Βλ. και Χάρτης#84

Εγκώμιο στα σκουλήκια
Μόνο σε σένα πιστεύω, κύριε Σκουλήκη.
Είσαι αποτελεσματικός κι αξιόπιστος
Όταν καταπιάνεσαι με τη δυσάρεστη δουλειά σου.
Το κουφάρι μιας γάτας
Σε περιμένει στο χαντάκι στην άκρη του δρόμου,
Κι απ’ την άλλη, φωνές από ένα παιδικό πάρτι γενεθλίων
Όπου ένα κορίτσι μ’ ένα πανί δεμένο στα μάτια
Στριφογυρίζει και σωριάζετα
Κάτω από δέντρα στολισμένα
Με σημαιάκια και κινέζικα φανάρια.
Μια αστραπή και λίγες σταγόνες βροχής
Ήταν αρκετές για να τους στείλουν όλους στο σπίτι
Και ν’ αποκατασταθεί η ειρήνη στην αυλή τους,
Ώστε εσύ να βρεις καταφύγιο κάτω από ένα φύλλο
Και να κοιτάξεις την ατζέντα σου,
Να διαγράψεις ένα όνομα εδώ κι εκεί,
Να σκεφτείς μια δύο διευθύνσεις και να ξεκινήσεις
Με τον δικό σου αργό ρυθμό για μια επίσκεψη
Μες στα πλούσια αρώματα της καλοκαιρινής νύχτας
Και τον ουρανό που ξεχειλίζει από αστέρια.
________________
Από την συλλογή Night Picnic – Νυχτερινό Πικνίκ, 2001
Καρτ-ποστάλ από τον Σ.
Μέχρι στιγμής έχω γνωρίσει εδώ δύο Όμηρους κι έναν Βιργίλιο.
Η πόλη μοιάζει με ζωντανή ανθολογία της κλασικής λογοτεχνίας.
Βροντές και αστραπές σχεδόν κάθε απόγευμα.
Όταν οι γείτονες συναντιούνται, χτυπούν κουνούπια
Ο ένας στο μέτωπο του άλλου και φεύγουν αναψοκοκκινισμένοι.
Είμαι ξαπλωμένος σε μια αιώρα δίπλα σ’ έναν φλεγόμενο αχυρώνα
Χαζεύοντας μια σημύδα στην αυλή.
Τη μια στιγμή παλεύει με τον άνεμο και τον καπνό,
Την άλλη σηκώνει τις γροθιές της να καταραστεί τους θεούς.
Αυτό, φυσικά, την κάνει να φαίνεται πως κατάγεται απ’ την Τροία
Στα μάτια των Ελλήνων που μόλις φτάνουν μ’ ένα όχημα της πυροσβεστικής.
________________
Από την συλλογή The Voice at 3:00 A.M. – Η φωνή στις 3:00 π.μ., 2003
Αυτοπροσωπογραφία στο κρεβάτι
Για τους φανταστικούς επισκέπτες, είχα μια καρέκλα
Φτιαγμένη από μπαμπού που βρήκα στα σκουπίδια.
Είχε μια τρύπα στη θέση του καθίσματος
Και τα πόδια της ήταν ετοιμόρροπα
Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να δείχνει αξιοπρεπής.
Εγώ δεν κάθισα ποτέ πάνω της, όμως
Με τη βοήθεια ενός μαξιλαριού μπορούσε κανείς να καθίσει
Προσεκτικά, με τα γόνατα ενωμένα
Όπως έκανε εκείνη μια φορά,
Ενώ έγερνε πίσω γελώντας με την ταλαιπωρία αυτή.
Το φωτιστικό στο κομοδίνο
Έκανε ό,τι μπορούσε για να δώσει
Μια αύρα μυστηρίου στο δωμάτιο.
Υπήρχε κι ένας καθρέφτης, που έκανε τα πάντα
Να τρεμοπαίζουν, όπως σε μια γυάλα με ψάρια.
Αν τύχαινε να κοιτάξω προς τα εκεί,
Έβλεπα μια μύτη κατακόκκινη, έτοιμη να φταρνιστεί,
Φορούσα έναν χοντρό μάλλινο σκούφο κατεβασμένο μέχρι τ’ αυτιά,
Και διάβαζα κάποιον Ρώσο στο κρεβάτι,
Ανησυχώντας, σίγουρα, για την ψυχή μου.
_______________
Από την συλλογή My Noiseless Entourage – Η αθόρυβη παρέα μου, 2005
Νυχτερινός υπάλληλος φτηνού ξενοδοχείου
Είμαι ο κρυφός επιθεωρητής των σκοτεινών διαδρόμων,
Των καμένων λαμπτήρων και των κόκκινων επιγραφών στις εξόδους κινδύνου,
Των θυρών με σημάδια
Από αμέτρητες απόπειρες διάρρηξης,
Τι είναι αυτό που ακούγεται; Μια υπηρέτρια που στρώνει κρεβάτια τα μεσάνυχτα;
Το θρόισμα που κάνουν πλαστά χαρτονομίσματα
Που μετράει κάποιος στη σουίτα νεονύμφων;
Μια τσατσάρα που περνάει μέσα από γκρίζα μαλλιά;
Η αιωνιότητα είναι καθρέφτης και ιστός αράχνης,
Έχει γράψει κάποιος με κραγιόν στο ασανσέρ.
Ας πάρω το πασπαρτού κι ας πάω να ελέγξω.
Ας πάρω καλύτερα μαζί μου κι ένα κουτί με σπίρτα.
_______________
Από την συλλογή That Little Something – Αυτό το μικρό κάτι, 2008
Μετρ των μεταμφιέσεων
Σίγουρα, κυκλοφορεί ανάμεσά μας απαρατήρητος:
Μπορεί να είναι κουρέας, υπάλληλος σε μαγαζί, διανομέας,
Φαρμακοποιός, κομμωτής, μποντιμπιλντεράς,
Εξωτικός χορευτής, κόπτης πολύτιμων λίθων, περιπατητής σκύλων,
Ο τυφλός ζητιάνος που ψέλνει, Κύριε, θυμήσου με,
Κάποιος διακοσμητής βιτρίνας που φιλοτεχνεί μια ψεύτικη φωτιά
Σε ψεύτικο τζάκι ενώ η μάνα κι ο πατέρας παρακολουθούν
Από τον καναπέ με παγωμένα χαμόγελα
Καθώς ο δρόμος αδειάζει και φτάνει η ώρα να γυρίζουν στο σπίτι
Ο νεκροθάφτης κι ο τελευταίος σερβιτόρος.
Ω άστεγε γέροντα, που στέκεσαι στην είσοδο κάποιου σπιτιού
Με πρόσωπο μισοκρυμμένο,
Δεν θα απέκλεια ούτε τη μαύρη γάτα που διασχίζει το δρόμο,
Ούτε τη γυμνή λάμπα που αιωρείται από ένα καλώδιο
Σε σήραγγα του μετρό την ώρα που φτάνει το τρένο.
Χίλια εννιακόσια τριάντα οκτώ
Ήταν η χρονιά που οι Ναζί μπήκαν στη Βιέννη,
Ο Σούπερμαν έκανε ντεμπούτο στην Action Comics,
Ο Στάλιν ξεπάστρευε τους συντρόφους του,
Άνοιξε το πρώτο Dairy Queen στο Κάνκακι του Ιλινόις,
Ενώ εγώ τεμπέλιαζα στην κούνια μου βρέχοντας τις πάνες.
«Θα ήσουν σίγουρα όμορφο μωρό», τραγουδούσε ο Μπινγκ Κρόσμπι.
Ένας πιλότος που οι εφημερίδες αποκαλούσαν «Λάθος Πορεία» Κόριγκαν
Απογειώθηκε απ’ τη Νέα Υόρκη για την Καλιφόρνια
Και τελικά προσγειώθηκε στην Ιρλανδία, την ώρα που εγώ έβλεπα τη μητέρα μου
Να βγάζει το στήθος της απ’ τη γαλάζια ρόμπα και να πλησιάζει.
Εκείνον τον Σεπτέμβριο πέρασε ένας τυφώνας σηκώνοντας έναν κινηματογράφο
Στην παραλία του Ουεστχάμπτον και τον έσυρε ως τη θάλασσα.
Ο κόσμος ανησυχούσε πως πλησίαζε το τέλος.
Ένα ψάρι που θεωρούνταν εξαφανισμένο εδώ κι εβδομήντα εκατομμύρια χρόνια
Βρέθηκε μέσα σ’ ένα δίχτυ στ’ ανοικτά της Νότιας Αφρικής.
Ήμουν ξαπλωμένος στην κούνια μου καθώς οι μέρες μίκραιναν και γίνονταν πιο κρύες,
Και το πρώτο δυνατό χιόνι έπεσε μέσα στη νύχτα
Κάνοντας την ησυχία ν’ απλωθεί μες στο δωμάτιο.
Νόμισα πως άκουσα τον εαυτό μου να κλαίει για ώρες και ώρες.
_____________
Από την συλλογή Master of Disguises – Μετρ των μεταμφιέσεων, 2010
Καθώς περνάς το λόφο
Θα δεις αγελάδες να βόσκουν σ’ ένα λιβάδι
Ίσως κι ένα κοτόπουλο ή μια χελώνα
Να διασχίζουν το δρόμο με τον δικό τους χαριτωμένο ρυθμό,
Και μια μικρή λίμνη όπου κάποτε ένα αγόρι
Έσπρωξε μέσα ένα κορίτσι που δεν ήξερε κολύμπι,
Και πολλούς μεγάλους σφένδαμους και βελανιδιές
Που προσφέρουν άφθονη σκιά για να ξαπλώσεις,
Και κλαδιά τους να κρεμαστείς,
Αν το θελήσεις,
Ένα νωθρό απόγευμα ή βράδυ
Την ώρα που κάτι λέει στα πουλιά να σωπάσουν,
Και στο μοναδικό φανάρι του χωριού
Να κρατήσει συντροφιά στις νυχτοπεταλούδες
Και σ’ εκείνο το παλιό μεγάλο σπίτι που πωλείται
Με κάποια από τα τζάμια του σπασμένα.
Αιωνιότητες
Ένα παιδί σκαρφαλωμένο στην αγκαλιά της μητέρας του για να δει την παρέλαση
Κι εκείνος ο γέρος που πετάει ψίχουλα
Στα περιστέρια που τριγυρίζουν στο πάρκο,
Θα μπορούσαν άραγε να είναι το ίδιο άτομο;
Η τυφλή γυναίκα που ξέρει την απάντηση θυμάται
Που είδε ένα πλοίο μεγάλο σαν οικοδομικό τετράγωνο
Κατάφωτο μες στη νύχτα να περνάει μπροστά απ’ το παράθυρο της κουζίνας
Αρμενίζοντας προς τα σκοτάδια και τις θύελλες του Ατλαντικού.
_______________
Από την συλλογή The Lunatic – Ο τρελός, 2015
Βλέποντας οράματα
Έφτασα εδώ ακόμα νέος,
Παιχνίδι στον άνεμο δεμένο μ’ ένα σπάγκο.
Είδα έναν δρόμο στην κόλαση κι έναν στον παράδεισο.
Είδα ένα δωμάτιο με φως τόσο ασθενικό
Έμοιαζε να στηρίζεται σε μπαστούνι.
Είδα κάποιον γέρο σ’ ένα ραφτάδικο
Να γονατίζει μπροστά στη νύφη με καρφίτσες στα χείλη.
Είδα τον Πρόεδρο να ορκίζεται στη Βίβλο
ενώ γύρω του έπεφτε χιόνι.
Είδα ένα ζευγάρι εραστών να φιλιούνται σε μια άδεια εκκλησία
Κι έναν άντρα γυμνό να τρέχει έξω από ένα κτίριο
κρατώντας όπλο και να κλαίει με λυγμούς.
Είδα παιδιά να πηδούν από μια στέγη σε άλλη
Το ηλιοβασίλεμα φορώντας μάσκες της αποκριάς.
Είδα ένα φορτηγάκι γεμάτο αδέσποτα σκυλιά να με κοιτάζει.
Είδα μια άστεγη να κατηγορεί τον Θεό
Κι έναν τυφλό με κιθάρα να τραγουδάει:
«Ω Κύριε, θυμήσου με,
Όταν αυτές οι αλυσίδες σπάσουν, λευτέρωσε το κορμί μου.»
____________
Από την συλλογή Scribbled in the Dark – Προχειρογραμμένο στο σκοτάδι, 2017
Περιπλανώμενος θίασος
Μεταφέρουν το φέρετρο ενός στρατιώτη μια σκοτεινή νύχτα
Στους δρόμους κάποιου μικρού χωριού που κοιμάται,
Ύστερα, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο μπαίνουν ήσυχα στην αυλή κάποιου,
Ελπίζοντας πως τα σκυλιά δεν θα γαυγίσουν, τα παιδιά δεν θα κλάψουν
Κι όποιος ξυπνήσει θα κοιτάξει έξω
Καθώς ετοιμάζονται και μοιράζουν τους ρόλους τους
Για να αναπαραστήσουν χωρίς να ειπωθεί λέξη,
Μια σκηνή απ’ τη ζωή του γείτονα,
Την ήδη μακρινή και ακατάληπτη,
Σαν να ήταν μια λεπτή στήλη καπνού
Που έμεινε να αιωρείται για λίγο πάνω από μια στέγη
Την ώρα που τα μάτια όλων ήταν στραμμένα αλλού
Σ’ αυτή τη χώρα που έχει μουδιάσει απ’ τους πολέμους,
Αποφεύγοντας τον θρήνο και τη δημόσια έκθεση της θλίψης,
Εκτός από αυτή τη θαμπή φιγούρα που κάνει ένα βήμα μπροστά
Με τεντωμένα χέρια και παρακαλεί τον Θεό
Να κάνει τα μαγικά του και το αγόρι της να σηκωθεί
Από κει που κείτεται και να γυρίσει στο σπίτι μαζί τους.
Κυριακάτικη λειτουργία
Ο πετεινός φοράει μίτρα επισκόπου
Ενώ τέσσερις κότες τον ακολουθούν
Κακαρίζοντας και κουνώντας τα κεφάλια
Εγκρίνοντας το πρωινό του κήρυγμα.
Ο ασπρόμαυρος κοπρίτης στην αυλή
Έχει κι αυτός βρει τη θρησκεία του
Γαβγίζοντας σ’ έναν ξένο γάτο πάνω στο δέντρο
Σαν να’ ταν ο ίδιος ο διάβολος.
Ο Ντεκάρτ, άκουσα, είχε τις καλύτερες ιδέες
Τεμπελιάζοντας στο κρεβάτι ως το μεσημέρι.
Εγώ όχι! Βρίσκομαι καθ’ οδόν για το αχούρι μου,
Χαιρετώντας τους γείτονες που πάνε στην εκκλησία.
Ελληνική ιστορία
Για τον Hugh και την Alisa
Πού να μαγειρέψω για τούτους τους ανθρώπους
Που η βάρκα τους βούλιαξε στ’ ανοιχτά
Τριγύριζε ρωτώντας η ηλικιωμένη
Πού να μαγειρέψω για τούτους τους ανθρώπους
Που έχουν κουλουριαστεί όλοι μαζί και κλαίνε
Ή κάθονται ολομόναχοι στη θλίψη τους
Πού να μαγειρέψω για τούτους τους ανθρώπους
Που μας ήρθαν σήμερα μέσα στην καταιγίδα
Ο ουρανός δεν ακούει τα κλάματα
Αυτών που πνίγονται όμως εγώ τ’ ακούω
Πού να μαγειρέψω για τούτους τους ανθρώπους
Τριγύριζε ρωτώντας η ηλικιωμένη
Κι οι νεκροί που ξεβράστηκαν στη στεριά
Με μάτια ανοιχτά σαν παιδιά
Τρομαγμένα από κακό όνειρο
Έσκυψαν να της φιλήσουν το χέρι
Το τελευταίο μάθημα
Θα είναι για το τίποτα.
Όχι για την αγάπη ούτε για τον Θεό,
Μα για το τίποτα.
Θα ‘σαι σαν τον καινούργιο μαθητή στο σχολείο
Που φοβάται να κοιτάξει τον δάσκαλο
Κι αγωνίζεται να καταλάβει
Τι λένε
Γι’ αυτό εδώ το τίποτα
_____________
Από την συλλογή Come Closer and Listen – Έλα πιο κοντά και άκου, 2018