναχώρησή του μετά από μόλις τρεις ημέρες κ.λπ., ώστε οι άλλοι να επαναλάβουν σε αυτήν με σκληρή ψυχρότητα όλα όσα εκείνος της έλεγε εδώ και μερικούς μήνες, δηλαδή από τότε που ο γιος τους είχε επιστρατευτεί. Και όχι τόσο για να την παρηγορήσουν ώστε να καθησυχαστεί, όσο για να την πείσουν περιπαικτικά να αποδεχτεί μια παραίτηση αδύνατη γι’αυτήν.
Πράγματι, εκείνοι δέχτηκαν ψυχρά την εξήγηση. Ένας είπε:
― Μα να ευχαριστείτε τον Θεό, αγαπητέ κύριε, που ο γιος σας φεύγει μόνο τώρα! Ο δικός μου είναι ήδη στο μέτωπο από την πρώτη μέρα του πολέμου. Και έχει τραυματιστεί, ξέρετε; Ήδη δύο φορές. Ευτυχώς, μία στο χέρι, μία στο πόδι, ελαφρά. Ένας μήνας άδεια, και πάλι πίσω ξανά στο μέτωπο.
Ένας άλλος είπε:
― Εγώ έχω δύο. Και τρία εγγόνια.
― Ναι, αλλά ένας μοναχογιός... – ψέλλισε ο σύζυγος.
― Δεν είναι αλήθεια, μην το λέτε! – τον διέκοψε με αγένεια –. Ένα μοναχογιός κακομαθαίνεται, δεν αγαπιέται περισσότερο! Ένα κομμάτι ψωμί, μοιράζεται, όταν έχεις περισσότερα παιδιά, εντάξει˙ αλλά όχι η πατρική αγάπη. Σε κάθε παιδί, ένας πατέρας δίνει ό,τι μπορεί. Και αν εγώ τώρα υποφέρω, δεν υποφέρω το μισό για τον ένα και το μισό για τον άλλο˙ υποφέρω και τους για δυο το ίδιο.
― Είναι αλήθεια, ναι, αυτό είναι αλήθεια, – παραδέχτηκε ο σύζυγος με ένα ντροπαλό, συμπονετικό και αμήχανο χαμόγελο. – Μα κοιτάξτε... (συζητάμε τώρα, και ας χτυπήσουμε ξύλο) αλλά σκεφτείτε την περίπτωση... όχι τη δική σας, για όνομα του Θεού, αγαπητέ κύριε... την περίπτωση ενός πατέρα που έχει περισσότερα παιδιά στον πόλεμο: αν χάσει (ω μη γένοιτο!) το ένα, του μένει τουλάχιστον το άλλο!
― Ναι, σωστά· και η υποχρέωση να ζήσει για το άλλο παιδί, – επιβεβαίωσε αμέσως εκείνος, συνοφρυωμένος. – Το οποίο σημαίνει ότι αν σε εσάς... δεν μιλάμε για εσάς, έναν πατέρα που έχει ένα μόνο παιδί, συμβεί να του πεθάνει, αν δεν ξέρει πια τι να κάνει με τη ζωή του, αφού πέθανε το παιδί του, μπορεί να την αφαιρέσει και αντίο. Ενώ εγώ, καταλαβαίνετε; πρέπει να κρατήσω τη ζωή μου, για το άλλο που μου απομένει. Και η χειρότερη περίπτωση επομένως είναι πάντα η δική μου!
― «Μα τι λέτε τώρα!» πετάχτηκε σε αυτό το σημείο ένας άλλος ταξιδιώτης, χοντρός και αναψοκοκκινισμένος, κοιτάζοντας τριγύρω του με τα μεγάλα, ανοιχτόχρωμα, υγρά και με κοκκινισμένες φλέβες μάτια του. Ανάσαινε βαριά, και έμοιαζε πως τα μάτια του θα πετάγονταν έξω, εξαιτίας μιας εξουθενωτικής εσωτερικής βίας μιας πλεονάζουσας ζωτικότητας, που το ταλαιπωρημένο σώμα του δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει. Έβαλε την παραμορφωμένη χερούκλα του μπροστά στο στόμα, σαν να του ήρθε ξαφνικά η σκέψη των δύο δοντιών που του έλειπαν· αλλά μετά δεν το σκέφτηκε πια και συνέχισε να λέει, αγανακτισμένος:
― Ή μήπως τα παιδιά τα κάνουμε για εμάς;
Οι άλλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν, συγκλονισμένοι. Ο πρώτος, αυτός που είχε τον γιο του στο μέτωπο από την πρώτη μέρα του πολέμου, αναστέναξε:
― Ε, για την πατρίδα φυσικά…
― Ε, – ξαναέκανε ο χοντρός ταξιδιώτης,- αγαπητέ κύριε, αν εσείς λέτε αυτό για τη πατρίδα, μπορεί να φαίνεται μια υποκρισία!
Γιε μου, σε γέννησα για την πατρίδα και όχι για μένα…
Ιστορίες! Πότε; Πότε σκέφτεστε εσείς την πατρίδα, όταν κάνετε ένα παιδί; Αστεία πράγματα! Τα παιδιά έρχονται στον κόσμο, όχι επειδή τα θέλετε εσείς, αλλά επειδή πρέπει να έρθουν. Και παίρνουν τα ηνία της ζωής˙ όχι μόνο της δική τους, αλλά και της δική μας. Αυτή είναι η αλήθεια. Και είμαστε εμείς για αυτά, όχι αυτά για εμάς. Και όταν γίνουν είκοσι χρονών... σκεφτείτε το λίγο, είναι ακριβώς όπως ήμασταν εμείς όταν ήμασταν είκοσι χρονών. Υπήρχε η μητέρα μας, υπήρχε ο πατέρας μας, αλλά υπήρχαν και πολλά άλλα πράγματα: τα πάθη, το κορίτσι, οι καινούργιες γραβάτες, οι ψευδαισθήσεις, τα τσιγάρα, και επίσης η πατρίδα, ήδη στα είκοσι, όταν δεν είχαμε παιδιά. Η πατρίδα που, αν μας καλούσε, πείτε μου, δεν θα ήταν για μας πάνω από τον πατέρα μας, πάνω από τη μητέρα μας; Τώρα, είμαστε στα πενήντα-εξήντα, αγαπητέ μου: και υπάρχει και η πατρίδα, ναι˙ αλλά μέσα μας, αναπόφευκτα, είναι πιο ισχυρή η αγάπη για τα παιδιά μας. Ποιος από εμάς, αν μπορούσε, δεν θα πήγαινε να πολεμήσει στη θέση του παιδιού του; Όλοι! Και δεν θέλουμε να λάβουμε υπόψη τώρα τα συναισθήματα των παιδιών μας στα είκοσι τους χρόνια; Των παιδιών μας που, αναγκαστικά, ήρθε η στιγμή, που πρέπει να νιώσουν περισσότερη αγάπη για την πατρίδα απ’ότι για εμάς; Μιλάω, φυσικά, για τα καλά παιδιά, και λέω αναγκαστικά, γιατί μπροστά στην πατρίδα, για αυτά, γινόμαστε και εμείς παιδιά, γερασμένα παιδιά που δεν μπορούν πλέον να κινηθούν και πρέπει να μείνουν στο σπίτι. Αν υπάρχει πατρίδα, αν η πατρίδα είναι μια φυσική ανάγκη, όπως το ψωμί που ο καθένας πρέπει να τρώει για να μην πεθάνει από την πείνα, τότε κάποιος πρέπει να πάει να την υπερασπιστεί, όταν έρθει η στιγμή. Και τα παιδιά πηγαίνουν, στα είκοσι τους χρόνια, πηγαίνουν επειδή πρέπει να πάνε και δεν θέλουν δάκρυα. Δεν τα θέλουν γιατί, ακόμα κι αν πεθάνουν, πεθαίνουν παθιασμένα και ικανοποιημένα. (Μιλάω πάντα, φυσικά, για τα καλά παιδιά!) Τώρα, όταν πεθαίνει κανείς ευτυχισμένος, χωρίς να έχει δει όλες τις ασχήμιες, τις ενοχλήσεις, τις δυστυχίες αυτής της άθλιας ζωής που προχωρά, τις πικρίες των απογοητεύσεων, τι άλλο περισσότερο να θέλουμε; Δεν πρέπει να κλαίμε, μα να γελάμε... ή όπως κλαίω εγώ, ναι, κύριοι, ικανοποιημένος, γιατί ο γιος μου, μου διαμήνυσε να πω ότι τη ζωή του – τη δική του ζωή, καταλαβαίνετε; αυτή που πρέπει να βλέπουμε σε αυτούς, και όχι τη δική μας – τη ζωή του την ξόδεψε όσο καλύτερα μπορούσε, και ότι πέθανε ικανοποιημένος, και ότι δεν έπρεπε να ντυθώ στα μαύρα, όπως πράγματι, εσείς κύριοι, βλέπετε.
Λέγοντας αυτά, τίναξε το ανοιχτόχρωμο σακάκι του στενοχωρημένος για να το δείξει˙ τα μελανιασμένα χείλη του, έτρεμαν, πάνω από τα δόντια που έλειπαν˙ τα μάτια του, σχεδόν υγρά. Και τελείωσε με δύο ξεσπάσματα γέλιου που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι και λυγμοί.
― Ορίστε… ορίστε.
Τρεις μήνες τώρα, εκείνη η μητέρα, κρυμμένη κάτω από το μαντίλι της, αναζητούσε μια λέξη, σε όλα όσα της έλεγαν ο σύζυγός της και οι άλλοι για να την παρηγορήσουν και να την κάνουν να το πάρει απόφαση, μια μόνο λέξη που, μέσα στο βουβό πόνο της, θα αντηχούσε μέσα της, θα την έκανε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν μια μητέρα να συμβιβαστεί να στείλει το παιδί της, όχι στο θάνατο, αλλά μόνο σε έναν πιθανό κίνδυνο για τη ζωή του. Δεν είχε βρει ποτέ, ούτε μία, ανάμεσα στις τόσες που της είχαν πει. Είχε λοιπόν καταλάβει ότι οι άλλοι της μιλούσαν, μπορούσαν να της μιλούν έτσι, για παραίτηση και παρηγοριά, μόνο και μόνο επειδή δεν ένιωθαν αυτό που ένιωθε εκείνη.
Τα λόγια αυτού του ταξιδιώτη την τάραξαν, την αναστάτωσαν. Ξαφνικά κατάλαβε ότι οι άλλοι δεν ένιωθαν όπως εκείνη, αλλά αυτή αντιθέτως, δεν μπορούσε να νιώσει ό,τι ένιωθαν όλοι οι άλλοι που τους επέτρεπε να αποδεχθούν την κατάσταση, όχι μόνο κατά την αναχώρηση, αλλά και κατά τον θάνατο του παιδιού τους.
Σήκωσε το κεφάλι, ανασηκώθηκε από τη γωνιά του βαγονιού για να ακούσει τις απαντήσεις που έδινε εκείνος ο ταξιδιώτης στις ερωτήσεις των υπολοίπων συνταξιδιωτών του, για το πότε και το πώς είχε πεθάνει ο γιος του, και τα έχασε, της φάνηκε ότι βρέθηκε σε έναν κόσμο που δεν γνώριζε, στον οποίο έμπαινε τώρα για πρώτη φορά, βλέποντας ότι όλοι οι άλλοι, όχι μόνο καταλάβαιναν, αλλά και θαύμαζαν αυτόν τον γέρο και τον συνέχαιραν που μπορούσε να μιλήσει έτσι για το θάνατο του παιδιού του.
Όμως, ξαφνικά, είδε να ζωγραφίζεται στα πρόσωπα αυτών των πέντε ταξιδιωτών η ίδια αναστάτωση που πρέπει να υπήρχε και στο δικό της, όταν, χωρίς καν να το θέλει, σαν να μην είχε ακόμη πραγματικά καταλάβει και συνειδητοποιήσει τίποτα, σηκώθηκε και ρώτησε τον γέρο:
― Μα επομένως… επομένως, ο γιος σας είναι νεκρός;
Ο γέρος γύρισε και την κοίταξε με εκείνα τα φοβερά, απίστευτα ορθάνοιχτα μάτια. Την κοίταξε, την ξανακοίταξε και ξαφνικά, με τη σειρά του, σαν να κατάλαβε μόλις εκείνη τη στιγμή, με αφορμή την ακατάλληλη ερώτηση, με εκείνη την εκτός τόπου έκπληξη, ότι τελικά ο γιος του είχε πραγματικά πεθάνει και για τον ίδιο, αναστατώθηκε, έβγαλε βιαστικά το μαντ΄ιλι από την τσέπη του και, ανάμεσα στην κατάπληξη και τη συγκίνηση όλων, ξέσπασε σε γοερούς, σπαρακτικούς, ασυγκράτητους λυγμούς.